ΑΠΟΨΗ

Τα «παράδοξα» της αλληλεγγύης…

ta-paradoxa-tis-allileggyis-561199243

Προσεγγίζοντας κανείς την, από πολλές απόψεις, εξαιρετικά επίκαιρη στις μέρες μας, ιδέα της αλληλεγγύης, έρχεται αντιμέτωπος με δύο «παράδοξα»: 

Το πρώτο «παράδοξο» είναι ότι, ενώ ως όρος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος και δημοφιλής, στην πράξη περισσότερο παλινωδεί μεταξύ αοριστίας και αμφισημίας, παρά με αυτόν νοείται κάτι απτό και συγκεκριμένο. Ενώ συναντάται σχεδόν πάντα σε συνταγματικά κείμενα, διακηρύξεις και ιδρυτικές συνθήκες διεθνών ενώσεων και θεσμών, σε πολιτικά συνθήματα και κομματικά μανιφέστα, ενώ κυριαρχεί στη ρητορική τόσο των σοσιαλδημοκρατικών όσο και των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων του δυτικού κόσμου, στην πράξη δεν συνδέεται με καμία κανονιστικού τύπου δέσμευση και υποχρέωση. Ενώ πρόκειται για έναν όρο εξαιρετικά «γειωμένο», εννοώντας ότι είναι απόλυτα ενταγμένος ακόμα και στο καθημερινό λεξιλόγιο του σύγχρονου ανθρώπου και αναφέρεται σε μία εντυπωσιακά ευρεία θεματολογία (ενδεικτική είναι η εξοικείωση με φράσεις όπως αυτή της «κοινωνικής αλληλεγγύης», της «αλληλεγγύης γενεών», της «περιβαλλοντικής αλληλεγγύης», της «ταξικής» αλληλεγγύης, της «ανθρωπιστικής αλληλεγγύης», της αλληλεγγύης στο πλαίσιο της μετανάστευσης, κ.ά.), σε πρακτικό και εν τέλει ουσιαστικό επίπεδο, με αυτόν εννοούνται από τα πάντα έως το απόλυτο τίποτα. 

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα επίσημα θεσμικά ευρωπαϊκά κείμενα – από τις Συνθήκες της ΕΕ έως τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και από τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έως τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου -, η αλληλεγγύη, θεωρητικά, συνιστά μία απολύτως κεντρική έννοια. Ωστόσο, σε πρακτικό επίπεδο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Καταγράφεται μεγάλη αμφισημία για το τί συνιστά και τελικά τί υπαγορεύει. Και μάλιστα η Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα μία από τις χώρες, που αυτήν τη σύγχυση και διαφοροποίηση μεταξύ θεωρητικού και πρακτικού επιπέδου, τη διαπιστώνει με έντονα βιωματικό τρόπο. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στο προοίμιο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας και μέσω αυτής αναγνωρίστηκε η νομική δεσμευτικότητά του, αναφέρεται ότι η Ένωση «εδράζεται στις αδιαίρετες και οικουμενικές αξίες της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης», ενώ και στο κεφάλαιο ΙV που φέρει τον τίτλο «Αλληλεγγύη», καταγράφονται και προστατεύονται δικαιώματα, που συνδέονται λιγότερο, ή περισσότερο στενά, με την έννοια της αλληλεγγύης (άρθρα 27 – 38 ΕΧΘΔ). Στην πραγματικότητα, όμως, δεν προσδιορίζεται ούτε η σημασία, αλλά το κυριότερο, ούτε οι κανονιστικές συνέπειες της αλληλεγγύης, ωσάν, όπως σημειώνει ο καθ. του ΑΠΘ, Φ. Παιονίδης, αυτές να είναι αυτονόητες (βλ. «Η αμφίβολη προοπτική της ενδοευρωπαϊκής αλληλεγγύης» 2015). Εξαιρετικά αποκαλυπτική για την πολυπλοκότητα και εννοιολογική σύγχυση σε σχέση με την αλληλεγγύη σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι και η πρόσφατη, πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ, «Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στην εποχή του COVID-19», (Policy Brief #133/ Οκτώβριος 2020).

