ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Και ο κορωνοϊός απειλεί την γλώσσα μας;

kai-o-koronoios-apeilei-tin-glossa-mas-561195538

Ο φόβος έχει την δική του ιστορία. «Έρχονται οι ξένες λέξεις και χάνεται η γλώσσα μας». Μας το λέγανε από τότε που ήμασταν παιδιά. Και ίσως, αυτοί που μας το λέγανε την δεκαετία του ‘80 να το είχαν ακούσει και από τους δικούς τους πατεράδες την δεκαετία του ‘60. 

Όμως δεν είμαι γλωσσολόγος, ούτε καν φιλόλογος, οπότε δεν νιώθω στρατιώτης στις γλωσσολογικές μάχες που κάθε τόσο φουντώνουν γύρω μας. Και δεν μου αρέσουν και οι αφορισμοί. Ούτε οι αφορισμοί των «κακών», ούτε οι αφορισμοί των «καλών».

Δεν χάνεται λοιπόν η γλώσσα μας – γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Δεν χάθηκε ούτε με τις ντισκοτέκ που έπαιζαν μόνο «αμερικάνικα». Δεν χάθηκε ούτε με την εμφάνιση του ευρώ – γιατί και τότε υπήρχε ο φόβος ότι αφού εξαφάνισαν την δραχμούλα μας θα εξαφάνιζαν και την γλώσσα μας. Και είμαι σίγουρος ότι δεν θα εξαφανιστεί ούτε με την πανδημία. Ναι, δημιουργήθηκαν καμιά εκατοστή νέες «λέξεις-φράσεις» για να απαντήσουμε σε αυτό που δεν είχαμε καν προλάβει να σκεφθούμε, με τις εκρήξεις και τις καραμπόλες τις εξέλιξης. 

Όμως και θα την πω την αμαρτία μου -μου προκαλούν γέλια κάποιοι πολιτικοί αλλά και κάποιοι επιστήμονες που αναμασούν «λέξεις-φράσεις» που τις έχουν ξεπατικώσει από τις ανακοινώσεις αμερικάνικων οργανισμών ή υπηρεσιών. Γιατί περί αυτού πρόκειται. 

Ποτέ κανείς εδώ δεν έλεγε take away. Λέγαμε «πάω να πάρω φαγητό απ’ έξω» ή «έφερα πακέτο». Αλλά take away; Και πόσο μάλλον click away; Πες άνθρωπέ μου «γρήγορο τεστ στους οδηγούς» και όχι «drive through rapid test». 

Το κατανοώ ίσως από τους ξενιτεμένους μας επιστήμονες που, στις συνδέσεις από τα πέρατα του κόσμου, προσπαθούν να μας διαφωτίσουν… Αν και οι περισσότεροι εξ αυτών σπεύδουν να μεταφράσουν τις ξένες «λέξεις-φράσεις» που χρησιμοποιούν.  

Αλλά δεν το κατανοώ από όλους αυτούς που απλώς ξεσηκώνουν την «λέξη-φράση» και δεν νοιάζονται να την εντάξουν ομαλά σε μια πρόταση. Είναι κατά βάση μια συμπλεγματική συμπεριφορά. «Μην ακουστεί ότι δεν ξέρω αγγλικά» ή «μην νομίζουν ότι δεν παρακολουθώ τις εξελίξεις» ή «μην μου πουν πως δεν μιλάω την γλώσσα των νέων». 

Το λέω με αγάπη γιατί και εγώ δεν ξέρω ξένες γλώσσες. Γράφω ανορθόγραφα (όχι πάντα – ακανόνιστα) και όσες απόπειρες έχω κάνει να μάθω ξένες γλώσσες απέτυχαν (και δεν αναφέρομαι στα αγγλικά και τα γαλλικά του σχολείου, αλλά στα ιδιαίτερα εντατικά αγγλικά και στα νυχθημερόν ιταλικά – στην Ιταλία!). Το σφουγγάρι του μυαλού μου όμως δουλεύει τα βράδια και τα σβήνει όλα. Και πράξεις πολλαπλασιασμού κάνω ακόμη με προσθέσεις και αφαιρέσεις. Δυσλεκτικός με μια λέξη.

Η Black Friday όμως είναι Black Friday. Δεν είναι «Μαύρη Παρασκευή» γιατί αυτό θα το λέγαμε μόνο αν μια Παρασκευή χάναμε το πρωτάθλημα ή τις εκλογές.  

