ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Ράμα, η Μαρμαρίδα και ο ελληνοαλβανικός διάλογος για την ΑΟΖ

o-rama-i-marmarida-kai-o-ellinoalvanikos-dialogos-gia-tin-aoz-561085405

Την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου ο Εντι Ράμα επιθεώρησε το πρωί το έργο κατασκευής κατοικιών στην περιοχή των Τιράνων για τη στέγαση σεισμόπληκτων και το μεσημέρι τον είδαν να επιβιβάζεται σε ένα ιδιωτικό αεροσκάφος και να αναχωρεί προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στις 5 το απόγευμα, ένα μικρό τηλεοπτικό κανάλι (Α2) μετέδωσε ότι αναχώρησε εκτάκτως για να συναντήσει τον Εντογάν και αμέσως μετά υπήρξε κυβερνητική διαρροή ότι ο πρωθυπουργός αναχώρησε για Σαββατοκύριακο αναψυχής στην Τουρκία, όπου θα συναντιόταν ατύπως και με τον πρόεδρο Ερντογάν. Κατόπιν, οι προβολείς της δημοσιότητας γύρω από το αιφνίδιο αυτό ταξίδι έσβησαν στην Αλβανία.

Με δεδομένο όμως ότι νωρίς το πρωί είχε γίνει γνωστό, μέσω ελληνικών ΜΜΕ, ότι ο Ράμα θα ερχόταν στην Αθήνα την Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου για να μιλήσει στο συνέδριο του Economist και με την ευκαιρία θα συναντιόταν και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι συζητήσεις στην πολιτικοδιπλωματική πιάτσα, για τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού, φούντωσαν.

Η «γραμμή Ερντογάν»

Ο νους των περισσοτέρων πήγε στη «γραμμή» που υποτίθεται πως θα του έδινε ο «μεγάλος αδελφός» Ερντογάν ενόψει των συζητήσεων με την ελληνική ηγεσία για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.

Από το μυαλό κάποιων πέρασε και το ενδεχόμενο να προόριζε ο Ερντογάν τον Ράμα για ρόλο κομιστή μηνύματος προς τον Μητσοτάκη όταν θα τον συναντούσε στην Αθήνα.  

Ο ίδιος ο Ράμα χρησιμοποίησε το βήμα του συνεδρίου για να δηλώσει υπερήφανος για τη φιλία του με τον Ερντογάν και να διαβεβαιώσει για λογαριασμό του ότι ο Τούρκος πρόεδρος αγαπάει τους Ελληνες.

Το ταξίδι «αναψυχής» δεν καθιστά βεβαίως τον Αλβανό ηγέτη αυτομάτως «ύποπτο» στην ελληνική πλευρά ως ενεργούμενο του Τούρκου προέδρου. Η ακύρωση της συμφωνίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών, το 2009, όμως, φέρει τουρκικό αποτύπωμα και τώρα που το θέμα αυτό βρίσκεται πρώτο στην ατζέντα των υπό διευθέτηση ελληνοαλβανικών εκκρεμοτήτων, το να φωνάζει στην έπαυλή του ο Ερντογάν τον Ράμα, λίγες ώρες προτού ταξιδέψει στην Αθήνα, δεν μπορεί παρά να εγείρει υποψίες περί «συμβουλών».

Η Ντόρα Μπακογιάννη το πέταξε «κατάμουτρα» στον Ράμα λέγοντάς του στο πάνελ του συνεδρίου «ξέρουμε πως η Τουρκία ήταν εναντίον της συμφωνίας» και ο πρώην πρωθυπουργός Σαλί Μπερίσα δήλωσε ερωτηθείς για το εάν η Τουρκία επηρέασε την ακυρωτική απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου το 2009: «Απολύτως. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία. Εκατό τοις εκατό».

Αλλά και ο απόστρατος Τούρκος ναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί, υπέρμαχος του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», αποκάλυψε τον περασμένο Ιούνιο, σε συνέντευξή του σε εφημερίδα της χώρας του, ότι η Αγκυρα παρενέβη για την ακύρωση της συμφωνίας, «προειδοποιώντας» τα Τίρανα ότι «σας εξαπατά η Ελλάδα».  

Ο Εντι Ράμα βεβαίως και απέρριψε, μιλώντας στο συνέδριο, τα περί τουρκικού δακτύλου στην ακύρωση της συμφωνίας του 2009, υποστηρίζοντας ότι προσέφυγε τότε ο ίδιος στο συνταγματικό δικαστήριο λόγω πιέσεων των «υπερπατριωτών» στη χώρα του, που κραύγαζαν ότι «ξεπουλιέται η θάλασσα στους Ελληνες».

Τα «μυστήρια της Μαρμαρίδας» ίσως λυθούν με την έναρξη του διαλόγου Αθήνας και Τιράνων για τις θαλάσσιες ζώνες, οπότε θα φανεί εάν η αλβανική πλευρά πήρε γραμμή από τον Ερντογάν, κυρίως στα θέματα της επήρειας των νήσων (Οθωνοί, Ερικούσα) και βραχονησίδων (Μπαρκέτα) στα ανοιχτά της Κέρκυρας, που είναι και τα επίμαχα σημεία.