Το δεύτερο «παράδοξο» αφορά στην κατάφορη παραμέλησή της σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς στον ευρύτερο φιλοσοφικό στοχασμό είναι εκκωφαντικά απούσα. Δηλαδή, παρά την ευρεία και ελεύθερη χρήση του όρου, η οποία συχνά κινείται στα όρια της κατάχρησης,, σπάνια έχει αποτελέσει αντικείμενο μιας λεπτομερούς και εξειδικευμένης φιλοσοφικής πολιτικής θεωρίας. Κατά το παρελθόν, φαίνεται να έχει απασχολήσει περισσότερο την επιστήμη της κοινωνιολογίας (βλ. κλασικούς Γερμανούς και Γάλλους κοινωνιολόγους, όπως  A. Comte, E. Durkheim, Max Weber, κ.ά.), ενώ στον τομέα της πολιτικής φιλοσοφίας, έχει συνδεθεί, σχεδόν αποκλειστικά, με την κλασική σοσιαλιστική σκέψη και παράδοση. Στις μέρες μας, πάλι, αναλύεται κυρίως μέσα στο πλαίσιο εκείνων των θεωρητικών ρευμάτων που επιχειρούν να διαφοροποιηθούν από τις κυρίαρχες κανονιστικές καταβολές του μοντερνισμού, βλέπε π.χ. κοινοτισμό, φεμινισμό, μεταμοντερνισμό κ.ά. Στο πλαίσιο, πάντως, του κυρίαρχου ρεύματος του πολιτικού φιλελευθερισμού, διαπιστώνεται μία αμηχανία ως προς τη διαχείρισή της. Από τη μία δεν μπορεί να αποκλειστεί εύκολα από  το θεωρητικό πλέγμα των ιδεωδών που συγκροτούν μία κοινωνία δικαίου, αλλά από την άλλη δεν έχει βρεθεί τρόπος ένταξής της ως κανονιστική πολιτική αρχή.

Θεωρητικοί της αλληλεγγύης περιγράφουν με γλαφυρό τρόπο αυτήν την ιδιάζουσα κατάσταση. Για παράδειγμα, ο Kurt Bayertz στην εισαγωγή του συλλογικού τόμου “Solidarity” (1999), τον οποίο επιμελείται, σημειώνει ότι η αλληλεγγύη «είναι τόσο οικείος όρος με μία καθημερινή αίσθηση, αλλά παράλληλα παραμένει ένα ξένο σώμα”, ενώ ο Helmut Thome, στον ίδιο τόμο, εύστοχα υποστηρίζει ότι η αλληλεγγύη «είναι σαν ένα νόμισμα που είναι ελεύθερα μετατρέψιμο και συμβατό από τη μία ιδεολογία στην άλλη, ανταλλάσσεται εύκολα και εύκολα, επίσης, απορρίπτεται ξανά και ξανά στις αέναες παλίρροιες της πολιτικής προπαγάνδας». Αλλά και o σπουδαιότερος διανοητής της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας, John Rawls, στο μνημειώδες έργο του Theory of Justice (1971), σημειώνει ότι «σε σύγκριση με την ελευθερία και την ισότητα, η ιδέα της αδελφότητας κατείχε ανέκαθεν υποδεέστερη θέση στη δημοκρατική θεωρία» και ότι αντιμετωπίζεται «ως μία λιγότερο συγκεκριμένη πολιτική έννοια», η οποία «δεν ορίζει από μόνη της κάποιο δημοκρατικό δικαίωμα». Αποκαλυπτικός της θεωρητικής παραμέλησης είναι ο δείκτης που σημειώνει ο Harry Frankfurt, ήδη από το 1987, ότι στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Yale, η οποία φιλοξενεί περί 8,5 εκατ. βιβλία, υπάρχουν 1.159 καταχωρήσεις για τη λέξη “ελευθερία” και 326 για τη λέξη ισότητα. Για τη λέξη “αδελφοσύνη” (fraternity) δεν υπάρχει καμία και καταγράφονται μόλις τέσσερις (4) για τη λέξη “brotherliness”. Μπορεί, 30 χρόνια μετά, ο αριθμός των καταχωρήσεων να μην είναι πια ακριβής, ωστόσο, όπως σημειώνουν διανοητές που πραγματεύονται σήμερα το αλληλέγγυο ιδεώδες (βλ. Veronique Munoz Darde, Angel Puyol, κ.ά.), η παρατήρηση του Frankfurt παραμένει επίκαιρη.

Η αλληλεγγύη, με άλλα λόγια, ενώ συνιστά κεντρική διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, ωστόσο απουσιάζει από τις πιο καίριες και με τη μεγαλύτερη επιρροή κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες της σύγχρονης αγγλόφωνης πολιτικής φιλοσοφίας. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση του διάσημου Αμερικανού κοινωνιολόγου Alexander Jeffrey ότι «μεγάλο μέρος της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας έχει προσπαθήσει να κάνει την αλληλεγγύη να εξαφανιστεί».

