ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η «Γαλάζια Πατρίδα», το Casus Belli και η επανέναρξη των διερευνητικών

Η «Γαλάζια Πατρίδα», το Casus Belli και η επανέναρξη των διερευνητικών

Έφθασε η ώρα της πολυσυζητημένης επανέναρξης, μετά από διακοπή πέντε ετών, των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας οι οποίες θα διεξαχθούν τη Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη.

Ο νέος γύρος πραγματοποιείται σε ένα βεβαρυμένο περιβάλλον, κυρίως λόγω της αναθεωρητικής πολιτικής που ευθέως πρεσβεύει πλέον η Άγκυρα, προτάσσοντας το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και μάλιστα με μια ασυνήθιστα επιθετική ρητορική.

Το συγκεκριμένο δόγμα, όπως και οι περιοδικές απειλές περί casus belli – που δεν φαίνεται να εξοργίζουν ή έστω να εκνευρίζουν τους εταίρους σε βαθμό που να προκαλούν τιμωρητικές αντιδράσεις – δεν μπορούν να αποτελέσουν ούτε βάση, ούτε μέρος μιας διαπραγμάτευσης.

Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» ουσιαστικά ανατρέπει το γεωστρατηγικό περιβάλλον της περιοχής και αμφισβητεί τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία και όχι μόνο.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί κανείς να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος για τις προοπτικές επιτυχίας των διερευνητικών.
Μπορεί το τελευταίο διάστημα να έχει υπάρξει μια σχετική ηρεμία και απουσία απειλητικών κινήσεων όπως αυτές του καλοκαιριού, ωστόσο δεν διαφαίνεται πρόθεση ουσιαστικής αλλαγής εκ μέρους της γειτονικής χώρας.

Ο Ερντογάν αναζητεί “γέφυρες” με την ΕΕ και τις ΗΠΑ, αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορεί να απειλεί και να συγκρούεται με όλους, ενώ οι αμερικανικές κυρώσεις προκαλούν ζημία στη χώρα του, και το πιθανότερο είναι πως εντάσσει τη συνάντηση της Δευτέρας στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού που αφορά στις σχέσεις με την Ένωση.

Σε κάθε περίπτωση, η συνάντηση των αξιωματούχων των δυο χωρών στην Κωνσταντινούπολη δεν αποτελεί έναρξη διαλόγου. Είναι μια πρώτη επαφή στην οποία θα γίνει καταγραφή θέσεων και ανίχνευση προθέσεων.

Υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποδεχθεί θετική εξέλιξη, αλλά δυστυχώς η μέχρι τώρα ρητορική από την άλλη πλευρά του Αιγαίου δεν δικαιολογεί ελπίδες για πραγματική πρόοδο.

Αντίθετα, δείχνει ότι στόχευση της Άγκυρας δεν είναι η αναζήτηση λύσης – ακόμη και μέσω της παραπομπής της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στη Χάγη – αλλά η επίρριψη της ευθύνης στην άλλη πλευρά, το λεγόμενο blame game.

Είναι ξεκάθαρο ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν επιτρέπει τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών για την έναρξη ενός ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ δυο γειτόνων οι οποίοι, χωρίς μαξιμαλισμούς και απειλές, επιθυμούν να συμβιώσουν ειρηνικά, προς όφελος και των δυο.