ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αίτηση για ένταξη στην ΕΟΚ

Μετά την εμπέδωση της δημοκρατίας η Αθήνα στρέφεται στην Ευρώπη

9.7.1961. Υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας - ΕΟΚ στην ελληνική Βουλή. Η αίτηση ένταξης υπεβλήθη 14 χρόνια αργότερα, μετά τη δικτατορία.

Στις 28 Μαΐου 1979, η Ελλάδα –κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, μία πενταετία πριν από την Ισπανία και την Πορτογαλία– υπέγραψε τη Συνθήκη Ενταξης στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) στην Αθήνα. 

Ηταν η κορύφωση μιας προσπάθειας που είχε αρχίσει στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν η Ελλάδα είχε γίνει η πρώτη χώρα στην οποία παραχωρήθηκε καθεστώς σύνδεσης με την ΕΟΚ, στις 9 Ιουλίου 1961. 

Στις 12 Ιουνίου του 1975, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος ηγήθηκε της μετάβασης της Ελλάδας στη δημοκρατία, υπέβαλε αίτημα για ένταξη στην ΕΟΚ ως ένα μακροπρόθεσμο μέτρο για την προστασία των δημοκρατικών θεσμών, για την εξασφάλιση κοινωνικής συνοχής και οικονομικού εκσυγχρονισμού και, εντέλει, για τη διασφάλιση της οριστικής ενσωμάτωσης της χώρας στη Δύση. 

Την ίδια μέρα, ο Καραμανλής ενημέρωσε τους πρεσβευτές των εννέα κρατών-μελών της Κοινότητας ότι:

«Η Ελλάς ανήκει και επιθυμεί να ανήκη εις την Ευρώπην, όπου την έχουν τοποθετήσει η γεωπολιτική της θέσις, η ιστορία της και η παράδοσίς της, που είναι κοινή με την πολιτιστικήν κληρονομίαν των χωρών σας… Η σημερινή πρωτοβουλία της κυβερνήσεώς μου αποτελεί την φυσικήν συνέχειαν της πολιτικής που είχα χαράξει προ 15 και πλέον ετών… Θα ήθελα, πάντως, να τονίσω ότι η Ελλάς δεν επιθυμεί την ένταξίν της αποκλειστικώς και μόνον για λόγους οικονομικούς. Την επιδιώκει προ πάντων για λόγους πολιτικούς, που αναφέρονται εις την σταθεροποίησιν της δημοκρατίας και εις το μέλλον του έθνους».

aitisi-gia-entaxi-stin-eok0
Ο Κων. Καραμανλής με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ρόι Τζένκινς. Κάτω: Ο Παναγής Παπαληγούρας, από τους αρχιτέκτονες της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Οι γεωπολιτικές επιλογές του Κων. Καραμανλή

Ο Καραμανλής είχε αποκαλύψει την ευρωπαϊκή επιλογή του ήδη από το 1958, όταν είχε ζητήσει για την Ελλάδα μια Συμφωνία Σύνδεσης με την Κοινότητα. Επειτα από την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας το 1974 και στο όνομα του εκδημοκρατισμού της χώρας, επεδίωξε τον ίδιο δρόμο με ακόμα μεγαλύτερο σθένος. Υπό την πρωθυπουργία του, η Ελλάδα επικαλέστηκε τον ευρωπαϊκό δρόμο από την αρχή της μετάβασης στη δημοκρατία και διασφάλισε ότι αμφότερες οι διαδικασίες εκτυλίσσονταν παράλληλα και με αμοιβαία ενισχυόμενο τρόπο.

Αυτή η συνεργία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η οποία παραδοσιακά καταδεικνύει την ύπαρξη ενός ισχυρού δεσμού ανάμεσα στον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας και του οικονομικού και εσωτερικού πολιτικού της συστήματος. Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, που οι πολιτικές και πνευματικές ελίτ στράφηκαν στην Ευρώπη. Η Ελλάδα είχε παράδοση συμμετοχής σε διάφορες συμμαχίες καθ’ όλη τη νεότερη ιστορία της, εξαιτίας του μικρού μεγέθους της, της οικονομικής της δυσχέρειας και της ασταθούς γεωπολιτικής γειτονιάς της. Αυτή η ιστορική πτυχή είναι σημαντική στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον λόγο για τον οποίο ο Καραμανλής, την επαύριον των τραγικών γεγονότων στην Κύπρο και της πτώσης της χούντας, θεώρησε προτιμητέα απάντηση στον γρίφο της σταθεροποίησης της δημοκρατίας την εγκαινίαση μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, στην οποία η ευρωπαϊκή επιλογή θα κατείχε περίοπτη θέση.

Η νεοσύστατη κυβέρνηση στην Αθήνα, αντιμέτωπη με τον ραγδαία αυξανόμενο αντιαμερικανισμό του λαού και τις ταπεινωτικές συνέπειες τις διπλής τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, δεχόταν σφοδρές πιέσεις για δράση. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας πόλεμος εναντίον της Τουρκίας θα ήταν μια ιδιαίτερα επικίνδυνη επιλογή, καθώς η επταετία της χούντας είχε αφήσει την άμυνα της χώρας σε επισφαλή κατάσταση. Σε ιδιωτική συνάντηση με άλλους πολιτικούς ηγέτες, κατέληξε ότι οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις «ήταν απροετοίμαστες, ακατάλληλα εξοπλισμένες και ανίκανες να κηρύξουν τον πόλεμο στην Τουρκία». Αντί για πόλεμο, ο Καραμανλής ανακοίνωσε την αποχώρηση της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και ζήτησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να επαναδιαπραγματευθούν το μέλλον των αμερικανικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος.

Η απειλή για τη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ, στον απόηχο της ελληνικής αποχώρησης από το στρατιωτικό του σκέλος και της ασταθούς πολιτικής κατάστασης της χώρας κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, πήρε μεγάλες διαστάσεις. Ο Καραμανλής ήταν σταθερά προσανατολισμένος στη Δύση και η κυβέρνησή του είχε ξεκαθαρίσει ότι η απόσυρση από το ΝΑΤΟ ήταν η λιγότερο επιζήμιος επιλογή που είχε απομείνει και η μόνη αποδεκτή κίνηση στα μάτια της κοινής γνώμης της εποχής, ωστόσο οι φόβοι για τον μελλοντικό πολιτικό προσανατολισμό της Ελλάδας παρέμεναν, και υποδαυλίζονταν από την άνοδο της Αριστεράς στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Το νεοσύστατο ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρότι είχε καταλάβει την τρίτη θέση στις βουλευτικές εκλογές του 1974, αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση, έχοντας ως πολιτική πλατφόρμα τον αντιαμερικανισμό και την εναντίωση στην ΕΟΚ

aitisi-gia-entaxi-stin-eok1
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν κατά την επίσκεψή του στο Παρίσι. Ο Γάλλος πρόεδρος υποστήριξε θερμά την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»

Τα πολλαπλά οφέλη της ευρωπαϊκής εναλλακτικής

Για τον Καραμανλή, η ΕΟΚ θεωρήθηκε το μοναδικό κατάλληλο φόρουμ στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της και να υποστηρίξει τη διαδικασία εκδημοκρατισμού που είχε αρχίσει. Το πάγωμα της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας – ΕΟΚ του 1961 μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, μαζί με την αναγκαστική αποχώρηση της χώρας από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969, είχε συμβάλει στο να συνδεθεί συμβολικά η Ευρώπη με τη δημοκρατία στα μάτια των Ελλήνων. Σε χτυπητή αντίθεση με την αμερικανική στάση, η οποία θεωρούνταν μια στάση αδιαφορίας, ακόμα και ανοχής, απέναντι στο καθεστώς των συνταγματαρχών, η επιβολή πολιτικών και οικονομικών κυρώσεων από την ΕΟΚ είχε συμβάλει στη διάβρωση της νομιμοποίησης της στρατιωτικής δικτατορίας. Μολονότι ο ρόλος της Ουάσιγκτον εξακολουθούσε να είναι θεμελιώδης για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας, ο στενός κύκλος του Καραμανλή κατέληξε σε ένα σαφές συμπέρασμα: Η Ελλάδα έπρεπε να ελαττώσει την υπερβολική εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και να αναπτύξει πολυμερείς διπλωματικές σχέσεις, χωρίς να αμφισβητήσει τη μεταπολεμική εξωτερική πολιτική του «ανήκομεν εις την Δύσιν».

Αυτή η νέα πολυμερής προσέγγιση περιλάμβανε πολιτικές που ήταν αδιανόητες για τους συντηρητικούς πριν από το 1974. Ο Καραμανλής ενδιαφέρθηκε προσωπικά να διευρύνει τον ιστό των πολιτικών, και κυρίως των οικονομικών, σχέσεων της χώρας με τα βαλκανικά κράτη. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι πολιτικές, παρά τη συμβολική σημασία τους, απέφεραν περιορισμένα πρακτικά αποτελέσματα. 
Αντιθέτως, η ένταξη στην ΕΟΚ έμοιαζε να προσφέρει μια βιώσιμη λύση στα προβλήματα της Ελλάδας και η πρόοδος προς την πλήρη ένταξη έγινε η προτεραιότητα της κυβερνητικής ατζέντας. Η Ευρώπη προσέφερε στους Ελληνες ένα εναλλακτικό μοντέλο δημοκρατικής ανάπτυξης, απρόσβλητο από τις πραγματικές και υποτιθέμενες αμαρτίες των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Ενα παράδειγμα αυτού του τρόπου σκέψης φάνηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Καραμανλή στη Βόννη τον Μάιο του 1975. Ο Καραμανλής εξήγησε στον καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ ότι, μολονότι ήλεγχε πλήρως το Κοινοβούλιο και η απόσυρση της χώρας από το ΝΑΤΟ είχε φθάσει στα όριά της ως προς τα πολιτικά της οφέλη, θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσε ή θα ήθελε να εφαρμόσει πολιτικές που θα έβρισκαν απαράδεκτες οι πολιτικοί του αντίπαλοι ή η ελληνική κοινή γνώμη. Οι «Εννέα» γνώριζαν ότι αν δεν προσέφεραν μια επιτυχία στον Καραμανλή σε ό,τι αφορούσε την αίτηση για ένταξη στην ΕΟΚ, η θέση του θα υπονομευόταν, και θα διακυβευόταν η ομαλή διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας, και κατ’ επέκταση ο προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της.

aitisi-gia-entaxi-stin-eok2
Ο Παναγής Παπαληγούρας, από τους αρχιτέκτονες της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

«Ασφαλές λιμάνι»

Ενα μήνα μετά την επίσκεψή του στη Γερμανία, ο Καραμανλής επέτυχε την ψήφιση του νέου Συντάγματος της χώρας, που τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου 1975. Το νέο Σύνταγμα σηματοδότησε την ομαλοποίηση της δημόσιας ζωής και αποτέλεσε το τελευταίο βήμα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Επιπλέον, θα διευκόλυνε την ακώλυτη –από νομική σκοπιά– ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Μία μόλις ημέρα μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, ο Καραμανλής υπέβαλε αίτηση για πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ. Η εφημερίδα «Καθημερινή» τη φιλοξένησε στο πρωτοσέλιδο άρθρο της, που εστίαζε στους λόγους που είχαν οδηγήσει τον πρωθυπουργό να ζητήσει την ένταξη. Εκτός από τους παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης και της εθνικής ασφάλειας, η άλλη κύρια αιτία υπήρξε η διάσταση της εδραίωσης της δημοκρατίας.

aitisi-gia-entaxi-stin-eok3
13.6.1975. Η αποδοχή του ελληνικού αιτήματος από τους «9» στην πρώτη σελίδα της «Κ».

Η αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ αποτελούσε το τελευταίο στάδιο για τη μετάβαση της Ελλάδας στη δημοκρατία, αλλά ταυτόχρονα ήταν, παραδόξως, και η αφετηρία για την εδραίωσή της. Με άλλα λόγια, η προοπτική της ένταξης άσκησε ιδιαίτερη επιρροή κατά τη διάρκεια του έτους της δημοκρατικής μετάβασης, ενώ η επίσημη υποβολή αίτησης και η τελική ένταξη θα αποτελούσαν την οριστική εγγύηση για τη λειτουργία των ελληνικών δημοκρατικών θεσμών στα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Η τελευταία υπόθεση θα επαναλαμβανόταν το 1980, στις παραμονές της ελληνικής ένταξης στην ΕΟΚ, από τον τότε Ελληνα υπουργό Εξωτερικών Κωνσταντίνο Μητσοτάκη:

«Βεβαίως, δεν περιμένουμε οι εννέα εταίροι μας στην Κοινότητα να γίνουν οι φρουροί της ελληνικής δημοκρατίας. Ομως, εντασσόμενοι σε μια ευρύτερη ομάδα δυτικών δημοκρατιών με παρόμοια κοσμοθεωρητική αντίληψη, θα ενδυναμωθούν και οι δικοί μας δημοκρατικοί θεσμοί. […] Αυτοί [οι δυνητικοί δικτάτορες] είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν ότι η κατάλυση της δημοκρατίας σημαίνει την άμεση αποπομπή από την Κοινότητα. Κάτι τέτοιο μπορεί να εμπεριέχει θανάσιμες συνέπειες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Ετσι, από αυτή την άποψη, η ΕΟΚ είναι ένα ασφαλές λιμάνι».
 
* Η κ. Ειρήνη Καραμούζη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Σέφιλντ.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η ίδρυση της ΕΟΚ