ΑΝΑΛΥΣΗ

Η πολιτική βία χρειάζεται ένα δημοκρατικό και αποτελεσματικό κράτος για να αντιμετωπιστεί

i-politiki-via-chreiazetai-ena-dimokratiko-kai-apotelesmatiko-kratos-gia-na-antimetopistei-561291403

Αν δεν είμαστε στην πλευρά όσων ρίχουν τις μολότωφ αλλά στην απέναντι, στα ζητήματα της βίας μπορούμε να τηρήσουμε δύο στάσεις: η μία είναι η ηθικολογική που καταδικάζει ως συνήθως «την βία από όπου κι αν προέρχεται». Είναι μεν μια στάση συμφιλιωτική και εξισορροπητική αλλά που έχει το μειονέκτημα να βγάζει από την εξίσωση τα πολιτικά διακυβεύματα που ενίοτε εμπλέκονται.

Την απορρίπτει αλλά δεν ξέρει να την περιγράψει, ούτε και να κατανοήσει τις άδηλες διασυνδέσεις της. Θυμίζει έτσι τα αόριστα ευχητήρια για «ειρήνη και αγάπη στον κόσμο». Η άλλη στάση είναι να την εξετάσει ως ιστορικο-κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Αν επιλέξει αυτό το παρατηρητήριο, θα δει ότι στο ελληνικό παράδειγμα εκείνο που καταγράφεται, ιδίως από τα Δεκεμβριανά του 2008 και μετά, είναι μια αυξανόμενη ένταση από ακτιβιστικές ομάδες είτε της άκρας αριστεράς (αντι-εξουσιαστικός χώρος) είτε της άκρας δεξιάς, όσο αυτή τουλάχιστον είχε απήχηση.

Η δεύτερη είχε έφεση ειδικά σε ανθρώπινους στόχους (π.χ. μετανάστες) ενώ η πρώτη κυρίως σε υλικούς (ιδιωτικές ή δημόσιες περιουσίες, αστυνομικά τμήματα και οχήματα, πανεπιστήμια κλπ) ή σε πιο δυναμικές παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο εν είδει παράστασης, χωρίς όμως να λείψουν και αιματηρές επιθέσεις της όπως στην Μαρφίν (2010), στην δολοφονία του αξιωματικού Γ. Βασιλάκη (2010) ή στην απόπειρα δολοφονίας του Λ. Παπαδήμου (2017).

Παράλληλα, αν και όχι εντελώς άσχετα με τα παραπάνω, βρίσκει χώρο και η ανεξέλεγκτη δράση ασύντακτων ομάδων με κουλτούρα μηδενιστικής βίας (μπαχαλάκηδες και χούλιγκανς) που προσκολλώνται συνήθως σε μεγάλες πορείες καταστρέφοντας τα πάντα, όπως στην προχθεσινή επίθεση στη Νέα Σμύρνη εναντίον του νεαρού αστυνομικού, που είχε εν δυνάμει στόχο τον θανάσιμο τραυματισμό του. Και ιδίως αυτοί οι τελευταίοι, δεν πυροδοτούνται από καμία «κοινωνική αδικία» αλλά από αυτή καθαυτή την λατρεία της καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε την κρατική βία και καταστολή που είναι επιφορτισμένη να αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων και αυτή την πολιτική ή τυφλή βία.

Η πρώτη έχει βεβαίως το χαρακτηριστικό να είναι η μόνη νομιμοποιημένη, με όλα προφανώς τα επιβαλλόμενα όρια που θέτει ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου στα σώματα ασφαλείας. Στην Ελλάδα, σε γενικές γραμμές, δεν στερούμαστε κράτους δικαίου (και πάντως δεν έχουμε καμία σχέση με «αστυνομικό κράτος»), αλλά ενός αποτελεσματικού και καλά οργανωμένου κράτους.

Έτσι, συχνά η αστυνομία μας αντανακλά τα πάγια προβλήματα των κρατικών υπηρεσιών μας: ελλιπής εκπαίδευση και κατάρτιση των οργάνων της, προστριβές ή επιθετικότητα στην επαφή με τους πολίτες (ακόμη χειρότερα με τους μετανάστες), πλημμελής εφαρμογή των υπηρεσιακών πρωτοκόλλων, έλλειψη σαφούς δεοντολογικού πλαισίου για το τι επιτρέπεται και τι όχι.

Όπως και στον υπόλοιπο δημόσιο τομέα (αρκεί μια επαφή με μια πολεοδομία ή μια εφορία) οι στρεβλώσεις αυτές μπορούσαν να γίνουν όντως κακοποιητικές και άδικες με τον πολίτη.

Αλλά ειδικά στην περίπτωση της αστυνομίας, κάποτε αχρείαστα ή υπέρμετρα βίαιες, καθώς εκείνη κατέχει και το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Διότι δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα χρειαστεί να το ασκήσει, αλλά το θέμα είναι πάντα μέσα σε ποια όρια και με ποιούς κανόνες.  Ας συγκαταμετρηθεί εδώ ότι κάποια ειδικά σώματα επιβολής της τάξης προορισμένα για πιο ακραίες καταστάσεις έχουν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη ροπή στην χρήση πιο βίαιων κατασταλτικών μεθόδων, οπότε και η άσκοπη εμπλοκή τους σε συνθήκες καθημερινής αστυνόμευσης ενδέχεται να οδηγεί σε περιττή ένταση, αναντίστοιχη των καταστάσεων που καλούνται να διαχειριστούν.

Και πάλι αυτό είναι ένα ζήτημα ορθολογικής χρήσης των ανθρώπινων πόρων για την οποία δεν φημίζεται το κράτος μας. Η κατακλείδα είναι πάντως ότι σε ένα δημοκρατικό κράτος, οφείλει και η αστυνομία του να λειτουργεί σε δημοκρατικά όρια, προσαρμόζοντας και τα επιχειρησιακά της σχέδια σε αυτή την μέγιστη προτεραιότητα.

Από εκεί και μετά όμως βαραίνει η πολιτική παράμετρος του ζητήματος. Η ελληνική κοινωνία έχει μεν παραδοσιακή τάση στην μαζική ανομία (δείγματα ενός σχετικά αναιμικού αστικού πολιτισμού) και αυτό είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί αλλά εκείνο που γνωρίζουμε σε ό,τι αφορά την πολιτική βία είναι ότι το φαινόμενο περιορίζεται μόνο εφόσον δεν έχει πολιτική νομιμοποίηση.

Αντιθέτως, όσο εργαλειοποιείται και παρουσιάζεται από κεντρικά πολιτικά κόμματα ως «κοινωνικός αγώνας ενάντια στην καταπίεση του κράτους», τότε θα διαμορφώνει στο συλλογικό φαντασιακό την (ψευδ)αίσθηση ότι δίνεται όντως κάποιος δίκαιος αγώνας έναντια σε ένα «αστυνομοκρατούμενο» κράτος. Και έτσι, ανενόχλητοι οι οπαδοί της καταστροφής θα κερδίζουν ακόμη έναν γύρο στον μόνο πραγματικό αγώνα τους που είναι η υπονόμευση της δημοκρατίας μας.

* Ο Δ.Π. Σωτηρόπουλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και Γραμματέας Σύνταξης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ.

Διαβάστε επίσης:
• «Συνασπισμός» χούλιγκανς στα επεισόδια της Νέας Σμύρνης
• Βουλή: Καταδίκη, αλλά και «πινγκ πονγκ» ευθυνών για τα επεισόδια στη Νέα Σμύρνη