Προφανώς λοιπόν μιλάμε μια γλώσσα που δεν είναι καθαρή γιατί καμία γλώσσα δεν είναι καθαρή. Δανείζουμε και δανειζόμαστε λέξεις. Και άμα το βάλουμε κάτω θα δούμε ότι οι μισές μας λέξεις έχουν τουρκικές, σλάβικες και ιταλικές ρίζες. Και συνεχίζουμε μέχρι σήμερα να παίρνουμε τις απαραίτητες λέξεις, να εξελισσόμαστε και να τις κλείνουμε άμα λάχει. «Φραπεδιά!». Ή το πιο πρόσφατο «γκουγκλάρω»!

Γιατί όλες αυτές τις δεκαετίες -τους αιώνες θα έλεγα- είχαμε τον χρόνο να «απορροφήσουμε» δημιουργικά τις ξένες λέξεις. Και εδώ είναι που θέλω να προσθέσω μια «τρίτη άποψη» στον γλωσσολογικό εμφύλιο που μαίνεται στα μετόπισθεν της πανδημίας. Πόσες ξένες λέξεις μπορεί να αφομοιώσει σε ένα μήνα ή σε ένα χρόνο μια κοινωνία; Μην μου πείτε άπειρες γιατί δεν ισχύει. Ούτε «καμιά» που λέει ο Μπαμπινιώτης. Η αφομοίωση, η ένταξη είναι πάντα σε συνάρτηση με το μέγεθος και τον χρόνο. Συμβαίνει με τα ήθη, συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Θυμηθείτε την κόντρα πριν μερικά χρόνια για την τύχη των μεταναστών στο Αγαθονήσι. «Αν ήταν δέκα, είκοσι μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε. Αλλά ήρθαν 200 και είμαστε όλοι κι όλοι 180, πώς να τους εντάξουμε»; 

Συμβαίνει με τις λέξεις ότι συμβαίνει και με τους ανθρώπους; Νομίζω πως ναι. 

«Και τόσες δεκαετίες γιατί δεν είχαμε προβλήματα», ακούω τον αντίλογο. «Γιατί καταφέρναμε και απορροφούσαμε ό,τι μας ήταν χρήσιμο και αποβάλαμε ό,τι τελικά δεν μας πήγαινε»;

Απαντώ: γιατί δεν υπήρχε ο επιταχυντής των social media. 

Μια λέξη για να μπει στη γλώσσα μας, έπρεπε κάποιοι να την πουν, κάποιοι να την γράψουν, κάποιοι να προβληματισθούν και τελικά κάποιοι να την διαδώσουν (αρκεί αυτοί οι «κάποιοι» να ήταν περισσότεροι από τους άλλους «κάποιους» που στραβομουτσούνιασαν και της γύριζαν την πλάτη). 

Τώρα με την άκριτη, εκθετική αύξηση των μηνυμάτων στο διαδίκτυο η διάδοση μιας ξένης λέξης ή ξένης φράσης  δεν έχει φίλτρα. Εξαρτάται μόνο από την στιγμιαία έμπνευση των σοσιαλμιντιάδων για το ποια καινούργια λέξη θα τους κάνει πιο «προχωρημένους». Outfit για την φορεσιά. Followers για αυτούς που ακολουθούν. 

Κατηγορούμε όλο και συχνότερα το διαδίκτυο ότι γίνεται αναμεταδότης ανόητων ή επικίνδυνων ιδεών – εκεί δεν κατέληγαν οι αναλύσεις για τον Τραμπ; Αυτό δεν αφορά και τη χρήση της γλώσσας;

Για μένα το ίντερνετ και τα social media δεν είναι το άγιο δισκοπότηρο της κοινωνίας μας, που ό,τι μπαίνει εκεί εξαγνίζεται. Και ευτυχώς το έχουμε πάρει όλοι πλέον χαμπάρι και ξεφύγαμε από την θεοκρατική αντίληψη ότι όλα θα τα λύσει η εξέλιξη.  Τίποτα δεν λύνει μόνη της η αγορά, το κόμμα ή ο Θεός. Όλοι πρέπει να βάλουμε το χέρι μας και στην συγκεκριμένη περίπτωση το στόμα μας.

Γιατί η γλώσσα που κατοικούμε αγαπά την εξέλιξη, αγαπά την ανανέωση, αγαπά να ερωτοτροπεί ακόμη-ακόμη, αλλά θέλει και αυτή τον χρόνο της. 

Ακούστε το podcast εδώ