ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από την NSU στον Αντερς Μπρέιβικ

apo-tin-nsu-ston-anters-mpreivik-561121291

Στις 11 Ιουλίου 2018, το εφετείο του Μονάχου, ύστερα από ακροαματική διαδικασία πέντε και πλέον χρόνων, εξέδωσε την απόφασή του για τα δικαζόμενα για δολοφονίες, ληστείες και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση μέλη του νεοναζιστικού μορφώματος NSU. Μια αινιγματική γυναίκα, η Μπεάτε Τσέπε, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για δέκα δολοφονίες, μεταξύ των οποίων και ενός Ελληνα μετανάστη, του Θόδωρου Βουλγαρίδη, και άλλοι τρεις ομοϊδεάτες της σε μικρότερες ποινές. Ηταν, μέχρι το 2013 που ξεκίνησε, η σημαντικότερη δίκη νεοναζί έπειτα από εκείνη της Νυρεμβέργης –τώρα την «πρωτιά» πήρε η δίκη της Χρυσής Αυγής, λόγω αριθμητικής υπεροχής καταδικασθέντων– και προκάλεσε πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Δεν ήταν, όμως, η μόνη. 

Καθώς η μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη ανέρρωνε από μια διαίρεση μεταξύ των φασιστών και των αντιφασιστών και εισερχόταν σε μια άλλη, ανάμεσα στους κομμουνιστές και στους αντικομμουνιστές (Ψυχρός Πόλεμος), στο κορμί της άρχισαν να εμφανίζονται νεοφασιστικά και νεοναζιστικά μεταστατικά καρκινώματα. Στην αρχή δειλά δειλά, αλλά με την πάροδο του χρόνου, και καθώς οι μνήμες από τη φρίκη του πολέμου στον οποίο έσυραν τον πλανήτη οι ιδεολογικοί προπάτορές τους (Χίτλερ και Μουσολίνι) εξασθενούσαν, έκαναν αισθητή την παρουσία τους με πλήθος τυφλών βομβιστικών επιθέσεων, απεχθείς δολοφονίες αθώων πολιτών, βίαιες εκδηλώσεις και πογκρόμ ρατσιστικού και φυλετικού μίσους.

Μελέτη του ειδικού σε θέματα εξτρεμισμού καθηγητή του Πανεπιστημίου του Οσλο Γιάκοβ-Αασλαντ Ραβτάλ, καταχωρημένη στο βιβλίο «Η Ακρα Δεξιά σήμερα» του Αμερικανού Γκας Μούντε, το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες (εκδ. Επίκεντρο) στη Θεσσαλονίκη, ανεβάζει σε 578 τα επεισόδια ακροδεξιάς βίας που σημειώθηκαν στη Δυτική Ευρώπη μόνο την περίοδο 1990-2015, εκ των οποίων στα 190 βρήκαν τον θάνατο 330 άνθρωποι. Οι πιο σοβαρές από τις εγκληματικές επιθέσεις εξιχνιάσθηκαν, έστω και μετ’ εμποδίων και μέσα από έντονες αμφισβητήσεις και υποψίες για το εύρος και το βάθος των ερευνών, ενώ ορισμένοι από τους πρωταιτίους καταδικάστηκαν σε μεγάλες ποινές.

Η εξάρθρωση της νεοναζιστικής NSU απασχόλησε έντονα τον γερμανικό Τύπο και μερίδα του νομικού και πολιτικού κόσμου, που έθεσε στο στόχαστρο της κριτικής του τις αρμόδιες μυστικές και δικαστικές υπηρεσίες, εγείροντας υποψίες ότι επιχείρησαν να αποπροσανατολίσουν τις έρευνες. 

Η εγκληματική δράση της NSU που, όπως αποδείχθηκε, ευθυνόταν για δέκα δολοφονίες μεταναστών και μιας Γερμανίδας αστυνομικού, βομβιστικές επιθέσεις με εκατοντάδες τραυματίες, ληστείες κ.ά., άρχισε να ξετυλίγεται όταν, στις αρχές του καλοκαιριού του 2009, εντελώς τυχαία, η αστυνομία έκανε έφοδο σε ένα σπίτι στην πόλη Τσβικάου που, όπως αποδείχθηκε, ήταν γιάφκα της νεοναζιστικής οργάνωσης. Δύο νεαροί που βρίσκονταν μέσα αυτοκτόνησαν για να μη συλληφθούν, ενώ το τρίτο μέλος της ομάδας, η Μπεάτε Τσέπε, απουσίαζε και συνελήφθη αργότερα.