Μπορεί να ξεκινήσουν άμεσα οι συζητήσεις για την ΑΟΖ; Ο Ράμα δήλωσε πως «αργά ή γρήγορα θα καταλήξουμε σε κοινή άποψη για τις θαλάσσιες ζώνες» και πρότεινε την επίλυση των ζητημάτων είτε με τη βοήθεια τρίτων χωρών είτε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ομως, η Αλβανία έχει εισέλθει σε τροχιά εκλογών, οι οποίες ορίστηκαν για τις 25 Απριλίου, και το πολιτικό κλίμα είναι ήδη εκρηκτικό, «γαρνιρισμένο», ως συνήθως, με έντονο ανθελληνισμό, μετά την ανακοίνωση της Αθήνας για επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα μίλια.

Θα τολμήσει ο Ράμα ν’ ανοίξει προεκλογικά ένα τέτοιο καυτό ζήτημα όταν σύσσωμη η αντιπολίτευση και ο πρόεδρος Μέτα τον κατηγορούν ότι ετοιμάζεται να «πουλήσει τη θάλασσα», να διαπράξει, δηλαδή, «εθνική προδοσία»;

Υψηλόβαθμη ελληνική διπλωματική πηγή, στην οποία η «Κ» έθεσε το σχετικό ερώτημα, είπε πως «θα είναι τέτοια η πρότασή μας που πολύ δύσκολα θα την αρνηθεί» και εξέφρασε την εκτίμησή της ότι και εν μέσω πυρακτωμένης εκλογικής ατμόσφαιρας στην Αλβανία μπορεί να αρχίσουν συζητήσεις.

Το σημείο εκκίνησης

Απέφυγε, ωστόσο, να απαντήσει στο ερώτημα εάν αυτές θα έχουν αναφορά στη συμφωνία του 2009, στις συζητήσεις που έγιναν κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας Τσίπρα από τους υπουργούς Εξωτερικών Κοτζιά και Μπουσάτι ή θα ξεκινήσουν tabula rasa.

Ο πρωθυπουργός Ράμα υποστήριξε από το βήμα του Economist ότι «βρισκόμαστε σε στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα και την Τουρκία» και ότι δεν αισθάνεται ότι η Αλβανία «βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος».

Εν μέρει δεν έχει άδικο, αφού στα στενά της Κέρκυρας δεν «ναυμαχούν» Ελλάδα και Τουρκία, αν και η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών Ελλάδας και Αλβανίας θα μπορούσε να επηρεάσει και το Καστελλόριζο ως προς την επήρεια των εκεί λιλιπούτειων νησιών.

Καλείται όμως να αποφασίσει εάν θα λειτουργήσει στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού ιδεώδους και της αλληλεγγύης ή θα συμπεριφέρεται στη βάση της εξυπηρέτησης των συμφερόντων μιας τρίτης, μη ευρωπαϊκής χώρας που απειλεί ένα κράτος-μέλος.

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να ζητάει, και ορθώς πράττει, να ενταχθεί στην Ε.Ε. και ταυτόχρονα να ευθυγραμμίζεται με τις πολιτικές της Τουρκίας που η Ενωμένη Ευρώπη αντιπαλεύει τούτη την περίοδο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο αλβανικός λαός οραματίζεται το μέλλον του στην Ενωμένη Ευρώπη και πάντως όχι σε ένα μοντέλο κοινωνίας α λα Ερντογάν, ούτε φυσικά σε μια νεοοθωμανική «γαλάζια πατρίδα», της οποίας, κατά πως διακήρυξε σε ένα ταξίδι του στα Τίρανα, τα σύνορα θα φθάνουν έως τις ακτές της Αδριατικής, συμπεριλαμβανομένης και της Αλβανίας! 

Εξάλλου, ο ίδιος ο Ράμα είναι αυτός που έχει επωμιστεί το φορτίο να οδηγήσει τη χώρα του στην Ε.Ε. και μάλιστα περιμένει να λάβει ακριβή ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη συναίνεση και βοήθεια της Ελλάδας.  

Δεν μπορεί, επομένως, να πατάει σε δύο «βάρκες» προβάλλοντας πομπώδεις διακηρύξεις του τύπου «βρισκόμαστε σε στρατηγική συνεργασία και με την Ελλάδα και με την Τουρκία».

Κάποια στιγμή θα (του) τεθεί το δίλημμα «με την Ενωμένη Ευρώπη ή με την Τουρκία του Ερντογάν;» και θα πρέπει να αποφασίσει με ποιον θα πάει και ποιον θ’ αφήσει.

Αυτονόητο είναι ότι η Αθήνα, που έχει στα χέρια της το ισχυρό ευρωπαϊκό χαρτί, σε μια διαπραγμάτευση με τη φίλη χώρα θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της και να σεβαστεί τα εθνικά της συμφέροντα.