ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Για τον Παύλο και τους δικαστές

Φωτ. Ολυμπία Κρασαγάκη

Δεν θα κρυφτώ. Τον Παύλο τον ένιωσα συγγενή μου από την πρώτη στιγμή. Κι ας μην τον γνώρισα. 

Η γειτονιά του ήταν σαν την παιδική μου γειτονιά. Μια μάνα που ακούει τα βήματα σου στο δρόμο. Και τρέχει στην κουζίνα να βάλει το φαΐ στο πιάτο να κρυώνει. 

Βόλτες και δουλειές στο τρίγωνο Κερατσίνι– πλατεία Μέμου – Σαλαμίνα. Τα ξέρετε τα εξοχικά στη Σαλαμίνα; Ένα κηπάκι, δύο δωμάτια. Στο χώμα, θα βρεις πάντα μια ψησταριά. Για τα γλέντια της Κυριακής. 

Και μετά η μουσική. Πάλι «στενάχωρο» τραγούδι έγραψες ρε Παύλο; «Ρε μάνα, δεν βλέπεις τι γίνεται εκεί έξω; Τι θες να γράψω; Για λουλούδια;». 

«Πάλι το μυαλό μου παρανοεί/πώς αφήσαμε την παρακμή τόσο να εξαπλωθεί».

Ο πατέρας του θα τον προβόκαρε από το μπαλκονάκι. «Θα παίξεις κανένα τάβλι ή συνέχεια θα μιλάς;». Παλιά είχαν δουλέψει μαζί στη Ζώνη, στο Πέραμα. Ο πατέρας του είχε φάει εκεί μια ζωή. Είχε δει ανθρώπους να καίγονται. Ο Παύλος όμως το είχε  πάρεργο. Ήθελε να βγάλει λεφτά από την μουσική.  

«Μα κανείς δεν νοιάζεται για τη μουσική;», αναρωτιόταν. Συνέχεια έκανε προτάσεις σε δήμους, σε συλλόγους, να κάνουν και καμιά συναυλία στις γειτονιές. Ούτε που του απαντούσαν. Σιγά μην ασχολιόντουσαν και με τους «ράπερ». Αν ήταν τουλάχιστον σε κάποιο κόμμα… κάποιος να έλεγε καμιά καλή κουβέντα γι’ αυτόν. Ο Παύλος όμως δεν ψήφιζε. 

«Ούτε κάρτα ανεργίας δεν είχε βγάλει, για να μην μπει στο σύστημα», μου είχε πει η μάνα του. «Δεν είμαι δεδομένος πολίτης κανενός/κι αφενός δεν σε φοβάμαι κι αυτό είναι γεγονός» που λέει και το τραγούδι του.

Σε διαδηλώσεις, πάντως, κατέβαινε. Αλλά αν έπεφτε ξύλο έφευγε ή καθόταν με τους κολλητούς του απέναντι από τους «απέναντι». Δεν την μπορούσε τη βία. Κι ένα απόγευμα σε μια διαδήλωση του ήρθε η ιδέα. Να βρουν έναν κουλουρά, να πάρουνε σουσάμι, να το πετάξουνε στον αέρα, να μαζευτούν όλα τα πετεινά του ουρανού, τα περιστέρια πρώτα και με τα φτερά τους να σκορπίσουν τα δακρυγόνα και τις μολότοφ. Τέτοια έκανε.

Τα στέκια του όμως δεν ήταν στην Αθήνα, ούτε στον Πειραιά. Όχι στους μεγάλους δρόμους. Με λεωφορείο και ποδαράτοι κατέληγαν πάντα στην στην πλατεία Μέμου, στον Κορυδαλλό στο καφέ ενός φίλου του. Φραπέ σκέτο και στίχοι δικοί του στο παρεάκι. «Λέω πάντα την αλήθεια, δεν τα φοράω τα παντελόνια από συνήθεια» ή «αγάπα, αδελφέ μου, κι ας το φοβάσαι» ήταν και η συμβουλή του αν πήγαινε η κουβέντα στα ερωτικά. 

«Ξεκολλήστε ρε! Θα γράψουμε κανένα ραπ;», τους απόπερνε όταν το παρακάνανε με τα μέλια. Στο δωμάτιο ενός άλλου φίλου στην Αμφιάλη γινόντουσαν οι πρόβες. Λεφτά δεν παίζανε για studio… «Δυο φτερά από γέννα πάνω στο σώμα μου ραμμένα που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσ’ απ’ την πένα…».

Λεφτά δεν παίζανε γενικώς. Και στην Σαλαμίνα τις Κυριακές που πήγαινε με το κορίτσι, για να φύγουν έστελνε ένα σήμα στη «γειτονιά» μήπως και βρισκόταν κάποιος φίλος να τους «πετάξει» στα Παλούκια. 

Εν ανάγκη θα κατέβαιναν με το λεωφορείο ή και με τα πόδια. Αιάντειο – Παλούκια, 4 χιλιόμετρα. Σιγά την υπόθεση. Και από εκεί με το καραβάκι σε δέκα λεπτά θα ήταν στο Πέραμα. Λεωφορείο μετά και στάση στη Λαμπράκη, κοντά στην Τσαλδάρη. Σημειώστε το. Θα κατηφόριζε, θα έστριβε, δεξιά και αριστερά και πάλι δεξιά και θα βρισκόταν στο στενό του, στο σπίτι των γονιών του. 

Και ξαφνικά, σαν και σήμερα – Σεπτέμβριος του 2013 – έρχεται ένας…Όχι ένας… πολλοί έρχονται… Αλλά ο ένας – Ρουπακιάς – στέλεχος της Χρυσής Αυγής – κρατάει μαχαίρι και το καρφώνει στην καρδιά του Παύλου!

Στην Τσαλδάρη, μερικά βήματα από το μπαλκόνι που τον περίμενε η μάνα του. 

Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Αμέσως μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα έκανα δύο εκπομπές, αποκαλύπτοντας ότι δεν είχαμε μια «τυχαία σύγκρουση χουλιγκάνων», όπως πολλοί ψέλλιζαν τότε, αλλά ήταν μια δολοφονία με την σφραγίδα μιας εγκληματικής συμμορίας. 

Μάλιστα, κάποιοι από τους μάρτυρες της δολοφονίας του Παύλου, που μου χαν μιλήσει στους Πρωταγωνιστές, κλήθηκαν στη συνέχεια από τις ανακριτικές αρχές για να βοηθήσουν στη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Και τώρα; Τώρα σε περίπου 20 μέρες θα ακούσουμε την απόφαση της Δικαιοσύνης. Και θα δούμε αν οι δικαστές μας είναι τυφλοί. Και σκληροί όπου πρέπει. Δίκαιοι δηλαδή. Γιατί αυτή η δίκη δεν είναι μόνο για τον Παύλο.

Είναι για το δικαίωμα να είσαι όποιος θέλεις να είσαι. Και να μην σε κυνηγούν, να μην σε απειλούν, να μην σε μαχαιρώνουν.

Ακούστε εδώ: