ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Αλεξάντρ Γκρουσκό στην «Κ»: Ελλάδα και Ρωσία πιο κοντά μετά την πανδημία

Ο Αλεξάντρ Γκρουσκό στην «Κ»: Ελλάδα και Ρωσία πιο κοντά μετά την πανδημία

Λίγες ημέρες πριν από την άφιξη του Ρώσου πρωθυπουργού Μιχαήλ Μισούστιν στην Αθήνα, ως εκπροσώπου της χώρας του στους πανηγυρικούς εορτασμούς της 25ης Μαρτίου, αλλά και πριν από την έναρξη ενός ακόμη γύρου διαβουλεύσεων για το Κυπριακό, όπου η Ρωσία έχει παραδοσιακά βαρύνοντα λόγο, μίλησε στην «Κ» ο πλέον αρμόδιος «χειριστής» των ελληνορωσικών θεμάτων. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Αλεξάντρ Γκρουσκό είχε επίσης βρεθεί στην Αθήνα προ διμήνου για συνομιλίες με την ηγεσία του ελληνικού ΥΠΕΞ και την απαραίτητη αναλυτική επισκόπηση των διμερών και περιφερειακών θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, καθώς ανεβαίνουν σιγά σιγά οι ταχύτητες κι αρχίζει να φαίνεται και πάλι ορίζοντας στο τέλος της πανδημικής στενωπού.

«Η ιστορία των χωρών μας είναι γεμάτη γεγονότα. Στις πιο δύσκολες στιγμές της ο ρωσικός και ο ελληνικός λαός έσπευδαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Χαιρόμαστε που οι Ελληνες θυμούνται τον ρόλο της Ρωσίας στο να αποκτήσει η Ελλάδα την ανεξαρτησία της και να γεννηθεί η κρατική της υπόσταση, χαιρόμαστε που τιμούν τη μνήμη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, επικεφαλής του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, Ιωάννη Καποδίστρια», δηλώνει ο Ρώσος υψηλόβαθμος αξιωματούχος, αναδεικνύοντας όχι τυχαία την κομβική φυσιογνωμία του Καποδίστρια, που θυμούνται επίσης καλά και στη Ρωσία.

«Στην πατρίδα μου αντιμετωπίζουν τη χώρα σας με ιδιαίτερη θέρμη. Τα ρωσικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας φυλάσσουν πολυάριθμα μνημεία της αρχαιότητας. Η αυτοθυσία του ελληνικού λαού στον αγώνα για την ανεξαρτησία του ξεσήκωσε στην εποχή της το πνεύμα της ρωσικής διανόησης, δοξάστηκε από μέγιστους ποιητές, μεταξύ των οποίων και ο (σ.σ. εθνικός ποιητής της Ρωσίας) Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν», θυμίζει ο κ. Γκρουσκό, ανατρέχοντας σε μια ηρωική εποχή, που είχε συνεπάρει ολόκληρη την τότε φωτισμένη ανθρωπότητα και μαζί της την ελληνική ομογένεια της Ρωσίας. 

«Διακρίθηκαν οι Ελληνες που υπηρέτησαν στο ρωσικό κράτος, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Ιωάννης Βαρβάκης. Η ανακήρυξη του τρέχοντος έτους, κατά το οποίο στη χώρα σας εορτάζονται τα 200 χρόνια από την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ως κοινού Ετους Ιστορίας Ελλάδας και Ρωσίας ήταν μια λογική απόφαση και υπό μία έννοια αναπόφευκτη», επισημαίνει ο συνομιλητής μας, ο οποίος δεν παραλείπει να στρέψει το ενδιαφέρον στην ανάγκη της ταχύτερης δυνατής αποκατάστασης των επιχειρηματικών και οικονομικών σχέσεων: «Την περίοδο αυτή, εν μέσω της υγειονομικής-επιδημιολογικής κρίσης, η διμερής συνεργασία, η οποία αναπτύσσεται επί χρόνια, αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Επλήγησαν οι διμερείς εμπορικές ανταλλαγές, σχεδόν εκμηδενίστηκαν οι τουριστικές ανταλλαγές, οι επιχειρήσεις τελούν σε καθεστώς αναμονής. Επίκειται εντατική κοινή εργασία προκειμένου να αποκατασταθούν οι δείκτες προ πανδημίας. Είμαι πεπεισμένος ότι από κοινού θα πετύχουμε και σε αυτή τη δοκιμασία».

Το Sputnik V

Tο πρώτο ρωσικό εμβόλιο Sputnik V ενισχύει καθημερινά το μερίδιό του στην υπό διαμόρφωση διεθνή αγορά εμβολίων και μοιάζει να βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Ρωτήσαμε πώς έχουν τα πράγματα ειδικά με την προοπτική συνεργασίας με χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και πιθανώς την Ελλάδα:

«Παρά το γεγονός ότι αρχικώς το ρωσικό εμβόλιο έγινε δεκτό στην Ε.Ε. με επιδεικτική περιφρόνηση και παραπληροφόρηση, η αντιμετώπισή του ωστόσο σταδιακά μεταβάλλεται. Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε πιο πολλές θετικές αντιδράσεις από την ηγεσία μεγάλου αριθμού κρατών-μελών της Ε.Ε. (Γερμανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Γαλλία, Τσεχία, Κροατία, Ιταλία, Σλοβακία, Κύπρος), αλλά και την επιστημονική κοινότητα.
Το Sputnik V έχει ήδη πιστοποιηθεί στην Ουγγαρία. Η Βουδαπέστη δεν περίμενε την άδεια των Βρυξελλών, πράγμα που σε συνθήκες πανδημίας είναι απολύτως επιτρεπτό από την άποψη των γενικών κανόνων λειτουργίας της Ε.Ε.

Αλλες πρωτεύουσες της Ε.Ε. επίσης στέλνουν σημάδια ενδιαφέροντος για συνεργασία με τη Μόσχα στον τομέα αυτό. Είναι αλήθεια ότι για την προοπτική αυτή τίθεται από εκείνες ως προϋπόθεση η έγκριση του σκευάσματος από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Ο Οργανισμός ήδη ξεκίνησε τον έλεγχο της αίτησής μας για την πιστοποίηση του Sputnik V. Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας θα επιτρέψει να διευρύνουμε την γκάμα των εμβολίων, τα οποία θα μπορούν ελεύθερα να χρησιμοποιούνται στην Ε.Ε., μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό ανταποκρίνεται στα κοινά μας συμφέροντα.

Θα επισημάνω επίσης ότι ο βρετανοσουηδικός φαρμακευτικός όμιλος AstraZeneca αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μία από τις δόσεις του Sputnik V για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δικού του σκευάσματος. Δεν σας κρύβω ότι στις διπλωματικές μας αποστολές στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. όλο και συχνότερα υποβάλλονται αιτήματα από πολίτες της Ε.Ε. σχετικά με το πού και πώς μπορούν να εμβολιαστούν με το Sputnik V.

Από πλευράς μας, παραμένουμε ανοιχτοί στην αμοιβαία επωφελή διεθνή συνεργασία στον τομέα της αντιμετώπισης της COVID-19, επίσης και με την Ε.Ε., με σκοπό τη διασφάλιση της πρόσβασης σε αποτελεσματικά και ασφαλή εμβόλια στον ευρύτερο δυνατό αριθμό κρατών. Το εμβόλιό μας αντιμετωπίζεται με δικαιολογημένο σεβασμό στον κόσμο. Εκτός από τη Ρωσία, έχει αδειοδοτηθεί σε πάνω από πενήντα χώρες. Ωστόσο, προς το παρόν δεν απευθύνθηκαν στη χώρα μας εκπρόσωποι της ελληνικής κυβερνήσεως. Βρίσκονται σε εξέλιξη οι συνεννοήσεις με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, με σκοπό να συμπεριληφθεί το Sputnik V στον κατάλογο των σκευασμάτων του ΠΟΥ για χρήση υπό καθεστώς επείγουσας ανάγκης.

Γνωρίζουμε τις συζητήσεις που διεξάγονται σχετικά με την αναγκαιότητα της επιβολής πιστοποιητικών εμβολιασμού. Η απαίτησή μας είναι ότι δεν πρέπει να οδηγήσει σε διακρίσεις για τους Ρώσους πολίτες και τα ρωσικά εμβόλια».

To Kυπριακό

Η ρωσική ηγεσία δέχεται συχνά τα τελευταία χρόνια από ελληνικής πλευράς την ίδια ερώτηση: Κατά πόσον μπορεί η στενή συνεργασία της Μόσχας με την Aγκυρα να μεταβάλει τη ρωσική προσέγγιση του Κυπριακού. Και μάλλον είναι η πρώτη φορά που η Ρωσία δηλώνει ανήσυχη, μεν, για την αμφισβήτηση του υπάρχοντος πλαισίου λύσης, χωρίς να κατονομάσει ευθέως την Τουρκία, αλλά αφήνει ανοιχτό, δε, το ενδεχόμενο να γίνει αποδεκτή και άλλη μορφή λύσης, εάν και εφόσον αυτό αποτελέσει επιλογή και των δύο κυπριακών πλευρών:

«Η θέση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τη διευθέτηση του Κυπριακού είναι θέση αρχών και δεν εξαρτάται από την πολιτική συγκυρία, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων με τρίτες χώρες. Τασσόμαστε υπέρ μιας καθολικής, βιώσιμης και δίκαιης λύσης του κυπριακού ζητήματος, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο στη βάση των αρχών που έχουν κατοχυρωθεί στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και προβλέπουν τη δημιουργία διζωνικής – δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Δεν είναι δυνατόν να μη μας ανησυχούν οι προσπάθειες ορισμένων πρωτευουσών να επανεξετάσουν τις παραμέτρους διευθέτησης του ΟΗΕ. Αλλά εννοείται ότι δεν μπορούμε να είμαστε στο ζήτημα αυτό περισσότερο Κύπριοι από τους ίδιους τους Κύπριους. Εάν οι δύο κοινότητες της νήσου συμφωνήσουν για άλλη μορφή διευθέτησης, τότε θα αποδεχθούμε αυτήν την εκδοχή. Σημαντική συνθήκη είναι ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να ληφθεί χωρίς πίεση έξωθεν, χωρίς επιβολή έτοιμων συνταγών και χωρίς προσαρμογή της διαπραγματευτικής διαδικασίας σε τεχνητά χρονοδιαγράμματα. Την ίδια στιγμή οποιεσδήποτε αλλαγές του συμφωνημένου πλαισίου λύσης πρέπει να εγκριθούν από τον ΟΗΕ».

