ΑΠΟΨΗ

Κ. Υφαντής: Οι διερευνητικές δεν έχουν κόστος αν…

Κ. Υφαντής: Οι διερευνητικές δεν έχουν κόστος αν…

Τη στιγμή που η ελληνική αντιπροσωπεία γινόταν δεκτή στο παλάτι Ντολμά Μπαχτσέ, όπου από την εποχή του Μουσταφά Κεμάλ χρησιμοποιείται ως προεδρική κατοικία στην Κωνσταντινούπολη, οι υπουργοί Αμυνας Ελλάδος και Γαλλίας υπέγραφαν τη συμφωνία για την προμήθεια 18 αεροσκαφών Rafale που θέτει τις βάσεις για τη σημαντική ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Στον βαθμό που είναι σύμπτωση, είναι μια ευτυχής σύμπτωση. Σε κάθε περίπτωση όμως, αποκαλύπτει τις βασικές παραμέτρους της ελληνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση μιας απροκάλυπτης προσπάθειας της τουρκικής ηγεσίας να αναγκάσει την Αθήνα να αποδεχθεί πάγιες επιδιώξεις της Αγκυρας. Αν οι τελευταίοι δεκαοκτώ μήνες είναι οδηγός, τότε η λιγότερο επισφαλής εκτίμηση είναι ότι δύσκολα θα αλλάξει κάτι το επόμενο διάστημα. Το φάσμα της αναζωπύρωσης της τουρκικής επιθετικότητας δεν θα φύγει σύντομα από το ανάγλυφο της περιοχής μας.

Για την ελληνική πλευρά, αυτοί οι δεκαοκτώ μήνες ήταν και είναι περίοδος όπου φυσικές και διπλωματικές αντοχές δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται. Αλλά ήταν και μια συγκυρία στρατηγικού αναστοχασμού. Σε μια διελκυστίνδα όπως η ελληνοτουρκική, όπου η ισορροπία ισχύος είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο οι δύο πλευρές αναπτύσσουν τις προτιμήσεις τους, οι επιλογές σε τακτικό, επιχειρησιακό και βεβαίως σε στρατηγικό επίπεδο που να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις προθέσεις της Αγκυρας δεν είναι πολλές και αποτυπώνονται στον συμβολισμό της επανέναρξης των διερευνητικών και της απόκτησης ενός αμυντικού συστήματος που συνεισφέρει αποφασιστικά στην αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος.

Για την Αθήνα, η αποκλιμάκωση της έντασης με την –έστω και προσωρινή– διακοπή των παράνομων τουρκικών μονομερών ενεργειών σε μη οριοθετημένες περιοχές ήταν κρίσιμος στόχος. Για να επιτευχθεί, χρειαζόταν η αποφασιστικότητα και αντοχή στα τουρκικά διαβήματα από τον Εβρο μέχρι τα ανοιχτά του Καστελλόριζου αλλά και η εμμονή στη λογική του οριοθετημένου διαλόγου.

Δύο φορές το τελευταίο εξάμηνο η Αγκυρα επιχείρησε να αποφύγει την επανέναρξη της διαδικασίας των διερευνητικών επαφών. Την τελευταία φορά τον περασμένο Αύγουστο με πρόσχημα την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία οριοθέτησης. Για την Αθήνα, η συζήτηση με την Τουρκία είναι στρατηγική επιλογή από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και ποτέ Ελληνας πρωθυπουργός –με την εξαίρεση της πρώτης περιόδου του Ανδρέα Παπανδρέου– δεν αμφισβήτησε αυτή τη θέση.

Οι διερευνητικές επαφές προκρίθηκαν το 2002 ως ένα δομικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης που η εφαρμογή του έχει ελάχιστο πολιτικό κόστος. Αν έχουν αποτέλεσμα, το μέρισμα ειρήνης θα είναι τεράστιο. Αν αποτύχουν, το κόστος είναι σχεδόν μηδενικό στον βαθμό που η Αθήνα κρατάει τις θέσεις της και επιδεικνύει διπλωματική ευφυΐα. Οι ενστάσεις που διατυπώνονται, όσο καλοπροαίρετες και αν είναι, δεν δικαιολογούνται ούτε από την Ιστορία ούτε από την εμπειρία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο φόβος για τις πιέσεις που ασκούνται και θα ασκηθούν ώστε η Αθήνα να είναι διαλλακτική είναι μάλλον υπερβολικός και υπακούει στη μυθολογία των «εκπληκτικών» τουρκικών διπλωματικών δεξιοτήτων. Πάντοτε οι τρίτοι ασκούσαν πιέσεις και ποτέ δεν θυμάται κανείς αυτές οι πιέσεις να είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα εις βάρος των ελληνικών θέσεων.

Η Αθήνα έχει την ικανότητα να διαχειριστεί αποτελεσματικά κάθε τουρκική απόπειρα να διευρυνθεί το πεδίο της συζήτησης. Και έχει κάθε συμφέρον να καταδεικνύει ότι η διαφορά μας με την Αγκυρα μπορεί να διευθετηθεί ειρηνικά με οδηγό το διεθνές δίκαιο και τους εμβληματικούς θεσμούς της διεθνούς Δικαιοσύνης. Η Ελλάδα δεν είναι μια αδύναμη χώρα ούτε διπλωματικά ούτε στρατιωτικά. Μπορεί να αντέξει μια συζήτηση και να επιδιώξει την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ακόμα και σε εποχές που το απόθεμα εμπιστοσύνης απέναντι στην Αγκυρα έχει εξαντληθεί χωρίς να διακινδυνεύει τίποτε επί της ουσίας. Το καταστροφικό σενάριο μιας θερμής αντιπαράθεσης δεν ξορκίζεται με άρνηση της επικοινωνίας, αλλά με στρατιωτική ετοιμότητα και βελτίωση της αποτρεπτικής ικανότητας, με την εμβάθυνση και διεύρυνση συνεργασιών με παίκτες που αυξάνουν τη διπλωματική αβεβαιότητα της άλλης πλευράς και αυξάνουν το κόστος της αδιαλλαξίας της.
 
* Ο κ. Κώστας Υφαντής είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.