ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δυσφορία της Αθήνας για την έκθεση των ΗΠΑ

dysforia-tis-athinas-gia-tin-ekthesi-ton-ipa0

Προβληματισμό προκαλεί στην Αθήνα έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το Κογκρέσο με την οποία η αμερικανική διπλωματία απαντά ότι «δεν είναι εφικτός ο υπολογισμός των συνολικών παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου» για δύο βασικούς λόγους. 
Ο πρώτος λόγος συνδέεται με μια πάγια αμερικανική θέση σχετικά με την ελληνική πρωτοτυπία διαφοροποίησης του εθνικού εναέριου χώρου (ΕΕΧ) και των χωρικών υδάτων (Χ.Υ.) που, όπως είναι γνωστό, είναι αντίστοιχα 10 ν.μ. και 6 ν.μ. 

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται, κυρίως, με το ότι (όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση) «η Ελλάδα και οι γείτονές της δεν έχουν συμφωνήσει σε οριοθέτηση συνόρων σε αυτές τις περιοχές όπου τα νόμιμα θαλάσσια δικαιώματά τους αλληλοεπικαλύπτονται». Μάλιστα προσδιορίζεται ότι «η έλλειψη οριοθέτησης σημαίνει ότι δεν υπάρχει σαφήνεια για το εύρος των ελληνικών Χ.Υ. και του αντίστοιχου ΕΕΧ σε αυτές τις περιοχές, καθιστώντας οποιαδήποτε εκτίμηση των συνολικών παραβιάσεων του ΕΕΧ μη εφικτή». 
Ενα τρίτο στοιχείο, το οποίο εξηγεί για ποιο λόγο η Αθήνα αντέδρασε πολύ ήπια, είναι ότι η συγκεκριμένη έκθεση απεστάλη στο Κογκρέσο προ οκτώ μηνών, στις 18 Μαρτίου 2020, και, μάλιστα, αποτελούσε έγγραφο που δεν ήταν απόρρητο. Η ύπαρξή του ήλθε χθες στην επιφάνεια από Ελληνες ανταποκριτές στην Ουάσιγκτον. Στο τέλος της έκθεσης γίνονται οι συνήθεις παραινέσεις προς Αθήνα και Αγκυρα να «επιλύσουν τα εκκρεμή διμερή ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης ειρηνικά και σε συμφωνία με το διεθνές δίκαιο».

Διευκρινίσεις

Η αναφορά σε έλλειψη θαλασσίων συνόρων προκάλεσε πάντως την αντίδραση της Αθήνας. Διπλωματικές πηγές τόνιζαν ότι «τα όρια των ελληνικών Χ.Υ., όπως και τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, είναι ξεκάθαρα καθορισμένα εδώ και χρόνια στη βάση του συμβατικού και του εθιμικού διεθνούς δικαίου και δεν τυγχάνουν ουδεμίας αμφισβήτησης». Και διευκρίνιζαν ότι ως προς το Νοτιοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αυτά «έχουν καθορισθεί από τη συμφωνία Ιταλίας – Τουρκίας που υπογράφηκε στην Αγκυρα στις 4 Ιανουαρίου 1932, καθώς και το πρακτικό που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω συμφωνίας και υπεγράφη στην Αγκυρα στις 28 Δεκεμβρίου 1932. Η Ελλάδα, ως διάδοχο κράτος, βάσει της Συνθήκης των Παρισίων του 1947, απέκτησε την κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων χωρίς καμία αλλαγή στα θαλάσσια σύνορα, όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας.

Αναφορικά με τα θαλάσσια σύνορα στη Θράκη (μέχρι το σημείο σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων από το Δέλτα του Εβρου), αυτά ορίσθηκαν από τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και το Πρωτόκολλο των Αθηνών του 1926». Στις ενδιάμεσες περιοχές, ανάμεσα σε Θράκη και Δωδεκάνησα, υπενθύμιζαν οι διπλωματικές πηγές, «όπου τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Τουρκίας τέμνονται, τα θαλάσσια σύνορα ακολουθούν τη μέση γραμμή μεταξύ των ελληνικών νήσων και νησίδων και των απέναντι τουρκικών ακτών».
Και κατέληγαν ότι «τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών της υδάτων, τα οποία έχουν αποτυπωθεί επανειλημμένως, αποτελούν ταυτόχρονα και εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε.».