Τα δύο αυτά «παράδοξα», ωστόσο, φαίνεται να συνδέονται. Για την ακρίβεια το δεύτερο δύναται να συνιστά ερμηνεία, έως ένα βαθμό, του πρώτου παράδοξου περί πρακτικής κενότητας και αοριστίας. Όπως το θέτει ο Kurt Bayertz, αυτή η συχνή χρήση του όρου στην καθημερινή πολιτική ζωή προκειμένου να κινητοποιήσει για δράση, ακόμη και για «θυσίες» ενισχύεται, ως αποτέλεσμα αυτού του ανεξήγητου θεωρητικού του υποβάθρου. “Όσο πιο ασαφή είναι τα προαπαιτούμενα και οι εφαρμογές του, τόσο πιο ελεύθερα και άκριτα δύναται να χρησιμοποιηθεί”, σημειώνει χαρακτηριστικά. 

Με άλλα λόγια, αυτό το θεωρητικό έλλειμμα του αλληλέγγυου ιδεώδους δεν είναι, θεωρώ, χωρίς κόστος. Κι αυτό διότι, σε πείσμα της επικρατούσας υποβάθμισης του ρόλου της φιλοσοφίας στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, έχω την βαθιά πεποίθηση ότι η φιλοσοφική επεξεργασία των ιδεών συνιστά αναγκαία συνθήκη για την ωρίμανσή τους και τη νομιμοποίηση τους στις συνειδήσεις νομοθετών και πολιτών και τελικά για την αποτύπωσή τους με απτό και ρεαλιστικό τρόπο, κανονιστικά, στο θεσμικό σύστημα και κοινωνικές πρακτικές της πολιτείας. Αυτό το στοιχείο της ωρίμανσης και της επεξεργασίας είναι απαραίτητο, προκειμένου να αποκρυσταλλωθεί με σαφήνεια το σε τί αναφέρεται και σε τί συνίσταται η εκάστοτε ιδέα. 

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το εξισωτικό ιδεώδες. Η αναγνώριση της ίσης ηθικής αξίας σε όλους τους ανθρώπους αποτελεί μία από τις εντυπωσιακότερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Πρόκειται, ωστόσο, για μία κατάκτηση που δεν μετρά πολλά χρόνια, αν αναλογιστούμε ότι μέχρι πριν μερικές μόνο δεκαετίες η ισότητα δεν ήταν σε καμία περίπτωση δεδομένη. Αυτή η κατάκτηση, ωστόσο, θεωρώ ότι δεν είναι άσχετη, αλλά αντίθετα, έως κάποιο βαθμό, συνδέεται τόσο με την εξαιρετικά μακρά και πλούσια διανοητική ιστορία της έννοιας όσο και με το ότι «κάθε πειστική σύγχρονη πολιτική θεωρία αναγνωρίζει ως έσχατη την ίδια αξία, την ισότητα» (βλ. από John Rawls, Ronald Dworkin και Amartya Sen, έως ακόμα και R. Nozick). Μπορεί διαφορετικές θεωρίες να την εξειδικεύουν και να αναγνωρίζουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής και διαφορετικά είδη ισότητας (ισότητα ευκαιριών, ισότητα κατ’ αποτέλεσμα, τυπική ισότητα ευκαιριών εναντίον ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών, ίση μεταχείριση εναντίων θετικών διακρίσεων, κ.ά,) ωστόσο, φαίνεται ότι τόσο στην πολιτική θεωρία όσο και στη θεωρία του δικαίου, έχει επιτευχθεί ευρεία συναίνεση υπέρ της, ως κανονιστικής αρχής. (βλ. αν.καθ. Λίνα Παπαδοπούλου, «Ισότητα εναντίον ισότητας: μοντέλα διανεμητικής δικαιοσύνης», 2004)

Ακολουθώντας τον «δάσκαλο» John Dewey περί αδιαίρετου μεταξύ θεωρίας και πράξης, θεωρώ ότι ανάλογη φιλοσοφική επεξεργασία είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει και για το ιδεώδες της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το στοίχημα είναι η κοινωνική αλληλεγγύη από πολιτικό «σλόγκαν», να καταστεί ένα κανονιστικό πολιτικό ιδεώδες, που να συνεπάγεται συγκεκριμένα δικαιώματα και συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Να αποκαθαρθεί από την αοριστία και τον μερικευτισμό που της χρεώνουν, προκειμένου να μετουσιωθεί σε πολιτικό σχέδιο και κοινωνική σύλληψη που θα φέρει την εκάστοτε πολιτική κοινότητα πιο κοντά στη συλλογική αυτοπραγμάτωση και δημοκρατική ολοκλήρωση. 

 

* Η Νατάσα Κορδού είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Υπ. Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης Πανεπιστημίου Αθηνών