ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι συστάσεις των Βρυξελλών και δύο εμπόδια για την Αθήνα

Ανηφορικός προβλέπεται ο δρόμος προς την αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, όπως τουλάχιστον προκύπτει από το κλίμα και τους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται στις Βρυξέλλες. Με τα σημερινά δεδομένα, δεν θεωρείται καν εφικτή η καταβολή της επόμενης δόσης από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 31 δισ. ευρώ, με την οποία θα ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα πληρωθούν τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ και λήγουν στις 20 Αυγούστου και θα καλυφθούν οι ταμειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους για το αμέσως προσεχές διάστημα.

Και αυτό διότι, όπως παραδέχεται και η ελληνική κυβέρνηση πλέον, το Πρόγραμμα Προσαρμογής έχει εκτροχιαστεί και, ως εκ τούτου, η τρόικα δεν αναμένεται να δώσει θετική αξιολόγηση στην παρούσα φάση. Εφόσον, όμως, ληφθούν άμεσα «προαπαιτούμενα» μέτρα, τα οποία άλλωστε προβλέπονται από το δεύτερο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε στη Βουλή τον περασμένο Μάρτιο, τότε η χώρα μας μπορεί να ελπίζει σε μία «εμβόλιμη» δόση ύψους 4,2 δισ. από την οποία θα πληρωθούν τα ομόλογα της ΕΚΤ και θα δοθεί ανάσα ρευστότητας στα κρατικά ταμεία. Στη συνέχεια, η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη από μία θετική αξιολόγηση της τρόικας, ώστε να αποκατασταθεί η ομαλή ροή χρηματοδότησης από τον μηχανισμό στήριξης και να μπορέσει να διεκδικήσει αναδιαπραγμάτευση σε δεύτερο στάδιο, περί το τέλος του έτους.

Εξάλλου, η παράταση στο χρονοδιάγραμμα επίτευξης των στόχων που ζητάει η Αθήνα συναντάει δύο εμπόδια:

l Το πρώτο είναι ότι τα επιπλέον δάνεια που απαιτούνται από τους εταίρους μας για να χρηματοδοτήσουν τους «χαλαρότερους» ρυθμούς μείωσης του ελλείμματος θα αυξήσουν το ελληνικό χρέος, επηρεάζοντας καταλυτικά την προβολή βιωσιμότητάς του έως το 2020. Ωστόσο, αν το ελληνικό χρέος δεν είναι (θεωρητικά) βιώσιμο, τότε ούτε η Ευρωζώνη ούτε πολύ περισσότερο το ΔΝΤ μπορούν να συνεχίσουν να συμμετέχουν στο Πρόγραμμα. Το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την απομείωση των κεφαλαίων που έχουν διοχετευθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Κάτι τέτοιο προβλέπεται να είναι εφικτό όμως στα μέσα του 2013, στην καλύτερη περίπτωση, όταν θα έχει δημιουργηθεί ο ενιαίος φορέας εποπτείας των τραπεζών υπό την ΕΚΤ.

Δεύτερον, όπως ρητά αναφέρεται στη σχετική απόφαση της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, η απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών χωρίς την επιβάρυνση του οικείου κράτους αφορά μόνο προγράμματα που «εξελίσσονται καλά» όπως της Ιρλανδίας. Εξ ου και είναι αναγκαίο να έχουμε αποδείξει στο μεταξύ ότι το ελληνικό πρόγραμμα εξελίσσεται καλά και έχει επανέλθει εντός στόχων, με δύο διαδοχικές θετικές αξιολογήσεις από την τρόικα.

l Το δεύτερο πρόβλημα με την «επιμήκυνση» του Προγράμματος είναι ότι απαιτούνται αρκετά επιπλέον δισ. από τους Ευρωπαίους φορολογουμένους, κάτι που θα πρέπει να εγκριθεί από τα εθνικά κοινοβούλια της Ευρωζώνης. Και πάλι, όμως, η Ελλάδα θα πρέπει να έχει «εκπλήξει ευχάριστα προηγουμένως» τους εταίρους της, όπως έλεγε αυτήν την εβδομάδα στην «Κ» Ευρωπαίος διπλωμάτης.

Πέραν της επιμήκυνσης, η χώρα μπορεί να διεκδικήσει κονδύλια από το πακέτο ανάπτυξης των 120 δισ. ευρώ που εγκρίθηκε στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής. Οπως ρητά αναφέρθηκε στη Σύνοδο, το συγκεκριμένο πακέτο αφορά κατά προτεραιότητα χώρες της Ευρώπης που δοκιμάζονται οικονομικά.

Ωστόσο και σε αυτό το μέτωπο, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει το «αγκάθι» της έλλειψης ρευστότητας για τη συγχρηματοδότηση έργων, τόσο από τις τράπεζες όσο και από το κράτος. Επιπλέον, οι διαπραγματεύσεις για το «νέο ΕΣΠΑ» (προγραμματική περίοδος 2014-2020) έχουν οδηγηθεί σε εξαιρετικά δυσμενές σημείο και η χώρα μας κινδυνεύει να χάσει δισ. ευρώ. Ο βασικός λόγος είναι ότι για τον σχεδιασμό της επόμενης προγραμματικής περιόδου λαμβάνονται υπόψη τα προ κρίσης οικονομικά στοιχεία.