ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H «αποπομπή» της Τουλουπάκη

h-apopompi-tis-toyloypaki-561076630

Η νομοθετική ρύθμιση που εξήγγειλε η κυβέρνηση για αναβάθμιση κρίσιμων εισαγγελικών υπηρεσιών, προκάλεσε αντιφατικές προσεγγίσεις, και πάντως οι πολιτικές αντιδράσεις εστιάστηκαν, όχι στην ουσία των προτεινόμενων διατάξεων, αλλά στην απομάκρυνση από τη θέση της επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς της εισαγγελέως Ελένης Τουλουπάκη.

Πολλοί ήταν εκείνοι, και από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που μίλησαν για «εκπαραθύρωση» της εισαγγελέως, ως συνέπεια της προτεινόμενης αναβάθμισης των Εισαγγελιών Διαφθοράς και Οικονομικού Εγκλήματος, ενώ πολλοί απέδωσαν στην κυβέρνηση ως κίνητρο της νέας ρύθμισης ακριβώς την αποπομπή της εισαγγελικής λειτουργού, η οποία ήδη διώκεται ποινικά και παρ’ όλα αυτά παραμένει στη θέση της.

Το θέμα με την εισαγγελέα Ελένη Τουλουπάκη επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη νέα ρύθμιση της κυβέρνησης, που ενοποιεί τις δύο εισαγγελικές υπηρεσίες, τις αναβαθμίζει και εκ των πραγμάτων τη θέτει εκτός, αλλά είναι πολύ παλιό και εξαιρετικά σύνθετο. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ξεκινώντας από την επικείμενη ρύθμιση. 

Πρόκειται για την ίδρυση μιας νέας εισαγγελικής υπηρεσίας, που θα καλύπτει τις ανάγκες για αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς και οικονομικής εγκληματικότητας στο πλαίσιο των σημερινών κοινωνικών και οικονομικών αναγκών αλλά και της διαμόρφωσης σχετικού ευρωπαϊκού πλαισίου.

Αλλωστε, οι Εισαγγελίες Διαφθοράς και Οικονομικού Εγκλήματος που ιδρύθηκαν επί κυβερνήσεως Γιώργου Παπανδρέου το 2011, έχουν ήδη συμπληρώσει μία δεκαετία λειτουργίας και έχουν στην πράξη καταδείξει προβλήματα και ατέλειες.

Η αναβάθμιση αυτών των νευραλγικών εισαγγελικών υπηρεσιών έχει ζητηθεί και από ευρωπαϊκής πλευράς, σχετική εισήγηση έχει γίνει από την Greco, υπηρεσία αρμόδια για θέματα διαφθοράς, ενώ ακόμα και επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, τότε που η διαφθορά ήταν ψηλά στη ρητορική της τότε κυβέρνησης, είχε τεθεί το θέμα της ενοποίησης των δύο αυτών εισαγγελιών. Σχετικές δημόσιες τοποθετήσεις είχε κάνει ο τότε αναπληρωτής υπουργός για θέματα διαφθοράς Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, ο οποίος πλέον βρίσκεται ενώπιον της Δικαιοσύνης, κατηγορούμενος για θέματα επί των οποίων ήταν αρμόδιος ως υπουργός.

Το θέμα υπήρξε προεκλογική εξαγγελία του κυβερνώντος κόμματος, η οποία δεν υλοποιήθηκε αμέσως, ίσως λόγω του φόβου μήπως θεωρηθεί ότι θα έθετε, όπως τώρα θέτει εκτός της Εισαγγελίας Διαφθοράς την εισαγγελέα Τουλουπάκη, πρόσωπο στο οποίο επικεντρώνεται η πολιτική αντιπαράθεση, λόγω των χειρισμών της –για τους οποίους ήδη διώκεται– για την εμπλοκή πολιτικών στην υπόθεση της Novartis. Την προεκλογική εξαγγελία αναβάθμισης των δύο εισαγγελιών είχε επαναλάβει, αναλαμβάνοντας καθήκοντα και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Τσιάρας που φέρει το βάρος του χαρτοφυλακίου της Δικαιοσύνης εδώ και 1,5 χρόνο.

Τελικά η κύβερνηση προχώρησε τώρα στην αναβάθμιση των Εισαγγελιών Διαφθοράς και Οικονομικού Εγκλήματος και σε αυτό συνέβαλε και η σχετική πρόταση που υποβλήθηκε στον υπουργό Δικαιοσύνης από την Επιτροπή που έχει συσταθεί και παρακολουθεί την εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα με στόχο να διορθωθούν ατέλειες, δυσλειτουργίες και λάθη.

