ΑΠΟΨΗ

«Να ενισχύσουμε και να αξιοποιήσουμε τις συμμαχίες μας»

Στο πλαίσιο μιας συμφωνίας για αμυντική συνδρομή της Γαλλίας μπορεί να περιλαμβάνεται ο ελλιμενισμός γαλλικής φρεγάτας στο Καστελλόριζο και σε άλλα νησιά των Δωδεκανήσων.

Το κρίσιμο και επαναλαμβανόμενο ερώτημα που τίθεται σε κάθε ελληνοτουρκική κρίση είναι πώς η Ελλάδα θα αναχαιτίσει την επιθετικότητα της Αγκυρας. Από τη μια να μην πέσουμε στην παγίδα των προκλήσεων και από την άλλη να υπερασπισθούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.
 
Εάν κάνουμε μια σύγκριση της σημερινής κρίσης με το παρελθόν, διαπιστώνουμε δύο σημαντικές διαφορές: Το 1976 και το 1987, η Ελλάδα παρεμπόδισε τις έρευνες των τουρκικών σεισμογραφικών πλοίων από θαλάσσης και αέρος. Στην παρούσα κρίση, βάλαμε την κόκκινη γραμμή στα έξι ναυτικά μίλια και οι ελληνικές αντιδράσεις περιορίστηκαν στο διπλωματικό επίπεδο. Το διακύβευμα, όμως, δεν είναι η προάσπιση των χωρικών μας υδάτων, τα οποία η Αγκυρα ουδέποτε έχει αμφισβητήσει, αλλά η προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στη δυνάμει ελληνική ΑΟΖ. Βάζοντας την κόκκινη γραμμή στα έξι ναυτικά μίλια στέλνουμε εμμέσως πλην σαφώς μήνυμα στον Ερντογάν ότι μπορεί να παραβιάζει τη δυνάμει ελληνική ΑΟΖ χωρίς να τον παρεμποδίζει η Ελλάδα. Με την απόφαση αυτή, η τουρκική πολιτική μπορεί να μην παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά παράγει πραγματικά αποτελέσματα. Προς το παρόν, οι Τούρκοι κάνουν έρευνες έξω από τα χωρικά ύδατα του Καστελλόριζου. Το σημερινό «ελευθέρας» θα καταστεί πολύ πιο δύσπεπτο εάν το επόμενο διάστημα προχωρήσουν σε γεώτρηση στη δυνάμει ελληνική ΑΟΖ, αύριο στη θάλασσα του Καστελλόριζου και μεθαύριο στη θάλασσα της ανατολικής Κρήτης.
 
Μια δεύτερη διαφορά είναι ότι η κρίση δεν περιορίζεται, όπως στο παρελθόν, μόνον ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Εντάσσεται στις ευρύτερες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές εξελίξεις στη Μεσόγειο. Η επιδίωξη του Ερντογάν να καταστήσει την Τουρκία περιφερειακή δύναμη έχει προκαλέσει προβληματισμό και δυσαρέσκεια τόσο στους γείτονές της όσο και στη Δύση. Με στόχο τη διαμόρφωση αποτρεπτικής στρατηγικής, δημιουργεί ευκαιρίες συμμαχιών και συνεργασιών προσφέροντας ένα ευρύτερο πλαίσιο επιλογών για την ανάσχεση των αυθαίρετων ενεργειών της Αγκυρας. Το ζητούμενο είναι να τις αξιολογήσουμε και να τις αξιοποιήσουμε, σταθμίζοντας με ρεαλισμό, τι μπορεί και δεν μπορεί να μας προσφέρουν εταίροι και σύμμαχοι. Το διεθνές κλίμα είναι πολύ ευνοϊκό για τη χώρα μας. Ειδικότερα:

• Μέχρι ποιου σημείου μπορεί να μας συνδράμει η Ε.Ε. στην οποία έχουμε εναποθέσει σχεδόν όλες μας τις ελπίδες; Χρήσιμο είναι να αποσπούμε δηλώσεις συμπαράστασης και να πιέζουμε για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Μακάρι αυτές να επιβληθούν και να είναι ουσιαστικές κι όχι προσχηματικές. Δεν θα λύσουν, ωστόσο, το πρόβλημά μας. Οι αποφάσεις της Ε.Ε. αντανακλούν συσχετισμούς συμφερόντων μεταξύ των κρατών-μελών. Εχει αποδειχθεί στην πράξη ότι η Ε.Ε., ως σύνολο, στερείται από τη αναγκαία πολιτική βούληση ώστε να συγκρουσθεί με την Τουρκία για να εγγυηθεί την εθνική μας ασφάλεια. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιβάλει κυρώσεις, οι οποίες είναι πολύ αμφίβολο εάν θα εξαναγκάσουν τον Ερντογάν σε αλλαγή γραμμής πλεύσης.

