ΑΠΟΨΗ

«Δικαστικός Καλλικράτης», διοίκηση δικαστηρίων, αξιολόγηση δικαστών

dikastikos-kallikratis-dioikisi-dikastirion-axiologisi-dikaston-561193402

Τα τελευταία χρόνια επισημαίνεται ότι η Δικαιοσύνη στη χώρα μας πάσχει, κυρίως διότι αποδίδεται με καθυστέρηση, και για τον λόγο αυτό δεν ανταποκρίνεται στον ρόλο που της αναγνωρίζει το Σύνταγμα και που αναμένει η κοινωνία. Οφείλουμε, ως δικαστές αλλά και ως πολίτες, να εντοπίσουμε τα προβλήματα του δικαστικού συστήματος και να προτείνουμε λύσεις.
 
Οι προτάσεις θα μπορούσαν να αφορούν πολλούς τομείς. Με την παρέμβασή μας αναδεικνύουμε τρεις, χωροταξία και διεύθυνση των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών.
 
Η χωροταξία των δικαστηρίων και εισαγγελιών όχι μόνο έχει σχεδιαστεί σε παλαιότερες εποχές, όταν το οδικό δίκτυο, τα μέσα μεταφοράς και η τεχνολογία δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά, αλλά συχνά ήταν αποτέλεσμα μικροπολιτικών υπολογισμών προς ικανοποίηση τοπικών συμφερόντων. Παρατηρείται ότι περιφερειακά δικαστήρια, ενώ έχουν μικρή εισροή υποθέσεων, έχουν μεγάλη εκκρεμότητα, και άλλα με μικρότερη εισροή και εκκρεμότητα έχουν περισσότερο προσωπικό. Είναι αναγκαία η αναδιάταξη των δικαστικών μονάδων, έπειτα από σχετική μελέτη, αξιοποιώντας την τεχνολογία, ώστε να παρέχονται οι δικαστικές υπηρεσίες ακόμα και στις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας με ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και τηλεσυνεδριάσεις με τη συνδρομή τοπικών υπηρεσιών και τον αναγκαίο αριθμό υπαλλήλων. Για τον σχεδιασμό υπάρχουν εργαλεία από ευρωπαϊκούς οργανισμούς, που έχουν δοκιμαστεί σε πολλές χώρες. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εμπειρία, τα δικαστήρια πρέπει να διαθέτουν ελάχιστο αλλά και μέγιστο αριθμό δικαστών (μεταξύ 40 και 80), ώστε να είναι παραγωγικά και να διασφαλίζεται η παρουσία των δικαστών στο δικαστήριο. Τα δικαστήρια πρέπει να πληρούν προδιαγραφές δικαστικών κτιρίων, με τον απαιτούμενο βαθμό ασφάλειας, τον αναγκαίο αριθμό γραφείων για εργασία των δικαστών εντός του δικαστηρίου, επαρκείς θέσεις στάθμευσης για τους πολίτες, ράμπες και διευκολύνσεις σε άτομα με ειδικές δεξιότητες, κατάλληλους χώρους υποδοχής πολιτών και τεχνολογικές υποδομές.
 
Η νέα χωροταξία μειώνει τις μετακινήσεις των δικαστών που αποψιλώνουν τα περιφερειακά δικαστήρια και συνεπάγονται καθυστερήσεις στη διαχείριση των υποθέσεων, εντάσσει τους νέους δικαστές σε οργανωμένο περιβάλλον, επιτρέποντας την επικοινωνία με έμπειρο δυναμικό και την εξειδίκευση, υπηρετεί την καλύτερη διεύθυνση των δικαστηρίων και την αξιολόγηση των δικαστών. Η μετάβαση στη νέα χωροταξία απαιτεί χρόνο, εκτίμηση επιπτώσεων, υπέρβαση μικροπολιτικών τοπικών ή συντεχνιακών προσεγγίσεων. 
 
Τα δικαστήρια ασκούν το δικαιοδοτικό τους έργο και ταυτόχρονα αποτελούν δημόσιες υπηρεσίες που διοικούνται και διέπονται από τις αρχές διοίκησης (management), προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους.
Στα περιφερειακά δικαστήρια και εισαγγελίες η θέση του διευθύνοντος παραμένει συνδεδεμένη αποκλειστικά με την αρχαιότητα. Ομως αποτελεί κοινό μυστικό ότι δεν έχουν όλοι την ικανότητα να διευθύνουν. Παρατηρείται επίσης το φαινόμενο οι διευθύνοντες περιφερειακές δικαστικές υπηρεσίες, οι οποίοι επιχειρούν να εκσυγχρονίσουν τη λειτουργία τους, να αντιμετωπίζουν, συχνά, την αντίδραση του προσωπικού της γραμματείας. Το πρόγραμμά τους συνθλίβεται από αιτήματα να μην αλλάξει τίποτα.
 
Στις μεγάλες πόλεις προβλέπεται η εκλογή από την ολομέλεια και η λειτουργία τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης για τα δικαστήρια και μονομελούς οργάνου διεύθυνσης στις εισαγγελίες. Εδώ τα προβλήματα διεύθυνσης προέρχονται κυρίως από το ανορθολογικό, σε ορισμένες πόλεις, μέγεθος των δικαστηρίων και εισαγγελιών. 
 
Προς αντιμετώπιση των ανωτέρω προτείνεται: Οργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης στη Σχολή Δικαστών για τη διεύθυνση των δικαστηρίων. Πλήρωση των θέσεων των διευθυνόντων τα περιφερειακά δικαστήρια με επιλογή από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με βάση το βιογραφικό και τον υπηρεσιακό φάκελο των υπηρετούντων και παραμονή στις θέσεις για μία διετία. Αξιολόγηση της θητείας των διευθυνόντων βάσει ειδικών κριτηρίων. Ο διευθύνων διατηρεί σχέση συνεργασίας με τον προϊστάμενο γραμματείας ο οποίος αξιολογείται βάσει αξιόπιστου συστήματος. Η ανάθεση των τμημάτων σε προέδρους στηρίζεται στην εμπειρία και στις δεξιότητες στις υποθέσεις του τμήματος. Οι πρόεδροι υιοθετούν καλές πρακτικές κατά τον συντονισμό του τμήματος, ιδίως ως προς τον καταμερισμό της εργασίας.
 
Η αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών ανατίθεται σε συναδέλφους τους επιθεωρητές που κατέχουν ανώτατους βαθμούς και κληρώνονται για ετήσια θητεία. Οπως είναι οργανωμένη η επιθεώρηση, δεν προσφέρει αξιόπιστη εικόνα ούτε των αξιολογουμένων, σε ατομικό επίπεδο, ούτε των δικαστηρίων, ως οργανωτικών μονάδων. Προβλήματα του συστήματος είναι ότι οι επιθεωρητές κληρώνονται και έχουν σύντομη θητεία, ο αριθμός τους είναι μικρός σε σχέση με το σύνολο των αξιολογουμένων, δεν έχουν εκσυγχρονισθεί τα κριτήρια της αξιολόγησης, δεν αξιολογείται η διοικητική ικανότητα όσων ασκούν καθήκοντα διευθύνοντος, δίνεται μεγάλο βάρος στην ποσοτική απόδοση και συχνά οι εκθέσεις είναι στερεότυπες.
 
Προτεινόμενα μέτρα: Ορισμός των επιθεωρητών από τις ολομέλειες με βάση τα προσόντα και τις δεξιότητες που διαθέτουν σε θέματα διοίκησης και αξιολόγησης. Αύξηση της θητείας και του αριθμού τους ώστε να ασκούν τα καθήκοντα περισσότερο χρόνο και να υπάρχει καλύτερη αναλογία επιθεωρητών – αξιολογουμένων. Εμπλουτισμός των κριτηρίων αξιολόγησης ώστε να ελέγχεται π.χ. η ικανότητα στις διαδικασίες διαμεσολάβησης, η ταχύτητα προσαρμογής σε νέους τομείς του δικαίου, η ευχέρεια ανταπόκρισης σε πρόσθετα καθήκοντα, όπως η εκπαίδευση νέων δικαστών, η συμμετοχή σε επιτροπές και συμβούλια. Ειδική έκθεση αξιολόγησης για τους δικαστές που ασκούν καθήκοντα διοίκησης. Καλές πρακτικές από τους επιθεωρητές για ενιαία εφαρμογή κριτηρίων αξιολόγησης. Σύσταση ειδικής υπηρεσίας στα ανώτατα δικαστήρια που υποστηρίζει την επιθεώρηση. Αξιολόγηση των δικαστών και της απόδοσης των δικαστηρίων και εισαγγελιών ως υπηρεσιών.
 
Οι προτάσεις περιλαμβάνονται στην υπό δημοσίευση –από τον οργανισμό ΔιαΝΕΟσις– έκθεση για τη Δικαιοσύνη, που συνέταξαν δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι μετείχαν και στη συγγραφή του βιβλίου «Δικαιοσύνη στην Ελλάδα» (ΔιαΝΕΟσις, 2019).
 
* Ο κ. Μιχάλης Πικραμένος είναι αντιπρόεδρος ΣτΕ, αναπλ. καθηγητής Νομικής Σχολής. Ο κ. Ιωάννης Συμεωνίδης είναι επίτροπος στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Διοικητικών Δικαστηρίων, καθηγητής Νομικής Σχολής. Ο κ. Βασίλειος Ανδρουλάκης είναι σύμβουλος Επικρατείας. Η κ. Θεοκτή Νικολαΐδου είναι εφέτης. Ο κ. Λάμπρος Τσόγκας είναι αντεισαγγελέας Εφετών. Ο κ. Πέτρος Αλικάκος είναι πρόεδρος Πρωτοδικών.