ΑΠΟΨΗ

Για να περνάει η ώρα

gia-na-pernaei-i-ora-561121345

Τα τελευταία χρόνια συστήνομαι με αμήχανες στιχομυθίες. «Εσύ με τι ασχολείσαι;» με ρωτούν, «γράφω» απαντώ, «α ωραία!» συνεχίζουν, κοπάζει ο ενθουσιασμός, μεσολαβεί παύση, και υπερθεματίζουν «να περνάει η ώρα». Μετά στρέφονται προς τον άνδρα μου που έχει μια επαγγελματική υπόσταση, εικάζουν ότι πληρώνει τους λογαριασμούς και δεν περνάει τον χρόνο του σημειώνοντας. Η έκφραση «να περνάει η ώρα» με διασκεδάζει τόσο που την έχω οικειοποιηθεί. Τώρα απαντώ με αυτοπεποίθηση «γράφω, να περνάει η ώρα» και ο συνομιλητής μου χαμογελάει με κατανόηση. Οσοι ξέρουν ότι γράφω με ρωτούν «τώρα γράφεις;» και απαντώ σηκώνοντας τους ώμους «ε, γράφω» με ύφος: γράφω λίστες για τα ψώνια, τα θελήματα της ημέρας, σημειώνω σε post-it, γράφω αστείες κάρτες Χριστουγέννων, θερμές κάρτες γενεθλίων, μακροσκελείς επιστολές, σύντομα μηνύματα στο κινητό. Ε, οτιδήποτε για να περνάει η ώρα. Συχνά, εμπλουτίζουν την ερώτηση συνοδεύοντάς τη με χειρονομία, ενώνουν τον δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού κάνοντας την κίνηση της αόρατης παλιομοδίτικης γραφής με πένα. Υπάρχει και η γυναικεία προσέγγιση: «Δεν τα προλαβαίνω όλα, εγώ δουλεύω κιόλας». Αν ήμουν δασκάλα, δικηγόρος, λογίστρια ή ξυλουργός, δεν θα είχα την αγαλλίαση να ακούω «έφτιαξες κανένα τραπεζάκι σήμερα για να περάσει η ώρα;». Η χαρά της δημιουργίας, ουδείς σε παίρνει στα σοβαρά, φυσικά έχεις το πλεονέκτημα –που είναι υποχρέωση κατά τη γνώμη μου– να μη λαμβάνεις ούτε εσύ τον εαυτό σου στα σοβαρά. Γιατί σας τα λέω όλα αυτά;

Οι καλλιτέχνες στην Αγγλία αισθάνθηκαν υποτίμηση και απόρριψη όταν άκουσαν τον υπουργό Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ να δηλώνει «είναι δύσκολοι καιροί, δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι θα κάνουν όλοι την ίδια δουλειά που έκαναν πριν από τη κρίση. Οι άνθρωποι της τέχνης πρέπει να επανεκπαιδευτούν ή να βρουν άλλη εργασία για να τα βγάλουν πέρα». Πώς νόμιζε ότι επιβιώνουν οι άνθρωποι της τέχνης τα τελευταία χρόνια; Κάνουν ντελίβερι, φτιάχνουν ποτά, σερβίρουν φαγητά. Δεν έχω συναντήσει μουσικό με κλίση στα υδραυλικά για να μπορεί να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό, ούτε ηθοποιό με ταλέντο νοσοκόμας. Αλλά και να υπάρχει, είναι εφικτό να ασχολείται με το σιφόνι και να συνθέτει; Να φροντίζει αποστηθίζοντας τον ρόλο; Να μπογιατίζει ασκούμενος στο βιολί; Οχι παράλληλα, θα μου πείτε. Θα μπορούσε όμως κάποιος ζαρωμένος πίσω από το γραφείο μιας υπηρεσίας να γράφει. Δεν θα επιχειρηματολογήσω άλλο εδώ, αλλά με εντυπωσιάζει ότι το παραπάνω ειπώθηκε στη χώρα όπου οι καλλιτέχνες και τα δρώμενα στήριξαν ισχυρά την οικονομία επί δεκαετίες.