Το «Ουκρανικό Αυτοκέφαλο»

Ως αναπόφευκτο «σημείο τριβής» στις ελληνορωσικές σχέσεις μοιάζει πλέον το θέμα των διαφωνιών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ως προς το λεγόμενο «Ουκρανικό Αυτοκέφαλο». Ρωτήσαμε τον κ. Γκρουσκό αν οι κοσμικοί διπλωμάτες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη «θεραπεία» τού, κατά τη Μόσχα και πολλούς άλλους, σχίσματος και αν η Ρωσία υιοθετεί μια γραμμή πλήρους «αγνόησης» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως έδειξε και η πρόσφατη σχετική τοποθέτηση του επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας: «Θα ήθελα πρωτίστως να επισημάνω ότι το σχόλιο του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας Σεργκέι Λαβρόφ σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ για την προώθηση του σχίσματος στον ορθόδοξο κόσμο και τη δραστηριότητα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, η οποία οδηγεί στην υπονόμευση προαιώνιων κανονικών παραδόσεων, έγινε στο πλαίσιο ερώτησης για τις απόπειρες σειράς κρατών να θέσουν προσκόμματα στις φιλικές και δραστήρια αναπτυσσόμενες σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να κατηγορηθεί η Ρωσία ότι επιδιώκει να αποσταθεροποιήσει την κατάσταση στην περιοχή της Μεσογείου.

Η Ρωσία και η Ελλάδα είναι δύο χώρες προορισμένες ιστορικά να παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στον ορθόδοξο κόσμο. Σε αυτές και πρωτίστως στη Ρωσική και την Ελλαδική Εκκλησία εναπόκειται η μέγιστη ευθύνη για τη διατήρηση της ενότητας της Ορθοδοξίας ενώπιον των δύσκολων προκλήσεων που αντιμετωπίζει, όπως και οι άλλες παραδοσιακές ομολογίες, στον σύγχρονο κόσμο.

Οι γνωστές ενέργειες του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη διατήρηση της ενότητας αυτής, αλλά, αντιθέτως, οδηγούν στην εμβάθυνση της διάσπασης. Είναι διπλά θλιβερό που οι ενέργειες αυτές υποστηρίχθηκαν από τον Προκαθήμενο και μέρος της αρχιερατικής ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ενώ την απάντηση στο ερώτημα περί “αγνόησης” του Πατριάρχη Βαρθολομαίου έδωσαν τα πολλά εκατομμύρια του ορθόδοξου ουκρανικού λαού, ο οποίος, παρά την απροκάλυπτη πίεση, στη συντριπτική του πλειονότητα παραμένει πιστός στους αρχαίους ορθόδοξους κανόνες και στην Εκκλησία του».

Παράλογες οι κατηγορίες κατά Κρεμλίνου για το ζήτημα Ναβάλνι

Ο Αλεξάντρ Γκρουσκό στην «Κ»: Ελλάδα και Ρωσία πιο κοντά μετά την πανδημία-1
«Η κατάσταση με τον Ναβάλνι αποτέλεσε μόνο την αφορμή για την έναρξη μιας επικοινωνιακής καμπάνιας για τη δυσφήμηση των ενεργειών της ρωσικής κυβέρνησης», λέει ο κ. Γκρουσκό. Φωτ. EPA/BABUSHKINSKY DISTRICT COURT PRESS SERVICE HANDOUT

Μπορεί να μειώθηκε τελευταία η ένταση της συζήτησης της «δηλητηρίασης Ναβάλνι», ουδείς αμφιβάλλει όμως ότι η τύχη του αμφιλεγόμενου Ρώσου αντιφρονούντος, που εκτίει την ποινή του στις ρωσικές φυλακές, θα στοιχειώνει τις σχέσεις Δύσης – Μόσχας τα επόμενα χρόνια. Οσο πλησιάζουμε μάλιστα στη χρονική καμπή της «διαδοχής» του Βλαντιμίρ Πούτιν περί το 2024, το όνομα του Αλεξέι Ναβάλνι και το θέμα της εν γένει τύχης του φιλελεύθερου-φιλοδυτικού πυλώνα, που είχε μερικώς ενσωματωθεί επί Πούτιν σ’ έναν συμπληρωματικό ρόλο στο ρωσικό πολιτικό σύστημα, θα επανέρχεται πιθανώς δριμύτερο και υπό νέους όρους στην προαιώνια ρωσική σύγκρουση «σλαβόφιλων/παραδοσιακών» και «δυτικιστών/μεταρρυθμιστών». Για το ρωσικό ