ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αλέξανδρος Διακόπουλος στην «Κ»: Οδηγήσαμε την Αγκυρα σε αδιέξοδο

alexandros-diakopoylos-stin-k-odigisame-tin-agkyra-se-adiexodo-561094216

Η διαχείριση της ελληνοτουρκικής κρίσης του Αυγούστου είχε θετικά αποτελέσματα για την Ελλάδα, καθώς ανέδειξε την επιθετικότητα της Αγκυρας και οδήγησε σε μία σειρά από σημαντικές διεθνείς συμφωνίες, αναφέρει στην «Κ» ο τέως σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Αλέξανδρος Διακόπουλος. Στόχος της Τουρκίας, λέει, ήταν, όπως και σε κάθε περίπτωση από το 1973, η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Αναφερόμενος στην παραίτησή του υποστηρίζει ότι αυτή τέθηκε στον πρωθυπουργό όχι για το περιεχόμενο της δήλωσής του, αλλά διότι με αυτήν προκάλεσε σύγχυση για τον κυβερνητικό λόγο.
 
– Ποια είναι τα συμπεράσματα από αυτή την κρίση που διήρκεσε σχεδόν ενάμιση μήνα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο; Ισως η μεγαλύτερη κινητοποίηση του στόλου μεταπολεμικά…
– Ναι, σε χρονική διάρκεια σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη του στόλου και γενικώς σε ένταση αλλά και σε βαθμό επικινδυνότητας, αυτή η κρίση υπήρξε μεγαλύτερη από κάθε άλλη. Στην ουσία ήταν συνέχεια και αποκορύφωμα, ελπίζω, μιας κρίσης που σοβούσε από τα τέλη του 2019. Η κυβέρνηση χειρίστηκε ψύχραιμα και ορθά τη κρίση στον βαθμό που έμεινε σταθερή στη στρατηγική της, ενεργώντας δηλαδή στα όρια του Διεθνούς Δικαίου. Δεν υπάρχει καμία νομιμοποίηση από το Διεθνές Δίκαιο στο να χτυπήσεις ένα πολιτικό, ερευνητικό πλοίο, στα διεθνή ύδατα, ακόμη κι αν κάνει έρευνες σε μη οριοθετημένη περιοχή. Η Τουρκία προσπάθησε να στρατιωτικοποιήσει την κρίση και να εξωθήσει τη χώρα μας σε «θερμό επεισόδιο». Η Ελλάδα δεν έδωσε την αφορμή και έτσι η Αγκυρα έφτασε σε ένα αδιέξοδο δίλημμα: είτε να κλιμακώσει ακόμα περισσότερο ερχόμενη πιο κοντά στο Καστελλόριζο, είτε να αναγκαστεί να υποχωρήσει, όπως και τελικά έγινε. Αν ανέβαζε ακόμη περισσότερο την ένταση και την πρόκληση θα ήταν αδύνατον πια ακόμη και στους φιλικά προσκείμενους στην Τουρκία να μπορέσουν να τη δικαιολογήσουν και να αποτρέψουν τις βαριές κυρώσεις που αυτή τη στιγμή δεν θα άντεχε η τουρκική οικονομία. Ο «νόμος των φθινουσών αποδόσεων» έχει ευρύτερη εφαρμογή –δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομία– και αυτό φάνηκε με κάθε ανανέωση Navtex, όπου η Τουρκία εκτίθετο ακόμα περισσότερο χωρίς να αποκομίζει κάποιο επιπλέον όφελος.
 
– Αρα λέτε ότι η Τουρκία ήθελε θερμό επεισόδιο ως κατάληξη αυτής της κρίσης;
– Από τον Ιούλιο του 2019, η Τουρκία ακολουθεί μια πολύ συγκεκριμένη στρατηγική. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε υπερδιπλασιασμό των μεταναστευτικών ροών, ακολούθησε μία σειρά προκλήσεων, ο υβριδικός πόλεμος στον Εβρο, υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, προσπάθεια διεμβολισμού σκάφους του Λ.Σ. κλπ. Ολα αυτά εντάσσονται σε μια «διπλωματία του πειθαναγκασμού» (coercion diplomacy) που έχει σκοπό να πιέσει την Ελλάδα ή και να την εξωθήσει σε μία στρατιωτικής μορφής αντίδραση. Η πρόκληση θερμού επεισοδίου με «ευθύνη» της χώρας μας αποτελεί έναν από τους στόχους της τουρκικής στρατηγικής. Αυτό άλλωστε φάνηκε καθαρά και από τις δηλώσεις Ερντογάν μετά την έκδοση ελληνικής Νavtex για ασκήσεις στην περιοχή, αλλά και από το ρεπορτάζ της Die Welt. Και τούτο διότι θεωρούσαν ότι η Ελλάδα μετά πάνω από 10 χρόνια κρίσης, που δεν είχε εκσυγχρονίσει με νέα όπλα τις Ενοπλες Δυνάμεις, ήταν τελείως αδύναμη. Στην πράξη βέβαια αποδείχθηκαν λάθος οι υπολογισμοί της Τουρκίας και σε αυτό το πεδίο. Η απόδοση των Ενόπλων μας Δυνάμεων ήταν υποδειγματική και αξιοθαύμαστη. Στο τακτικό επίπεδο είχαμε πολλές και αλλεπάλληλες μικρές ή μεγαλύτερες επιτυχίες, όπως π.χ. η καθήλωση των τουρκικών υποβρυχίων στο Αιγαίο, από τα ελικόπτερα του Π.Ν., ή οι πτήσεις των αεροσκαφών μας από και προς την Κύπρο. Το γεγονός και μόνον ότι ο στόλος μας αναπτύχθηκε επιτυχώς για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, είναι από μόνο του ένα μεγάλο επίτευγμα και μια απόδειξη της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ε.Δ.! 
 
– Σε σχέση με αυτό, στο Καστελλόριζο είδαμε τις γνωστές διεκδικήσεις της Τουρκίας ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και όχι δυτικά αυτού, με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Θεωρείτε πως η Τουρκία με αυτή της την τακτική προσπάθησε να παγιώσει ότι δεν υποχωρεί πίσω από τον 28ο μεσημβρινό;
– Είμαι πεπεισμένος ότι η τουρκική στρατηγική έχει από το 1973 και μετά μία και μόνη στόχευση, να αναιρέσει στην πράξη τα απορρέοντα από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Οι τουρκικές ενέργειες και η ρητορική τους προς τα εκεί κατατείνουν. Η επιλογή περιοχής στην προκειμένη περίπτωση ήταν τακτικής μορφής. Προσπαθώντας να διατηρήσουν μια επίφαση νομιμότητας, ο εστιασμός στην ΑΟΖ του Καστελλόριζου ήταν ο σχετικά ευκολότερος στόχος, αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «low hanging fruit». Εκεί υπήρχαν ήδη κάποιες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου τις οποίες μπορούσαν να επικαλεστούν, εκεί είχαν προετοιμάσει την επιχειρηματολογία τους και γενικότερα θεωρούσαν πως οι ενέργειές τους θα τύγχαναν μεγαλύτερης ανοχής από τη διεθνή κοινότητα, από ό,τι αν πήγαιναν σε κάποια περιοχή δυτικά του 28ου με επίκληση του παράνομου τουρκολιβυκού. 
Ο επόμενος στόχος τους είναι η «αποστρατιωτικοποίηση» των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, όπου και εκεί πιστεύουν πως έχουν κάποια νομικά επιχειρήματα. Βεβαίως είναι η τουρκική επιθετικότητα, οι υπερπτήσεις, η απίθανη θεωρία περί «γκρίζων ζωνών», το ιδεολόγημα της «γαλάζιας πατρίδας» που τα περικλείει και το εν ισχύι casus belli, που καθιστούν τη στρατιωτικοποίηση των νησιών όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά επιβεβλημένη. Μην ξεχνάμε πως εκτός από την εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, η Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει εισβάλει επανειλημμένως στη Συρία, όπου κατέχει και εδάφη, αλλά και στο Ιράκ.  
 
– Τώρα πού πιστεύετε ότι θα πάει αυτό;
– Εχω πολλούς λόγους να πιστεύω πως η Τουρκία δεν επιθυμούσε τις διερευνητικές επαφές, που είναι μια οριοθετημένη διαδικασία συνομιλιών. Αυτό που αποζητούσε ήταν όχι ένας διάλογος δομημένος και στη βάση του Διεθνούς Δικαίου ή κάποιας πιο οριοθετημένης και συστηματικής κατεύθυνσης αλλά ένας ευρύτερος πολιτικός διάλογος όπου θεωρούσε ότι είναι ο ισχυρός παίκτης.

Ηθελε διάλογο από θέση ισχύος, που θα μπορούσε να της αποφέρει περισσότερα και μεγαλύτερα οφέλη. Για αυτό μας πίεζε, για αυτό ζητούσε το θερμό επεισόδιο, ώστε να της δοθεί η αφορμή να συγκρουστεί και να μας «σύρει» σε αυτόν τον πολιτικό διάλογο. Τελικά η επιτυχής διαχείριση μιας κρίσης εξαρτάται από την επίτευξη ή όχι της τελικής επιθυμητής κατάστασης. Η Ελλάδα ήθελε επανάληψη των διερευνητικών επαφών, η Τουρκία «πολιτικό διάλογο» μέσω πειθαναγκασμού ή και θερμού επεισοδίου. Αυτό που έχουμε τελικά είναι διερευνητικές επαφές… Σύντομα θα ξέρουμε αν η Τουρκία θα προσέλθει στις συνομιλίες με καλή πίστη, αλλά προσωπικά δεν είμαι πολύ αισιόδοξος και οι πρώτες ενδείξεις δεν προμηνύουν κάτι καλό. Πιστεύω πως θα προβάλλουν ακραίες θέσεις, παράλογες απαιτήσεις και θα είναι αδιάλλακτοι, ενώ παράλληλα θα προσπαθούν να ναρκοθετήσουν τη διαδικασία εγείροντας διάφορα θέματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση.  

Το θέμα είναι κάποια στιγμή να αντιληφθεί η Τουρκία ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει αυτό που θέλει και ότι σε έναν ισολογισμό κέρδους ή ζημίας, θα έχει περισσότερα να κερδίσει λειτουργώντας στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας, από όσο μέσω του πειθαναγκασμού και της στρατιωτικοποίησης. Για να συμβεί αυτό, η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει σταθερή στη στρατηγική της, ενώ είναι και προς το συμφέρον των εταίρων μας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ να οριοθετηθεί η συμπεριφορά της Τουρκίας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς συστήματος. Ηταν άλλωστε η δυναμική αποτροπή της χώρας μας σε συνδυασμό με την απειλή των κυρώσεων αλλά και τη στάση των ΗΠΑ, που ανάγκασαν τον Ερντογάν σε αναδίπλωση. Το «πού θα πάει αυτό» είναι πάντως ένας πολύ μακρύς δρόμος, ένας μαραθώνιος, δεν είναι ένας αγώνας 100 μέτρων.

Να διαχειριστούμε σωστά το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα

– Ανακοινώθηκαν κάποια εξοπλιστικά. Αυτά που έχουν ανακοινωθεί επαρκούν, ή να προσεγγίσουμε περισσότερο κάτι σαν το στρατιωτικό ποιοτικό πλεονέκτημα (Qualitative Military Edge) του Ισραήλ; Ειδικά σε μία εποχή κατά την οποία η Τουρκία έχει σαφέστατα επενδύσει σε συστήματα μη επανδρωμένα, σε εγχώρια τεχνολογία. Εκεί είμαστε λίγο πίσω.
– Eχουμε καθυστερήσει λόγω κρίσης, όμως όπως λέγεται: «late is great, and up to date». Αν διαχειριστούμε σωστά το νέο εξοπλιστικό, θα έχουμε ό,τι πιο σύγχρονο και άρα το στρατιωτικό ποιοτικό πλεονέκτημα. Για να κάνουμε όμως συγκρίσεις είναι καλό να αντιλαμβανόμαστε πρώτα τις διαφορές, πολιτικές, γεωπολιτικές, οικονομικές, στρατηγικές, που υπάρχουν μεταξύ των χωρών. Σαφώς και θα πρέπει να αποκτήσουμε κάποιες τεχνολογικές δυνατότητες που δεν έχουμε, σαφώς θα πρέπει να αναπτύξουμε την εγχώρια αμυντική μας βιομηχανία με τρόπο πιο παραγωγικό και με μία λογική και επιχειρησιακή και οικονομική που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες – και όχι με τη λογική μιας ΔΕΚΟ. Θα πρέπει όμως να έχουμε στο μυαλό μας ότι τα επίπεδα οικονομικής, επιστημονικής, επιχειρηματικής και τεχνολογικής ανάπτυξης μιας χώρας είναι συγκοινωνούντα δοχεία, δηλαδή δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι θα έχουμε μια ανάπτυξη τρομακτική στην αμυντική μας βιομηχανία, ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχη τεχνολογική βάση. 

Το Ισραήλ δεν πήγε να φτιάξει από το μηδέν τον χαλύβδινο θόλο και τα οπλικά συστήματα τελευταίας τεχνολογίας. Είχε ήδη δημιουργήσει το κατάλληλο οικονομικό/τεχνολογικό/επιστημονικό οικοσύστημα. Εκατοντάδες από τις νεοφυείς εταιρείες νέων τεχνολογιών είναι ισραηλινές, ενώ δεν υπήρχαν αγκυλώσεις ως προς τη διασύνδεση τεχνολογικών ιδρυμάτων και επιστημονικών εργαστηρίων, με τις ένοπλες δυνάμεις και τον ιδιωτικό τομέα. Το «qualitative edge» του Ισραήλ υποστηρίζεται λοιπόν από μία ευρύτερη τεχνολογική ανάπτυξη που διαχέεται από αυτό το οικοσύστημα. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε το κατάλληλο οικοσύστημα αν θέλουμε να πάμε εκεί, αλλά αυτό είναι μια μακροχρόνια διεργασία. Αν τα 72 δισ. της Ε.Ε. επενδυθούν σωστά, τότε ίσως το 2032 να μιλάμε για μία άλλη Ελλάδα. Στη συγκεκριμένη στιγμή όμως, με τις συγκεκριμένες ανάγκες και δυνατότητες θα πρέπει να αποταθούμε στην έξω αγορά και να χρησιμοποιήσουμε το εξοπλιστικό με υγιή τρόπο για την επιχειρησιακή ενίσχυση των Ε.Δ. αλλά και για την ανάπτυξη και τη μεταφορά τεχνογνωσίας στην Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία.
 
– Είχατε πει τότε ότι γίνονται σεισμικές έρευνες με το «Oruc Reis» – με βάση αυτή τη δήλωση την επόμενη μέρα υποβάλατε την παραίτησή σας στον πρωθυπουργό. Εκανε τελικά έρευνες το «Oruc Reis» ή όχι και αν ναι, τι είδους ήταν αυτές;
– Ο λόγος της παραίτησής μου ήταν ότι με τις δηλώσεις μου σε τηλεοπτικό σταθμό δημιούργησα σύγχυση ως προς τον κυβερνητικό δημόσιο λόγο και εξ αυτού δόθηκε αφορμή για επιθέσεις στην κυβέρνηση, την ώρα που αυτή προσπαθούσε να διαχειριστεί την κρίση. Ασκείτο μια άδικη κατά τη γνώμη μου κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, με αφορμή μια δήλωσή μου και για αυτό λυπήθηκα πολύ. Θεώρησα πως ο ρόλος του συμβούλου δεν είναι αυτός, πως ο μόνος τρόπος για να κοπάσουν οι επιθέσεις είναι η αποχώρησή μου και παραιτήθηκα αναλαμβάνοντας τις ευθύνες μου. Είναι ένα θέμα προβληματισμού το αν και κατά πόσον οι διάφοροι σύμβουλοι θα έπρεπε να εκφέρουν δημόσιο λόγο. Στις ΗΠΑ, που το σύστημα είναι προεδρικό, οι ΣΕΑ έχουν συχνό και προβεβλημένο δημόσιο λόγο – και δεν μιλάω για τα ιερά τέρατα όπως ο Κίσινγκερ ή ο Μπρεζίνσκι αλλά και ο Σκόουκροφτ, η Κοντολίζα Ράις ή ο πάντα θορυβώδης Μπόλτον. Εδώ το σύστημα είναι διαφορετικό και ενδεχομένως απαιτεί άλλη επικοινωνιακή διαχείριση. Επί της ουσίας, πάντως, επιμένω σε αυτό που είπα και τότε, ότι δηλαδή ο σκοπός του «Oruc Reis» δεν ήταν οι έρευνες αλλά να προκαλέσει, δηλαδή να κάνει σόου.
 
– Αρα λέτε ότι έκαναν όντως κάτι;
– Η «Γενί Σαφάκ» έγραψε ότι το «Oruc Reis» συγκέντρωσε σεισμικά δεδομένα σε μια περιοχή περίπου 3.500 χιλιομέτρων. Είναι πιθανό ότι επί ένα μήνα και βάλε, με το καλώδιο πλήρως ανεπτυγμένο και ακολουθώντας το σχεδιάγραμμα (pattern) ερευνών, περισσότερο ή λιγότερο, κάτι θα έκαναν. Προφανώς δισδιάστατες έρευνες γιατί είχε το ένα καλώδιο μόνο ανεπτυγμένο. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο ούτε ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίον βγήκε. Ο λόγος που πήγε εκεί ήταν για να προβάλει τη διεκδίκηση και την αμφισβήτηση και κυρίως να προκαλέσει τη χώρα μας. Και θα επιμείνω γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό ότι καμία μονομερής ενέργεια, δηλαδή καμία παρανομία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Είναι αρχή του Διεθνούς Δικαίου και του δικαίου γενικότερα. Αρα η παράνομη δραστηριότητα της Τουρκίας, γιατί από την ώρα που έβγαλε τη Navtex ήδη είχε παρανομήσει σε σχέση με το Διεθνές Δίκαιο, δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα. 

Επειδή όμως δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, δεν δικαιούσαι και να χτυπήσεις το ερευνητικό, αυτή είναι η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Η αμφισβήτηση και η διεκδίκηση πάντως δεν προκύπτουν από τις «έρευνες» αλλά από την κατάθεση από τον Τούρκο Μ.Α. ΟΗΕ πρέσβη Σινιρλίογλου επίσημης επιστολής στον ΟΗΕ με τουρκικές συντεταγμένες ΑΟΖ/θαλασσίων ζωνών. Και σε αυτή την περίπτωση βέβαια έχουμε μια μονομερή οριοθέτηση, άρα χωρίς διεθνή ισχύ. Μόνο οι οριοθετήσεις που γίνονται με διεθνή συμφωνία και βάσει του Διεθνούς Δικαίου (όπως αυτές που έκανε η χώρα μας με Αίγυπτο και Ιταλία), έχουν διεθνή ισχύ και κατοχυρώνουν δικαιώματα. Με άλλα λόγια, νομικά και πρακτικά η Τουρκία έκανε μια τρύπα στο νερό.
 
