ΑΠΟΨΗ

Το πνεύμα των δημοκρατικών θεσμών

Ο Ernst Kantorowicz, στην εισαγωγή του βιβλίου The King’s Two Bodies, αναλύοντας την περίπτωση του σαιξπηρικού ήρωα Ριχάρδου II, υποστηρίζει πως η αντίληψη του καθολικού αλλά και του προτεσταντικού δόγματος για τον διαχωρισμό του σώματος του Χριστού από αυτό της Εκκλησίας, μεταφέρθηκε κατά το πέρας του Μεσαίωνα και στο βασιλικό σώμα. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε πως ο βασιλιάς έχει δύο σώματα: ένα φυσικό κι ένα πολιτικό. Το φυσικό του σώμα είναι θνητό και υπόκειται σε όλες τις φυσικές φθορές, όπως συμβαίνει με τα σώματα όλων των θνητών. Όμως το πολιτικό του σώμα είναι αόρατο και άφθαρτο, αποτελούμενο από τους θεσμούς δια των οποίων ασκεί την πολιτική διοίκηση και διακυβέρνηση του λαού του. Αυτό το θεσμικό σώμα δεν γερνά, δεν υπόκειται σε φυσική φθορά, γι’ αυτό και δεν επηρεάζεται από κακώσεις ή αναπηρίες του φυσικού σώματος. Εδώ ανευρίσκονται οι ρίζες της ιερότητας των δυτικών κρατικών θεσμών και η εγκαθίδρυση του απαραβίαστού τους στην κοινή συνείδηση.  Το θεσμικό σώμα, έχοντας θεϊκή καταγωγή, απέκτησε έκτοτε αυτονομία, γεγονός που του επέτρεψε να δημιουργήσει συνθήκες αυτοδιοίκησης ανεπηρέαστες από τα θνητά πρόσωπα που εκπληρούν τα καθήκοντά του.

Οι αμερικανικοί κρατικοί θεσμοί –όπως άλλωστε και οι αντίστοιχοι των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών-, καίτοι αποτελούν μέρος του πολιτικού συστήματος, λειτούργησαν επί μακρόν ως ιερές υπερπολιτικές οντότητες, κατοχυρωμένες από τον υπέρτατο χάρτη του Συντάγματος. Το γεγονός αυτό τους ανήγαγε σε θεματοφύλακες της  φιλελεύθερης δημοκρατίας και σε εγγυητές των ανθρώπινων προσδοκιών για δικαιοσύνη και ίσες ευκαιρίες. Ωστόσο, στη μετανεωτερική εποχή μας, η ιερότητα των θεσμών όπως και όλα τα υψηλά ιδεώδη που επέβαλε η νεωτερικότητα, υποχώρησε. Πέραν του επικρατούντος πνεύματος του μετανεωτερικού σχετικισμού, σε αυτό συνέβαλε και η διαμάχη του εθνικού κράτους με τις παγκοσμιοποιητικές ροές της πληροφορίας και του άυλου χρήματος. Τα εθνικά πολιτικά συστήματα -και μαζί τους οι εθνικές κοινωνίες-, αναζητώντας μέσα σ’ έναν κόσμο αβέβαιο και ανασφαλή την επιβίωσή τους, είτε συμπλέοντας με τα παγκόσμια ρεύματα, είτε εφαρμόζοντας προστατευτικές πολιτικές κλειστών συνόρων, ανέδειξαν ηγεσίες ανίκανες να προβλέψουν και να τιθασεύσουν τη νέα κοινωνική πολυπλοκότητα.

Οι περισσότεροι, κι όχι μόνο οι πολιτικοί αλλά και οι απλοί άνθρωποι, προσπαθούν να συλλάβουν το αναδυόμενο καινούργιο με γνωσιακά, μεθοδολογικά όπλα που ερμήνευαν το παλιό. Το κυριότερο από τα τελευταία είναι η αιτιατή λογική που δέσποσε στον δυτικό πολιτισμό. Η εν λόγω λογική, στην απλουστευτική της εκδοχή, παρουσιάζεται λυσιτελής γιατί γρήγορα αποδίδει το κακό σε ζητήματα έξω από τους ίδιους τους δρώντες, ενώ, ταυτόχρονα, επιχειρεί να εξαλείψει τα αρνητικά αποτελέσματα εξορκίζοντας τις αιτίες. Ανώριμες συνειδήσεις και ανεπαρκείς ηγέτες επιδίδονται σε μια τέτοια λογική προβάλλοντας εξωγενή αίτια σε κοινωνικές διαταραχές που δεν δύνανται να ελέγξουν.

Τέτοιος ηγέτης υπήρξε ο Τραμπ, ο οποίος απευθύνθηκε σε πολίτες ανίκανους να συλλάβουν τις κοινωνικές  και οικολογικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την πραγματικότητα του καιρού μας. Αποδίδοντας τα αίτια της αμερικανικής παρακμής πότε στην Κίνα, πότε στους μετανάστες και, το χειρότερο, στους θεσμούς, ο κατέχων ακόμη την εξουσία ηγέτης των ΗΠΑ δύναται να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική ηγετική προσωπικότητα του σημερινού μεταβαλλόμενου κόσμου, του οποίου οι σπασμοί του τέλους αλλά και οι σπασμοί της νέας κυοφορίας, λόγω του πόνου και του φόβου που τους συνοδεύουν, παράγουν ηγέτες αυταρχικούς, αναιδείς, με το πλαστό προσωπείο μιας αδέσμευτης και αγέρωχης ταυτότητας.

Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι ο Τραμπ. Είναι εκείνων των δημοκρατικών ελίτ που υπερασπίζονται με λόγους κενού περιεχομένου ήδη νεκρωμένους θεσμούς, θεσμούς χωρίς ιερότητα. Η φιλελεύθερη δημοκρατία την οποία υπερασπίζονται δεν μπορεί να αποτελεί συλλογικό ιδεώδες σε κοινωνίες όπου το κυνήγι του χρήματος έχει καταστεί σκοπός της ύπαρξής τους. Απαιτείται ένα νέο πνεύμα συλλογικότητας, καλλιέργειας κοινωνικής ευθύνης και πολιτικής ηθικής, για να γεννηθούν στους τόπους όπου συναντώνται και πράττουν από κοινού οι άνθρωποι νέοι θεσμοί. Όχι πολύ μακριά στο μέλλον, νέοι θεσμοί θα αναδειχθούν στα πεδία του διαδικτύου, στα κοινωνικά δίκτυα,  στις συσκέψεις και στα κινήματα για τις γεωπολιτικές στρατηγικές και τη ρύθμιση των περιορισμών και των ευκαιριών που αργά ή γρήγορα θα δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη∙ κυρίως όμως, για την προστασία του πλανήτη και την υπεράσπιση της ζωής, σκοπεύσεις που αποκτούν προτεραιότητα έναντι των παλιών δημοκρατικών ιδεωδών. Έργο των φιλοθεσμικών, αντιαυταρχικών ηγετών είναι να φροντίσουν για την προώθησή τους, προσδίδοντάς έτσι στην έννοια της δημοκρατίας ουσιαστικό περιεχόμενο. 

*Η Ιωάννα Τσιβάκου είναι ομότιμη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου