ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Αντάρτικο» βουλευτών ΠΑΣΟΚ με Siemens

Ανατροπή της τελευταίας στιγμής στην υπόθεση Siemens ανακύπτει από την παρουσιαζόμενη άρνηση της πλειοψηφίας των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ να αποσύρουν την πρόταση σύστασης προκαταρκτικής επιτροπής. Πληροφορίες αναφέρουν ότι έναντι των 108 βουλευτών που υπέγραψαν την πρόταση προκαταρκτικής, μέχρι χθες κατέστη δυνατό να υπογράψουν την πρόταση ανάκλησης μόνον 48.

Το θέμα προκλήθηκε μετά την προ δεκαπενθημέρου καταψήφιση από 14 βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος της πρότασης για παραπομπή των κατηγοριών που αποδίδονται στους πρώην υπουργούς της Ν.Δ. κ. Γ. Αλογοσκούφη και Χρ. Μαρκογιαννάκη στο τριμελές δικαστικό συμβούλιο για τον έλεγχο της βασιμότητάς τους. «Οταν αρνείσαι το έλασσον, πόσω μάλλον να δεχθείς το μείζον» ελέχθη από την Κ. Ο., που ενώπιον του ενδεχομένου να υποστεί το κυβερνών κόμμα νέα κοινοβουλευτική ήττα στη μυστική ψηφοφορία αποφάσισε την ανάκληση της πρότασης προκαταρκτικής. Υπογραφές όμως δεν μαζεύτηκαν και η ανάκληση καθίσταται ανέφικτη, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος της Βουλής να υποχρεούται σήμερα απαρεγκλίτως να καθορίσει ημερομηνία συζήτησης της πρότασης προκαταρκτικής ενδεχομένως και νωρίτερα από τις 22 Αυγούστου που προγραμματίζεται να επαναλειτουργήσει η Ολομέλεια. Κατά τα άλλα, με την απόδοση πολιτικών και μόνον ευθυνών, τις οποίες καταλογίζει με την έκθεσή της που κατέθεσε χθες η πλειοψηφία της Επιτροπής Εξοπλισμών της Βουλής στους υπουργούς Αμύνης της περιόδου 2002 – 2009 για την υπόθεση των γερμανικών υποβρυχίων, κλείνει το κεφάλαιο αυτό για τη Βουλή.

Η κυβερνητική πλειοψηφία της Επιτροπής Εξοπλισμών αποδίδει «βαρύτατες» πολιτικές ευθύνες σε όλους τους υπουργούς Εθνικής Αμυνας της περιόδου 2000 – 2009, κρίνει όμως ότι αναδείχθηκαν έντονα για την περίοδο 2006 – 2009, δηλαδή της υπουργίας του κ. Ευ. Μεϊμαράκη. Στην έκθεση γίνεται αναφορά σε «αδυναμίες» των συμβατικών όρων και τονίζεται ότι η αδράνεια, η σιωπηρή παράταση του συμβατικού χρόνου, οι αναποτελεσματικές διαπραγματεύσεις και η σύγχυση για την ικανότητα του «Παπανικολής» να ανταποκριθεί στις συμβατικές προδιαγραφές, είχαν αντίκτυπο στην εξέλιξη των δύο συμβάσεων με τελική συνέπεια παρά την καταβολή 105 εκατ. τον Ιούνιο ’09 και συνολικά πλέον 2 δισ. και για τις δύο συμβάσεις να έλθει η καταγγελία της σύμβασης από τους αναδόχους στις 21/9/2009.

Η πλειοψηφία ζητεί να διαβιβαστεί η έκθεσή της στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για τη θεμελίωση των αστικών αξιώσεων του Δημοσίου για την άσκηση αγωγών κατά παντός υπευθύνου, αλλά και να προσδιοριστεί η ζημία του Δημοσίου, για να καταλογιστεί σε βάρος της ιδιωτικής περιουσίας των υπευθύνων. Ζητείται ακόμη να διαβιβαστεί η έκθεση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, για να εκτιμηθούν τα στοιχεία και να αποδοθούν ευθύνες, «δεδομένου ότι τα συμβατικά κενά και ελαττώματα συνδέονται με τον χρηματισμό -μη πολιτικών- προσώπων που ερευνά η εισαγγελική αρχή».

Θέση της Ν. Δ. είναι ότι δεν υπάρχουν καν πολιτικές ευθύνες για τους υπουργούς της περιόδου 200 – 2009, δεδομένου ότι το πρόβλημα στην όλη διερευνώμενη υπόθεση εδράζεται στις πολύ κακές συμβάσεις του 1998 – 2000 που «είχαν δέσει πισθάγκωνα το ελληνικό Δημόσιο, αφού τη στιγμή που προέκυψε το πρόβλημα είχε καταβάλει το κράτος ήδη άνω του 80% του τιμήματος και για τις δύο συμβάσεις». Η Ν. Δ. επισημαίνει ότι διαφώνησε με την απόφαση της πλειοψηφίας να μην εξετασθεί και η περίοδος από την καταγγελία της σύμβασης τον Σεπτέμβριο του 2009 και εντεύθεν, δηλαδή της υπουργίας Ευ. Βενιζέλου.

ΚΚΕ, ΛΑΟΣ, ΣΥΡΙΖΑ

Για το ΚΚΕ το διαχρονικό σκάνδαλο βαρύνει την ηγεσία και του ΠΑΣΟΚ και της Ν. Δ., ενώ σε επίπεδο υπουργών, εκτός των κ. Παπαντωνίου, Σπηλιωτόπουλου και Μεϊμαράκη, αποδίδει πολιτικές ευθύνες και στον κ. Ευ. Βενιζέλο για τη νέα «ζημιογόνο» σύμβαση του 2010. Πέραν των πολιτικών ευθυνών στους εκάστοτε υπουργούς και κυρίως στον κ. Μεϊμαράκη, ο ΛΑΟΣ κρίνει ότι «δεν μπορεί λόγω χρονικών περιορισμών να καταλήξει σε πλήρη και ολοκληρωμένα συμπεράσματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητεί συνέχιση της έρευνας από την επιτροπή για ευθύνες όλων των μελών του ΚΥΣΕΑ της περιόδου 1997 – 2002, καθώς και όλων των υπουργών Οικονομικών που χειρίστηκαν την υλοποίηση των συμβάσεων. Περαιτέρω διερεύνηση των ευθυνών των εμπλεκομένων υπουργών Αμύνης, αλλά και των υπόλοιπων μελών των ΚΥΣΕΑ, προτείνει τέλος εκ μέρους των ανεξαρτήτων η κ. Σοφία Σακοράφα, κρίνοντας ότι οι εξ αρχής συμβάσεις δεν διασφάλισαν τα συμφέροντα του Δημοσίου.