Πολλά αριστουργήματα έχουν δημιουργηθεί σε συνθήκες ένδειας, με χρονικούς περιορισμούς, με ψυχική πίεση, καθοδηγούμενα από βιοποριστική ανάγκη και όχι υπό καθεστώς έκτακτης εσωτερικής αναγκαιότητας. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι τεράστιας βαρύτητας έργα τέχνης γεννήθηκαν από και εξαιτίας της ανάγκης. Η ποιήτρια Λουίζ Γκλικ –κάτοχος του φετινού βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας– σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε πει: «Οταν ήμουν νέα, έκανα τη ζωή που υποτίθεται οι συγγραφείς διάγουν, αποκηρύσσουν τον κόσμο και επιδεικτικά αφιερώνουν την ενέργειά τους στη δημιουργία τέχνης. Επειτα από δύο χρόνια συνειδητοποίησα ότι δεν θα γίνω ποτέ συγγραφέας, δέχτηκα μια θέση καθηγήτριας. Από τη στιγμή εκείνη, όταν απέκτησα υποχρεώσεις, ξεκίνησα να γράφω». Και αλλού: «Η τέχνη βγαίνει από μια αυθεντική ζωή». Δοκίμιο μπορεί να γραφτεί πάνω σε αυτό. Πώς ορίζεται μια αυθεντική καθημερινότητα; Κατά τη διάρκεια της επιβεβλημένης παραμονής στο σπίτι, ένιωσα εκτεθειμένη, σαν να με ξεμπρόστιασε η καθημερινότητα στα μάτια της οικογένειάς μου. Διαβάζω, γράφω, διαβάζω, λουφάζω. Ξανά την επομένη. Αυτή είναι η δική μου πρωινή απασχόληση. Διαβάζω περισσότερο απ’ ό,τι γράφω (ευτυχώς για εσάς) και λουφάζω αρκετά. Το τελευταίο στάδιο, που συνίσταται στη συναρμολόγηση σκέψεων και στην ψηλάφηση ιδεών, στα μάτια τρίτων ισοδυναμεί με τίποτα ή με οτιδήποτε, και έφερε ερωτήσεις στο προσκήνιο, ο γιος μου: «Είσαι καλά μαμά;»· ο άντρας μου: «Εγκεφαλικό;». «Κάτι σκέφτομαι» δεν είναι πειστική απάντηση, «είναι μέρος της δουλειάς» είναι ακόμα χειρότερη απάντηση, «δουλεύω» είναι άκυρη απάντηση. Μπορώ να σκεφτώ πολύ πιο κοπιαστικά, επικίνδυνα και επώδυνα επαγγέλματα από την ονειροπόληση και ελάχιστα πιο κακοπληρωμένα. «Κανένας δεν θυμάται τους λογιστές της Αναγέννησης», τουίταρε κάποιος συμπυκνώνοντας τα πάντα.

Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε να πλέξω το εγκώμιο της τέχνης, αλλά μου φαίνεται ανώφελος ο διδακτισμός. Η ομορφιά, η χαρά, η ελπίδα, οι αναζωογονητικές και θεραπευτικές ικανότητές της, η αυτογνωσία, η καθοδήγηση και η ενθάρρυνση δεν είναι απτές έννοιες. Θα μιλήσω συγκεκριμένα. Η τέχνη παίρνει τις μισοτελειωμένες, φευγαλέες σκέψεις μου και τις επιστρέφει με διαύγεια, κάνει οικείο το μη γνώριμο και οι φόβοι μου υποχωρούν. Αναδεικνύει το απροσδιόριστο αίσθημα που γνωρίζω αλλά δεν μπορώ να ορίσω και η μοναξιά μου λιγοστεύει. Με γεμίζει με ό,τι μου λείπει. Με μονώνει από τον θόρυβο. Με προμηθεύει με απερίγραπτη ευχαρίστηση. Δεν ξέρω πώς και πόσο κοστολογείται το ανεκτίμητο.

Αναλογίζομαι το πιθανό σενάριο ενός επόμενου lockdown, σε μορφή ταινίας τρόμου με στοιχεία σαδισμού: χωρίς τέχνη. Θα σας αφαιρέσω τους πίνακες, τα βιβλία, τη μουσική και τις ταινίες και θα σας αφήσω έναν καναπέ για να κάθεστε φρόνιμα κοιτώντας το κενό. Μετά θα έρθω με γλυκό ύφος συγκαταβατικής κατανόησης και θα σας ψιθυρίσω «μην ανησυχείτε… θα περάσει η ώρα».
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.