Οι αστυνομικοί ανακάλυψαν, μεταξύ άλλων, ένα πιστόλι με το οποίο είχαν διαπραχθεί κάποιες «ορφανές» μέχρι τότε δολοφονίες, μεταξύ των οποίων του Βουλγαρίδη, τον Ιούνιο του 2005, και ενός Τούρκου μετανάστη στο Μόναχο, τέσσερα χρόνια πριν. Στη δίκη, την οποία η Deutsche Welle χαρακτήρισε «τερατώδη», δόθηκε σκληρή μάχη από την πολιτική αγωγή και τον Τύπο για να αποκαλυφθούν οι σχέσεις των νεοναζί με τον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Τελικά τιμωρήθηκε με ισόβια η Τσέπε, η οποία δεν άνοιξε καν το στόμα της στη δίκη, αρνούμενη επίμονα ότι γνώριζε για τους φόνους. 

Στο ίδιο εφετείο, εκείνη την περίοδο, ένας άλλος εισαγγελέας ερευνούσε την υπόθεση της μεγαλύτερης τρομοκρατικής επίθεσης στη μεταπολεμική Γερμανία, που ήταν η έκρηξη βόμβας, στις 26 Σεπτεμβρίου 1980, στην είσοδο της πλατείας του Μονάχου, όπου γινόταν η περίφημη γιορτή μπίρας, το Οκτόμπερφεστ. Από την έκρηξη σκοτώθηκαν 13 άτομα και τραυματίστηκαν 211, ανάμεσά τους και ο Ελληνας μετανάστης Δημήτρης Δ., ο οποίος έχασε και τα δύο του πόδια. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο δράστης, Κούντοφ Κέλερ, φοιτητής και μέλος ναζιστικής οργάνωσης.
Και εκείνη την υπόθεση οι βαυαρικές Αρχές την έκλεισαν βιαστικά, στέλνοντάς τη στο αρχείο ως έργο με προσωπικά κίνητρα μεμονωμένου προσώπου, του δράστη. Ενας δημοσιογράφος της βαυαρικής τηλεόρασης, όμως, ο Ούλριχ Σόσι, και ένας δικηγόρος, ο Βέρνερ Βτίτριχ, ερεύνησαν εξονυχιστικά το θέμα και παρουσίασαν στοιχεία που ανάγκασαν τις Αρχές να ανοίξουν και πάλι τον φάκελο, για να τον κλείσουν οριστικά πλέον στις 7 Ιουλίου 2020, καταχωρίζοντας τη βομβιστική επίθεση ως «ακροδεξιά τρομοκρατική ενέργεια» και όχι ως προσωπική τού φοιτητή.

Το έγκλημα, ωστόσο, που προκάλεσε σοκ στην παγκόσμια κοινή γνώμη διεπράχθη από έναν ακροδεξιό Νορβηγό, τον Αντερς Μπρέιβικ, ο οποίος δολοφόνησε, τον Ιούλιο του 2011, σε κατασκήνωση σε φιόρδ κοντά στο Οσλο, 77 ανθρώπους, στη συντριπτική πλειονότητά τους έφηβοι και λίγο μεγαλύτεροι που παραθέριζαν αμέριμνοι. Στο δικαστήριο ο δράστης ανέγνωσε ένα παραληρηματικό «μανιφέστο» εναντίον του Ισλάμ, μοίρασε εδάφη σε χώρες που τα διεκδικούσαν στο παρελθόν, όπως τη Βόρεια Ηπειρο και τα παράλια της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα, και έπαιξε επιτυχημένα τον ρόλο του τρελού. Αν και ο εισαγγελέας πρότεινε να κριθεί παρανοϊκός, με ομόφωνη απόφασή τους οι δικαστές καταδίκασαν τον Μπρέιβικ σε κάθειρξη 21 ετών.

«Μαύρα» χρόνια

Η Ιταλία επλήγη ιδιαίτερα από την ακροδεξιά τρομοκρατία τις δεκαετίες 1960-1980, με κυριότερες νεοφασιστικές οργανώσεις τις «Νέα Τάξη», «Εθνική Πρωτοπορία», «Μαύρη Τάξη», «Ενοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες» κ.ά. Η «μαύρη τρομοκρατία» προκάλεσε περισσότερα θύματα από όσα οι ένοπλες οργανώσεις της Ακρας Αριστεράς και είχε ως στόχο, μέσα από τη στρατηγική της έντασης, την αποσταθεροποίηση του πολιτεύματος: με τη διασπορά του φόβου, η κοινή γνώμη αξίωσε τη λήψη αυστηρότερων μέτρων από τις τότε κυβερνήσεις της Χριστιανοδημοκρατίας. Ξεχωρίζουν οι αιματηρές εκρήξεις σε τρένα το καλοκαίρι του 1969, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι πλέον γνωστοί νεοφασίστες, Φράνκο Φρέντα και Τζοβάνι Βεντούρα, σε κάθειρξη 15 χρόνων, η βόμβα στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου τον Δεκέμβριο του 1969, με 17 νεκρούς και 88 τραυματίες, για την οποία έγιναν δίκες αλλά δεν μπήκε κανείς στη φυλακή, και η απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος με εγκέφαλο τον νεοφασίστα πρίγκιπα Μποργκέζε, στις 7 Δεκεμβρίου 1970.