ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι μεσάζοντες, τα τανκς και τα δάνεια

Σε μία από τις επισκέψεις του στο Μόναχο ο σημερινός οικονομικός εισαγγελέας, Παναγιώτης Αθανασίου, ενημερώνει τους συναδέλφους του στην Εισαγγελία 1 του Μονάχου ότι παρά την προσπάθεια που είχε καταβάλει, η έρευνά του για τη σύμβαση των Λέοπαρντ-2 είχε καταλήξει στο αρχείο. Ταυτόχρονα, στις 6 Νοεμβρίου του 2008 η εισαγγελέας Βασιλειάδου από το Εφετείο Αθηνών ενημέρωνε τους ομολόγους της στο Μόναχο ότι δεν είχαν προκύψει οι πραγματικοί δικαιούχοι της εταιρείας Εvanston.

Τι είχε συμβεί; Στις 28 Φεβρουαρίου 2003 ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ρολάν Ντιμά δηλώνει στο γαλλικό Le Point ότι «η εταιρεία Evanston, που έκανε όλη τη δουλειά για τα ελληνικά Λέοπαρντ-2, είχε συμφωνήσει να λάβει συνολικά 3% της προμήθειας, αλλά μόλις το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Αμυνας ανακοίνωσε ότι η KMW κέρδισε τη δουλειά, οι Γερμανοί άρχισαν να παριστάνουν ότι δεν γνώριζαν την εταιρεία…». Εφτά μήνες αργότερα, η «Κ» και η Αριστέα Μπουγάτσου δημοσιεύουν την 7σέλιδη συμφωνία των εταιρειών Evanston – IBOS που είχε συναφθεί στις 15 Δεκεμβρίου 1999. Προηγουμένως, ο διευθυντής πωλήσεων της Krauss Μaffei Wegmann, Φραντς Στανγκλ, είχε συναντηθεί στη Γενεύη με εκπρόσωπο της Evanston και σύμφωνα με όσα υποστήριξε η τελευταία, είχε επιβεβαιώσει την προθυμία του Γερμανού κατασκευαστή να «προχωρήσει» τη συμφωνία με την εταιρεία που είχε έδρα στις βρετανικές Παρθένους Νήσους. Τι αποστολή είχε η Evanston; Να προωθήσει την πώληση του Leo-2 στις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις. Η Evanston, στο κείμενο της προσφυγής που έχει στα χέρια της η «Κ», αναφέρει ότι η IBOS (International Barter &Offset Service Corporation) με έδρα στο Μόντε Κάρλο δεν εμφανιζόταν αρχικά, αλλά στη συνέχεια η ΚΜW υποστήριξε ότι το συμβόλαιο θα έπρεπε να γίνει με αυτήν. Το συμβόλαιο έληγε στις 17 Δεκεμβρίου του 2000, αλλά στη συνέχεια ανανεώθηκε για ένα χρόνο και αφέθηκε να εκπνεύσει σύμφωνα με την εκδοχή της ΚΜW.

Εσωτερικός έλεγχος

Ο Στανγκλ, 75χρονος συνταξιούχος σήμερα, που εξετάστηκε τον Φεβρουάριο του 2006 από την Εισαγγελία του Μονάχου, αρνήθηκε ότι είχε χρησιμοποιηθεί αυτή η κατασκευή των επιχειρήσεων για να καταβληθούν προμήθειες. Η ΚΜW προχώρησε το 2005 σε εσωτερικό έλεγχο, από τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε συμβόλαιο με την Evanston παρά μόνο με την IBOS. Η Evanston υποστηρίζει ότι η ΚΜW της είχε υποσχεθεί 60 εκατ. δολάρια σε προμήθειες στην περίπτωση που η Ελλάδα υπέγραφε τη συμφωνία για τα γερμανικά άρματα μάχης.

Μεταξύ των τριών εταιρειών, όπως διαπίστωσε από τη δικαστική συνδρομή από το Μονακό η Εισαγγελία Αθηνών, διακινήθηκαν μικροποσά που δεν δικαιολογούν προμήθεια για τα άρματα. «Καβαλήσαμε λάθος “άλογο” για τη διαλεύκανση της υπόθεσης…» είπε στην «Κ» δικαστική πηγή στο Μόναχο.

Τον Ιανουάριο του 2003, ωστόσο, δηλαδή δύο μήνες πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, η KMW παραδέχθηκε ότι είχε αποστείλει μία εβδομάδα νωρίτερα σε μια λιβεριανή εταιρεία, σε λογαριασμό της τράπεζας HSBC, 145.000 ευρώ. Σύμφωνα με τη γερμανική εταιρεία, το ποσό αυτό αφορούσε τη σύμβαση για τα Leo-1. Το περίεργο είναι ότι το ποσό αυτό ταυτίζεται απολύτως με τα έξοδα νομικής υποστήριξης που κατέβαλε η KMW για την αντιμετώπιση της προσφυγής της Evanston στη Διαιτησία. Αυτή ανακοινώθηκε μεν διά του Τύπου, αλλά δεν προχώρησε, καθώς συντάχθηκε αλλά η εξέτασή της απαιτούσε το ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, που οι προσφεύγοντες δεν κατέθεσαν. Συνολικά τα 170 άρματα μάχης κόστισαν 1,7 δισ. χωρίς πυρομαχικά, εκ των οποίων 1.431.000.000 ήταν δανεισμός και 227,5 εκατομμύρια από τον προϋπολογισμό. Από τα χρήματα αυτά, 105,8 εκατομμύρια πληρώθηκαν κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας το 2003 και 112,8 εκατομμύρια το 2004. Τον τρίτο χρόνο, το 2005, το Δημόσιο δεν κατάφερε να πληρώσει από τον προϋπολογισμό παρά 417.000 παίρνοντας δάνειο 305 εκατομμύρια ευρώ. Την τριετία 2007-2009, το ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε πληρωμές-ρεκόρ από 368,5 έως 163,9 εκατομμύρια ευρώ, συνολικά δηλαδή έδωσε 889 εκατ. ευρώ για τα άρματα Λέοπαρντ-2. Από αυτά, τα 879 εκατ. ευρώ ήταν δάνεια, δηλαδή μόνο τα 10 εκατ. ήταν από τον προϋπολογισμό.