ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα βήματα στον νέο «Δρόμο του Μεταξιού» που περνάει από την Ελλάδα

ta-vimata-ston-neo-dromo-toy-metaxioy-poy-pernaei-apo-tin-ellada0

«Είμαστε πρόθυμοι να εισάγουμε όλο και περισσότερα ελληνικά προϊόντα, να προσελκύσουμε όλο και περισσότερους Eλληνες επενδυτές να τοποθετηθούν στην Κίνα και αντίστοιχα ενθαρρύνουμε τους Kινέζους επιχειρηματίες να επενδύσουν στην Ελλάδα», διαβεβαίωσε τον Eλληνα πρωθυπουργό πριν από λίγες μέρες ο Γιανγκ Γιετσί, μέλος του Πολιτικού Γραφείου και διευθυντής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.

Στη συνάντηση των δύο ανδρών στο Μέγαρο Μαξίμου στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έκρυψε πως επιθυμεί τη στήριξη του Πεκίνου σε διεθνή φόρουμ, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όπου η Κίνα είναι μόνιμο μέλος, εξαιτίας της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αλλά τόνισε επίσης στον υψηλόβαθμο Kινέζο αξιωματούχο ότι αυτό δεν σημαίνει πως υπολογίζει λιγότερο στην ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας. «Τα κράτη μας», είπε ο πρωθυπουργός, τα ενώνουν εκτός των άλλων και ειλικρινείς σχέσεις, που αποκτούν στρατηγικά χαρακτηριστικά, ειδικά στα ζητήματα επενδύσεων, εμπορίου και τουρισμού.

Τα λόγια αυτά έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο κρατών μπορεί μεν να επηρεάζονται και από διεθνείς ισορροπίες, όπως η αντιπαράθεση Πεκίνου – Ουάσιγκτον, αλλά συνεχίζουν να είναι εξαιρετικά καλές. Oπως εξηγούν κινεζικές διπλωματικές πηγές, «το 2021 η Κίνα θα γιορτάσει την 100ή επέτειο του Κομμουνιστικού Κόμματος και η Ελλάδα την 200ή επέτειο της Επανάστασης του 1821, ενώ παράλληλα οι δύο χώρες θα ξεκινήσουν μαζί το Ετος Πολιτισμού και Τουρισμού 2021 Κίνα – Ελλάδα». Σύμφωνα με αυτές τις πηγές, οι δύο χώρες θα προωθήσουν περαιτέρω την υλοποίηση της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt & Road, δηλαδή τους «νέους δρόμους του μεταξιού» που έχουν ως κομβικό σημείο τον Πειραιά, και «θα επεκτείνουν τη διμερή συνεργασία σε όλους τους τομείς, ώστε να φέρουν τις σχέσεις Κίνας – Ελλάδας σε νέα υψηλά».

Στρατηγικοί εταίροι

Η Κίνα και η Ελλάδα καθιέρωσαν διπλωματικές σχέσεις το 1972 και συνήψαν μια ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση το 2006. Τώρα είναι εταίροι στην από κοινού υλοποίηση της πρωτοβουλίας Belt & Road, της Συνεργασίας 17+1 (Πρωτοβουλία συνεργασίας της Κίνας με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης) αλλά και της διμερούς τους προσέγγισης. «Καθώς ο κόσμος αντιμετωπίζει πολλές κοινές προκλήσεις, οι δύο χώρες που προέρχονται από πανάρχαιους πολιτισμούς μπορούν να συμβάλουν στις λύσεις και να συνεργαστούν για να διαμορφώσουν μια παγκόσμια κοινότητα με κοινό μέλλον για την ανθρωπότητα και αμοιβαία οφέλη», αναφέρουν χαρακτηριστικά Κινέζοι διπλωμάτες με εκτενή εμπειρία στην ανάπτυξη των ελληνοκινεζικών σχέσεων των τελευταίων ετών.

Οι δύο χώρες βρέθηκαν ακόμα πιο κοντά νωρίτερα φέτος όταν, μετά επείγον αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης τον Μάρτιο, η Κίνα έστειλε ιατρικές προμήθειες μέσα σε οκτώ μόλις ημέρες. Αλλά εκτός από την επίσημη βοήθεια και κινεζικές εταιρείες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των COSCO, State Grid, Bank of China, ICBC, Huawei και ZTE ανταποκρίθηκαν στην έκκληση. 

