ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι κρύβει η κυλιόμενη «κάλπη» 21 μηνών

Τι κρύβει η κυλιόμενη  «κάλπη»  21 μηνών

Τι δείχνει η δημοσκοπική καμπύλη για τα κόμματα τους τελευταίους 21 μήνες; Με τι αφετηρία ξεκίνησαν στις αρχές του 2019 και πώς έχουμε καταλήξει σήμερα 15 μήνες μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Ποια είναι τα δυνατά τους σημεία και ποια τα τρωτά ενόψει της συνέχειας; Με αυτά τα ερωτήματα η «Κ» εξετάζει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων (Pulse για λογαριασμό του ΣΚΑΪ) σε οκτώ καίρια χρονικά σημεία της πολιτικής πορείας αυτών των 21 μηνών και κάνει μια συνολική αποτίμηση με το βλέμμα στη συνέχεια.  

Το σκεπτικό 

Τα οκτώ σημεία επελέγησαν ως «καίρια», καθώς είτε έχουν σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ τους, είτε υπήρχαν έντονα γεγονότα. Το πρώτο σημείο είναι η αρχή του 2019 για να δούμε την εκκίνηση των κομμάτων στην τελική ευθεία πριν από τις κρίσιμες ευρωεκλογές. Μετά οι ευρωκάλπες και ακολούθως οι εθνικές εκλογές που γύρισαν σελίδα. Εν συνεχεία εξετάζουμε τον Οκτώβριο του 2019 που είχαν εξαχθεί τα πρώτα συμπεράσματα για τη νέα κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ακολουθεί η αρχή του 2020 που όλα ήταν ακόμα εντός κανονικότητας πριν μπούμε σε κρίση διαρκείας. Ο Μάρτιος του 2020 είναι σημαντικός, καθώς είναι αμέσως μετά τον Εβρο και το επόμενο χρονικό σημείο είναι ο Ιούλιος που είχε ολοκληρωθεί η πρώτη φάση και μαζί η διαχείριση της πανδημίας. Το τελευταίο σημείο που εξετάζεται είναι ο Σεπτέμβριος που μας πέρασε, πριν μπούμε στον δύσκολο χειμώνα που έρχεται.  

Το κυβερνών κόμμα παρουσιάζει το εξής «παράδοξο», καθώς μετριέται μετεκλογικά ακόμα ψηλότερα από το εκλογικό του ποσοστό, που παραδοσιακά για όλα τα κόμματα είναι υψηλότερο λόγω της συσπείρωσης της τελευταίας στιγμής. Το κεντροδεξιό κόμμα ξεκίνησε από το 33% πέρυσι τον Ιανουάριο και ενώ κατέγραψε το ίδιο ποσοστό στις ευρωεκλογές, κατάφερε μία μεγάλη εκτίναξη στις εθνικές εκλογές, φτάνοντας το 39,8%. Τον Οκτώβριο του 2019 διατηρεί ελάχιστα πεσμένο το ποσοστό των εκλογών, κάτι που συνεχίζεται έως τον Ιανουάριο του 2020, που είμαστε ακόμα σε καθεστώς «κανονικότητας». Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι κρίσεις που ανεβάζουν περαιτέρω τη Ν.Δ. 

Τον Μάρτιο του 2020, αμέσως μετά τον Εβρο, η Ν.Δ. περνά τον εκλογικό της πήχυ και φτάνει το 40%, ποσοστό που θα ανέβει και άλλο στην καραντίνα, φτάνοντας το μεγαλύτερο έως τώρα ποσοστό του 43% τον Ιούλιο αμέσως μετά την άρση των μέτρων. Η επίδοση στην τελευταία έρευνα έχει «πέσει» στο 41,5%. Η Ν.Δ. δείχνει πως τροφοδοτήθηκε από τις κρίσεις και τη θετική της αντίδραση, τα δύσκολα ωστόσο είναι μπροστά της. Στα σημεία που πρέπει να προσέξει, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι τα εθνικής φύσεως θέματα – μεταναστευτικό και ελληνοτουρκικά, καθώς παραμονεύει ο κίνδυνος εκ δεξιών της.  

Η πρώην κυβέρνηση και σήμερα αξιωματική αντιπολίτευση δείχνει σε όλη αυτή τη φάση των μηνών να μην μπορεί να κερδίσει κάτι από τις μικρές έστω αυξομειώσεις της Ν.Δ. Η κυβέρνηση στην τελευταία δημοσκόπηση έχει χάσει 1,5% σε σχέση με την προηγούμενη και όμως ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει καθηλωμένος στο 24%. Αυτή η εικόνα είναι συνολική τους τελευταίους 15 μήνες. Από το 31,5% των εθνικών εκλογών, η αξιωματική αντιπολίτευση έπεσε αμέσως τον Οκτώβριο στο 25,5% με μία αναλαμπή στις αρχές του 2020 όπου λαμβάνει 26,5%. 

Ακολούθως οι κρίσεις Εβρου και κορωνοϊού αποσυσπείρωσαν και άλλο τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έπεσε στο 25,5% τον Μάρτιο και μετά στο 24%. Η εσωκομματική εικόνα σίγουρα παίζει ρόλο, καθώς δείχνει πως το κόμμα δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική αυτή τη στιγμή. Ενα σημείο πάντως που σημειώνουν ως αχτίδα φωτός στην Κουμουνδούρου είναι πως πριν από τις εθνικές εκλογές, στις αρχές του 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα πιο χαμηλά στο 22,5% και τελικά έφτασε στο 31,5% στις εθνικές. Τούτο ερμηνεύεται ως «μυστική ψήφος» που δεν πιάνουν οι έρευνες.  

Δρόμοι παράλληλοι

Ο,τι συμβαίνει στον ΣΥΡΙΖΑ, συμβαίνει και στο ΚΙΝΑΛ. Το υψηλότερο ποσοστό του τους τελευταίους 22 μήνες έχει καταγραφεί στις εθνικές εκλογές που πήρε 8,1%. Ακολούθως κινείται μεταξύ 6,5% και 7%, δείχνοντας μια παγιωμένη κατάσταση προς τα κάτω. Το ΚΙΝΑΛ έχασε και αυτό στην πανδημία που η Ν.Δ. είχε εισροές από όλα τα κόμματα. Η εντύπωση που καταγράφεται αυτή τη στιγμή είναι «αλληλοεξουδετέρωσης» ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ, καθώς κανένας από τους δύο δεν κερδίζει από τον άλλο. Με όχημα τις εσωτερικές διαμάχες του ΣΥΡΙΖΑ, βασικός στόχος του ΚΙΝΑΛ το επόμενο διάστημα είναι να επαναπατρίσει ψηφοφόρους.  

Η Ελληνική Λύση μοιάζει ο πιο ευαίσθητος δείκτης ανάλογα με το πότε βρίσκονται στην κορυφή της επικαιρότητας θέματα όπως το προσφυγικό-μεταναστευτικό και τα ελληνοτουρκικά, καθώς όποτε είναι αυτά στην ατζέντα ανεβάζει ποσοστά. Τον Μάρτιο του 2020, μετά τον Εβρο έφτασε το ποσοστό ρεκόρ του 5,5%, ενώ κινείται σε ελαφρώς ανοδική τροχιά σε σχέση με το 3,7% των εθνικών εκλογών.  

Αντίθετα το ΜέΡΑ25 από το 3,4% των εθνικών εκλογών είχε μία αναλαμπή στο 4% τον Οκτώβριο και από τότε κινείται σε καθοδική τροχιά, φτάνοντας το 2,5% στην τελευταία μέτρηση. Τέλος, το ΚΚΕ ουδέποτε είχε αυξομειώσεις και κινείται όλο αυτό το διάστημα, ήδη πριν από τις εκλογές πέριξ του 5%. Ενδιαφέρον έχει πως στην τελευταία μέτρηση φτάνει το 6%, άνοδος που εικάζεται πως προέρχεται από το ΜέΡΑ25.

Οι επιδόσεις των αρχηγών

Οσον αφορά την καταλληλότητα για πρωθυπουργός, υπάρχει το εξής ενδιαφέρον στοιχείο. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά το γεγονός ότι η Ν.Δ. ούτως ή άλλως καταγράφει υψηλά ποσοστά, «κερδίζει» και το κόμμα του καταγράφοντας υψηλότερες επιδόσεις. Συγκεκριμένα στην τελευταία μέτρηση είχε 46%, ποσοστό πολύ ανεβασμένο σε σχέση με την τελευταία προεκλογική μέτρηση που του έδινε 37%. Το «πικ» του κ. Μητσοτάκη ήταν τον περασμένο Ιούλιο, πάλι μετά την πρώτη φάση της πανδημίας που έφτασε το 48% μετά την πρώτη επιτυχή διαχείριση της κρίσης. Από την άλλη ο κ. Τσίπρας φαίνεται πως έχει χάσει το μομέντουμ. Στην τελευταία μέτρηση του Σεπτεμβρίου τον προσπέρασε για πρώτη φορά η απάντηση «κανένας από τους δύο» που συγκέντρωσε 26% έναντι 24% όσων προτιμούν εκείνο για πρωθυπουργό. Ενδιαφέρον έχει πάντως πως σχεδόν σε όλες τις μετρήσεις ο κ. Τσίπρας καταγράφει παρόμοιο ποσοστό με τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνοντας πως το κόμμα του έχει έντονα αρχηγικά χαρακτηριστικά.