Η εν λόγω Επιτροπή, που συγκροτείται από δικαστικούς και πανεπιστημιακούς, προέβη σε αυτή την εισήγηση μέσα στον Αύγουστο και η ρύθμιση θα φθάσει στη Βουλή τον επόμενο μήνα, οπότε μετά την ψήφισή της η Ελένη Τουλουπάκη θα αποτελέσει οριστικά παρελθόν από τη θέση της επικεφαλής στην Εισαγγελία Διαφθοράς. Η συγκεκριμένη εισαγγελική λειτουργός προΐσταται της Εισαγγελίας Διαφθοράς παρά το γεγονός ότι, από τα μέσα Ιουλίου, βαρύνεται με ποινική δίωξη για σειρά αδικημάτων που της αποδόθηκαν για τους χειρισμούς της για την ενοχοποίηση των πολιτικών στην υπόθεση της Novartis, μετά πολύμηνη έρευνα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και ειδικότερα από τον έμπειρο αντεισαγγελέα του ανωτάτου δικαστηρίου Ευάγγελο Ζαχαρή.

Παρά τη δίωξη εις βάρος της και ενώ οι πάντες, υπουργείο Δικαιοσύνης αλλά και η ηγεσία του δικαστικού σώματος, ανέμεναν να δηλώσει αποχή από τα καθήκοντά της έως ότου ξεκαθαρίσει το ποινικό θέμα που αντιμετωπίζει, η ίδια επέλεξε να παραμείνει στη θέση της και μάλιστα χειρίζεται τους φακέλους των πολιτικών Αδ. Γεωργιάδη και Δ. Αβραμόπουλου, για την ενοχοποίηση των οποίων, μεταξύ άλλων, ήδη διώκεται και μάλιστα για σοβαρά αδικήματα!

Εκπληξη

Η μη αποχή της εισαγγελέως έχει προκαλέσει τουλάχιστον έκπληξη, καθώς δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί αυτοεξαιρούνται ακόμα κι αν κάποιος από τους δικαζόμενους τυγχάνει να είναι απλώς γνωστός τους, ενώ στις περιπτώσεις των ποινικών διώξεων εις βάρος τους η αποχή από την άσκηση των καθηκόντων τους είναι δεδομένη.

Δικαστικές πηγές δήλωναν, πως ακόμα και αν συνταχθεί κανείς με τη θέση της εισαγγελέως Ελένης Τουλουπάκη, ότι ουδέν παράνομο έπραξε, και πάλι η επιμονή της να παραμένει, αν και ποινικά διωκόμενη και να μην απέχει των καθηκόντων της, όπως ήδη έχουν πράξει συνεργάτες της, προκαλεί αντιδράσεις στον νομικό κόσμο και μέσα στο δικαστικό σώμα. Ομως και μέσα στην κυβέρνηση υπήρξαν αντιδράσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις έντονες, για την παραμονή της εν λόγω εισαγγελέως στη θέση της, τόσο για θεσμικούς λόγους, αλλά πρωτίστως από εκείνους που είχαν αντιδράσει και εναντιωθεί στους χειρισμούς της και τον διασυρμό που προκάλεσαν σε πολιτικά στελέχη της παράταξης, μεταξύ των οποίων σε δύο πρώην πρωθυπουργούς, τον κεντρικό τραπεζίτη και άλλα σημαίνοντα πολιτικά στελέχη.

Αντιδράσεις υπήρξαν και από τον χώρο του ΚΙΝΑΛ, το οποίο υπέβαλε και ερώτηση στον υπουργό Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Τσιάρα για την παραμονή της εισαγγελέως Τουλουπάκη, ενώ το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρά το γεγονός ότι και επί των ημερών του είχε τεθεί θέμα για αναβάθμιση των Εισαγγελιών Διαφθοράς και Οικονομικού Εγκλήματος, εντούτοις από στελέχη του ασκήθηκε κριτική και συνδέθηκε η κυβερνητική νομοθετική πρωτοβουλία με προθέσεις αποπομπής της εισαγγελέως Ελένης Τουλουπάκη.

Πάντως, αν η κυβέρνηση ήθελε να αποπέμψει την Ελένη Τουλουπάκη θα είχε επιλέξει την υποβολή ερωτήματος προς τον Αρειο Πάγο από τον υπουργό Δικαιοσύνης, κάτι που δεν συνέβη, ενώ η δικαστική διαδικασία εις βάρος της, έχει παραπεμφθεί με απόφαση της Βουλής –μαζί με τον τέως υπουργό Δημήτρη Παπαγγελόπουλο– και έχει ήδη ξεκινήσει από το δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την περαιτέρω μεταχείρισή της.