ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προς στρατηγικό εγκλωβισμό ή έντιμη συμφωνία;

Προς στρατηγικό εγκλωβισμό ή έντιμη συμφωνία;

Σε προηγούμενη αρθρογραφία είχα επισημάνει τους κινδύνους για την εξωτερική πολιτική που απορρέουν από το διαρκές κενό στρατηγικής της Ν.Δ. και τις δυσμενέστατες συνέπειες που συνεπάγεται αυτό για τα συμφέροντα της χώρας. Τους τελευταίους δεκατέσσερις μήνες, η πιο επιθετική Τουρκία της τελευταίας εικοσιπενταετίας δεν αντιμετώπισε καμία απολύτως συνέπεια –πέραν της φραστικής καταδίκης– από εμάς ή τους εταίρους μας. Συνεπώς, η επανεκκίνηση των διερευνητικών πραγματοποιείται εκτός οποιουδήποτε ευρωτουρκικού πλαισίου που θα έστελνε σαφές μήνυμα στην Αγκυρα ότι η επιστροφή σε επιθετικές ενέργειες θα έχει κόστος.

Δυστυχώς η κυβέρνηση προσέρχεται σε αυτές χωρίς σχέδιο και με μια συνεχιζόμενη πολιτική κακοφωνία, που σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητη από την άλλη πλευρά. Ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει προσδιορίσει με ποιους στόχους πηγαίνει στο τραπέζι του 61ου γύρου, ούτε δέχεται να διαμορφωθεί εθνικό μέτωπο και στρατηγική σε ένα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών για τις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, καθώς και για τον ρόλο που η Ελλάδα επιδιώκει να διαδραματίσουν οι ΗΠΑ στην περιοχή υπό την προεδρία Μπάιντεν. Η λογική «βλέποντας και κάνοντας» του πρωθυπουργού φαίνεται να παλινδρομεί τυχοδιωκτικά μεταξύ δύο επικίνδυνων άκρων: ανάμεσα στην άποψη που θεωρεί ότι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια νότια και ανατολικά της Κρήτης (πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίχθηκε πρόσφατα και από τον καθηγητή Ροζάκη, «Τα Νέα», 23/1/2021), αποτελεί «εθνικισμό» και στη γραμμή του κ. Σαμαρά, που αρνείται οποιονδήποτε διάλογο με τους «πειρατές». (Ξεχνώντας, βέβαια, ότι οι διερευνητικές συνεχίστηκαν αδιαλείπτως επί της πρωθυπουργίας του…)

Η εξωτερική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να εξαρτάται από το Game of Thrones της Νέας Δημοκρατίας. Εμείς στηρίξαμε ανεπιφύλακτα την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών, καθώς θεωρούμε ότι μόνο με τον διάλογο μπορούμε να φτάσουμε σε μια έντιμη διευθέτηση της διαφοράς για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, με διμερή συμφωνία ή παραπομπή στη Χάγη. Διερευνητικές που πρέπει να συνεχίσουν από εκεί που διακόπηκαν το 2016 με ευθύνη της Τουρκίας, να διεξαχθούν χωρίς κηδεμόνες και χωρίς εκβιασμούς, με ξεκάθαρες «κόκκινες γραμμές»: καμία συζήτηση για δήθεν «γκρίζες ζώνες» ή «αποστρατιωτικοποιημένα νησιά».

Διαρρέεται από την τουρκική πλευρά ότι έθεσε αυτά τα θέματα κατά τη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης, χωρίς να είναι γνωστό πώς απαντήθηκαν από την ελληνική αντιπροσωπεία. Θέλω να πιστεύω ότι δεν παραβιάστηκε η πάγια εθνική γραμμή τής μη διεύρυνσης της ατζέντας. Ομως αυτό δεν αρκεί. Οσο καταστροφική θα ήταν η αποδοχή των τουρκικών θέσεων για επέκταση του διαλόγου σε θέματα κυριαρχίας ή η αποχώρηση από το τραπέζι, άλλο τόσο θα ήταν και η υιοθέτηση της τακτικής της «μη λύσης» και της επικοινωνιακής προσπάθειας διαχείρισης ενός προδιαγεγραμμένου ναυαγίου.

Και αυτό γιατί, αντίθετα με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η Αγκυρα έχει σαφή τακτική και στρατηγική. Οι διερευνητικές, αλλά και η επικείμενη επανεκκίνηση των συνομιλιών για το Κυπριακό, εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειάς της για επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., με μια ευρύτατη πολιτικοοικονομική ατζέντα (σχέσεις με Ρωσία, ανοικτά μέτωπα σε Συρία, Λιβύη, Καύκασο, σκάνδαλο Halkbank, τελωνειακή ένωση, προσφυγικό κ.λπ.). Εάν μείνουμε αμέτοχοι στον επικείμενο ευρωτουρκικό διάλογο, η επαναπροσέγγιση θα προχωρήσει ερήμην των συμφερόντων μας, ενώ παράλληλα θα καλλιεργείται έντεχνα η εικόνα ότι η Τουρκία τάχα συνετίστηκε και συνομιλεί πλέον εποικοδομητικά. Ηδη ο κ. Τσαβούσογλου ανακοίνωσε συμφωνία με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για οδικό χάρτη για τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Ηδη το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. έστειλε το μήνυμα ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για κυρώσεις για τις εξορύξεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Εάν παγιωθεί η εικόνα αυτή και η Αγκυρα επιλέξει να πιέσει όντως για λύσεις, θα το κάνει από θέση αυξημένης ισχύος, εγκλωβίζοντάς μας στρατηγικά σε μια lose-lose επιλογή: είτε να συρθούμε, υπό την πίεση και των τρίτων, σε απαράδεκτες υποχωρήσεις, είτε να εισπράξουμε εμείς το blame game του ναυαγίου του διαλόγου και την έκθεση στην ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της έντασης που θα ακολουθήσει.

Είναι απαραίτητο, λοιπόν, εγκαίρως η Ελλάδα να έχει αποσαφηνίσει τις «κόκκινες γραμμές» και τους όρους της, αλλά και την τακτική της σε σχέση με μια θετική ατζέντα με την Τουρκία: είτε αυτή αφορά μια έντιμη συμφωνία για τη διμερή διαφορά, είτε τη δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ και του πλαισίου Γκουτέρες, είτε την αναθεώρηση της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας και της Δήλωσης του 2016 για το προσφυγικό, είτε την πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο υπό την Ε.Ε., χωρίς να μπαίνει στο περιθώριο και η ανάγκη να υιοθετηθούν άμεσα κυρώσεις εάν η Τουρκία επανέλθει σε επιθετικές ενέργειες.

Ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε τον πρωθυπουργό να επανέλθει σε μια τέτοια συγκροτημένη εθνική στρατηγική, ιδίως για τη Χάγη και το Κυπριακό, και να πράξει το εθνικά επωφελές – ακόμα και αν χρειαστεί να συγκρουστεί με κομματικές και προσωπικές τακτικές. Και όλοι ξέρουμε, από την εμπειρία του 2015 και του 2018-2019, ότι δεν μιλάει υποκριτικά και εκ του ασφαλούς. Η κυβέρνηση οφείλει να μην σπαταλήσει τη σπάνια, στην Ιστορία της Ελλάδας, ευκαιρία που της προσφέρει η υπεύθυνη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
 
* Ο κ. Γιώργος Κατρούγκαλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, τομεάρχης Εξωτερικών ΣΥΡΙΖΑ – «Προοδευτική Συμμαχία», τέως υπουργός Εξωτερικών.