– Το 1996 ως εν ενεργεία αξιωματικός ζήσατε την κρίση των Ιμίων και βεβαίως παρακολουθήσατε τώρα από μία αρκετά διαφορετική θέση την κρίση του Αυγούστου. Ποιες θα λέγατε πως είναι οι διαφορές και οι ομοιότητές τους;
– Στην κρίση των Ιμίων υπήρξε μία τάση στρατιωτικοποίησης της κρίσης, που απεδείχθη λάθος. Υπήρξε ελλιπής συντονισμός – όχι μόνο μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας αλλά ακόμη και στη στρατιωτική ηγεσία στους διάφορους κλάδους της και στα διάφορα επίπεδα διοικήσεως. Ενώ σε τακτικό επίπεδο το προσωπικό ήταν πανέτοιμο και ψυχικά αλλά και από πλευράς υλικού και –αν χρειαζόταν η σύγκρουση– θα έκαναν αυτό που πρέπει, στο επιχειρησιακό και κυρίως στο στρατηγικό επίπεδο έλειπαν η σαφής κατεύθυνση και η στρατηγική εξόδου. Από αυτής της άποψης, η κρίση τότε κατέληξε ίσως με τον χειρότερο τρόπο – σε μία περίπτωση στην οποίαν βάσει του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συμφωνιών, το δίκαιο της Ελλάδος ήταν και πάρα πολύ σαφές και καθαρό. 

Στην τελευταία κρίση, το πολιτικό-στρατιωτικό σύστημα λειτούργησε πολύ καλύτερα και πιο οργανωμένα, γι’ αυτό και είχαμε μια κατ’ αρχάς επιτυχή κατάληξη. Η ελληνική πλευρά αυτή τη στιγμή έχει πετύχει επανέναρξη των διερευνητικών για χάραξη ΑΟΖ με την Αίγυπτο και με την Ιταλία. Εχει δηλαδή ξαναφέρει την Τουρκία στο τραπέζι των διερευνητικών, έχει αυξήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος και όταν γίνει και η αύξηση της χωρικής θάλασσας στα 12 μίλια στο Ιόνιο, θα έχει αυξήσει και την ελληνική κυριαρχία. Αρα θεωρώ ότι είναι μια επιτυχημένη διαχείριση όχι μόνο της κρίσης, αλλά και των εθνικών θεμάτων μέχρι αυτή τη στιγμή.

Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος

– Πείτε μας κάποια πράγματα για την πορεία σας…
– Προερχόμουν από μια οικογένεια αστική/συντηρητική που πάντα έβλεπε τις Eνοπλες Δυνάμεις σαν ένα υγιές κομμάτι της κοινωνίας, έναν στυλοβάτη των αστικών αρχών και αξιών. Από πλευράς της μητέρας μου υπήρχε και μια στρατιωτική παράδοση, ο παππούς μου ως διοικητής τάγματος ευζώνων ήταν από τους ήρωες της πρώτης γραμμής στο Καλπάκι. Εγώ όμως είχα μια αγάπη και προδιάθεση προς τη θάλασσα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τη ζωή μου μακριά από αυτήν. Ακόμα και όταν υπηρετούσα στο ΓΕΕΘΑ, στον Χολαργό, έβγαινα στο μπαλκόνι στον 7ο όροφο, για να τη βλέπω κάπου στο βάθος, όταν αισθανόμουν ένα πλάκωμα. Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος. Oταν έκανα καθήκοντα κυβερνήτη. Το να είσαι κυβερνήτης πολεμικού πλοίου δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο – με καμιά δουλειά στον κόσμο. Τώρα, στην τελευταία κρίση σκεφτόμουν συνεχώς τα πληρώματα και ζήλευα τους κυβερνήτες. Ειδικά τον κυβερνήτη της Φ/Γ «Λήμνος»… Από κει και πέρα, δύο χρόνια διοικητής Ελικοπτέρων Ναυτικού και τρία χρόνια ναυτικός ακόλουθος στην Αγκυρα, είχαν το δικό τους ξεχωριστό ενδιαφέρον.