• Εχουμε αξιοποιήσει τις δυνατότητες συμμαχιών που μας προσφέρει η δυσαρέσκεια που έχει προκληθεί από την επιδίωξη της Τουρκίας να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο; Αληθεύει ότι τον περασμένο Ιούλιο, στο παρά πέντε, κάναμε πίσω σε συμφωνία για την αγορά δύο γαλλικών φρεγατών Belharra, η οποία θα συμπεριελάμβανε ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής, και ότι αυτό προέκυψε λόγω της γερμανικής πρωτοβουλίας για διαμεσολάβηση, η οποία κατέληξε στη συνάντηση του Βερολίνου με τα γνωστά αποτελέσματα; Εκτιμούμε ότι θα ήταν αντιφατική με τη γερμανική διαμεσολάβηση μια ελληνογαλλική στρατιωτική συμμαχία, η οποία εκ των πραγμάτων θα αναβάθμιζε ποιοτικά την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική και ως εκ τούτου θα ενδυνάμωνε τη διαπραγματευτική μας θέση στις συνομιλίες;
 
Οι ελληνογαλλικές σχέσεις δεν πρέπει να περιορισθούν σε αγορά όπλων, αλλά να τοποθετηθούν σε ένα στρατηγικό πλαίσιο. Η Γαλλία έχει την ισχύ να ανασχέσει την τουρκική επιθετικότητα. Εάν, λοιπόν, είναι διατεθειμένη να μας παράσχει ρήτρα αμυντικής συνδρομής είναι λάθος να μην τη δεχθούμε, ακόμα κι αν το αντάλλαγμα είναι η αγορά μαχητικών Rafale ή φρεγατών. Στο πλαίσιο μιας συμφωνίας για αμυντική συνδρομή μπορεί να περιλαμβάνεται ο ελλιμενισμός γαλλικής φρεγάτας στο Καστελλόριζο και σε άλλα νησιά των Δωδεκανήσων, όπως και η στάθμευση μαχητικών Rafale σε ελληνικές αεροπορικές βάσεις. Με τον τρόπο αυτό θα στελνόταν το μήνυμα ότι ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση θα οδηγούσε και σε εμπλοκή γαλλικών ναυτικών και αεροπορικών μονάδων.
 
Αντιθέτως, δεν έχει νόημα να πιέζουμε τη Γερμανία, η οποία εμπράκτως δείχνει ότι πορεύεται με βάση τους πολιτικούς, οικονομικούς και ιστορικούς δεσμούς της με την Τουρκία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδιώκουμε την επιβολή κυρώσεων και δεν θα είμαστε έτοιμοι για συνομιλίες με σκοπό την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ.

• Πώς αξιοποιήσαμε την αντιτουρκική συσπείρωση που έχει δημιουργηθεί (Γαλλία, ΗΑΕ, Ισραήλ, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία). Και εδώ, υπάρχουν δυνατότητες συντονισμού δράσης.

• Πώς έχουμε αξιοποιήσει την ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και τι αποσπάσαμε ως παροχή στρατιωτικής βοήθειας για την παραχώρηση όσων διευκολύνσεων μας ζήτησαν και τους δώσαμε με την ελληνοαμερικανική στρατιωτική συμφωνία που υπογράψαμε πριν από ένα χρόνο; Επικαλεστήκαμε και πώς υλοποιείται η διαβεβαίωση των ΗΠΑ ότι παραμένουν «δεσμευμένες να στηρίξουν την ασφάλεια της Ελλάδας» που περιέχεται στην επιστολή Πομπέο; Η επιστολή επαναδιατυπώνει τη γραπτή διαβεβαίωση-εγγύηση των ΗΠΑ (1976) ότι «θα αντιταχθούν ενεργά και απροσχημάτιστα» εάν η Τουρκία επιδιώξει τη χρήση στρατιωτικής βίας στο Αιγαίο, και επιβεβαιώθηκε προφορικώς από τον πρόεδρο Φορντ στις 15/6/1976. Χωρίς να υποτιμούμε τις θετικές δηλώσεις των ΗΠΑ και την αποτελεσματικότητα με την οποία ο Αμερικανός πρέσβης προώθησε την αναβάθμιση της Αλεξανδρούπολης και την ενίσχυση των επενδύσεων στην Ελλάδα, δεν είναι λογικό και εφικτό να διεκδικήσουμε στρατιωτική βοήθεια όταν ο Πομπέο δηλώνει ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι «στο απόγειό τους» και οι στρατιωτικές διευκολύνσεις που τους παρέχουμε έχουν ενισχυθεί και διευρυνθεί; Δεν είναι, άλλωστε, και προς το συμφέρον των ΗΠΑ να διαφυλαχθεί η εθνική ασφάλεια της Ελλάδας, στην οποία έχουν πλέον τόσα στρατηγικά συμφέροντα;
 
Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι και μέχρι την ορκωμοσία Μπάιντεν θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις κινήσεις μας διότι είναι πιθανό ο Ερντογάν να κλιμακώσει τις προκλήσεις. Με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση, η Τουρκία δεν θα έχει την ίδια ανοχή. Θα ήταν, όμως, λάθος να ανεβάσουμε υπερβολικά τον πήχυ και να εκτιμήσουμε, όπως συνηθίζουμε, ότι τα οφέλη θα έρθουν από ένα βελτιωμένο πολιτικό κλίμα χωρίς σκληρή διαπραγμάτευση. Ζητούμενο παραμένει πάντα η ενίσχυση της αμυντικής μας θωράκισης. Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένο αμυντικό πρόβλημα και οφείλουμε να βρούμε λύσεις που ταιριάζουν στο δικό μας πρόβλημα.
 
* Ο κ. Κωνσταντίνος Μπίτσιος είναι πρέσβης ε.τ.