Τώρα μετά τη νέα εξάπλωση της πανδημίας σε πολλά μέρη του κόσμου, «η Κίνα θα συνεχίσει να ενεργεί υπεύθυνα και θα εξακολουθεί να συνεργάζεται με όλες τις χώρες για την καταπολέμηση της πανδημίας και της οικονομικής ανάκαμψης, οικοδομώντας από κοινού μια κοινότητα κοινής υγείας και κοινό μέλλον», εξηγούν Κινέζοι διπλωμάτες.

Το πλαίσιο

Πέρυσι τον Νοέμβριο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επισκέφθηκε την Κίνα και συναντήθηκε με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στη Σαγκάη. Τον ίδιο μήνα, ο κ. Σι Τζινπίνγκ ανταπέδωσε με επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, κατά την οποία υπογράφηκαν 16 διμερείς συμφωνίες. Τι προχωρά λοιπόν από αυτές τις συμφωνίες; Οπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές «οι δύο πλευρές προχωρούν τον κατάλογο των βασικών έργων εντός του πλαισίου συνεργασίας 2020-2022, που καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις μεταφορές, την ενέργεια, τις πληροφορίες και τις επικοινωνίες, τις κατασκευές, την έρευνα και την ανάπτυξη και τη χρηματοδότηση. Εκτός από τους υφιστάμενους τομείς, οι δύο πλευρές ελπίζουν να δουν πρόοδο και στους τομείς υγείας, νέας και ανανεώσιμης ενέργειας, πληροφορικής, ηλεκτρονικού εμπορίου, πράσινης τεχνολογίας και καινοτομίας».

Ενα ζήτημα όμως στο οποίο το Πεκίνο προσδίδει παγίως ιδιαίτερη σημασία είναι αυτό του λιμανιού του Πειραιά. Εκεί η COSCO Shipping, μια κρατικά ελεγχόμενη γιγαντιαία πολυεθνική ναυτιλιακή, περιμένει να δει πρόοδο σε μία σειρά αδειοδοτήσεων των επενδύσεών της, ενώ παράλληλα επιδιώκει να εξασφαλίσει το πράσινο φως της ελληνικής κυβέρνησης για την κατασκευή ενός τέταρτου προβλήτα εμπορευματοκιβωτίων. Μια δραστηριότητα που έδειξε κατά την τρέχουσα κρίση ότι μπορεί να κρατήσει τα αποτελέσματά της θετικά, την ώρα που η κρουαζιέρα, η επιβατική κίνηση αλλά και η διακίνηση καινούργιων οχημάτων δέχονται σημαντικό πλήγμα. 

Επιπλέον, συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα με την υλοποίηση επένδυσης 100 εκατ. ευρώ στον επιβατηγό λιμένα, ενώ οψίμως έχει δημιουργηθεί ζήτημα και με την ναυπηγοεπισκευή. Για τη ναυπηγοεπισκευή, που επίσης σημειώνει άνοδο, ο ΟΛΠ έχει λάβει με απόφαση του ΣτΕ το δικαίωμα να αναπτύξει και δικά του ναυπηγεία πέραν αυτών που φιλοξενεί στη χερσαία ζώνη του, εκμισθώνοντας έκταση σε ιδιώτες. Ωστόσο, οι ιδιώτες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή αντιδρούν σε μια τέτοια προοπτική. 

Το εν λόγω ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει τους επόμενους μήνες την κυβέρνηση, καθώς η COSCO παρά τις μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές που έχει πραγματοποιήσει στη ζώνη, παρέχοντας εργαλεία στις ιδιωτικές επιχειρήσεις για να παίρνουν δουλειές, βλέπει να ενσκήπτει ένα δυσμενές κλίμα. Με την οικονομική κρίση να πιέζει μικρούς και μεγάλους ομοίως, «το κεφάλι του δράκου», όπως έχει αποκαλέσει ο Κινέζος πρόεδρος τον Πειραιά, περιμένει στήριξη για το επενδυτικό του πρόγραμμα, εξηγούν κύκλοι της Ακτής Μιαούλη.

Οσον αφορά την πράσινη ανάπτυξη που προωθείται από την Ε.Ε., και η οποία αποτελεί επίσης προτεραιότητα της ελληνικής κυβέρνησης, η Κίνα δηλώνει «έτοιμη να εργαστεί περαιτέρω με την Ελλάδα για την οικοδόμηση συνεργασίας και σε αυτόν τον τομέα ώστε να αποτελέσει ένα ακόμα παράδειγμα συνεργασίας των δύο χωρών».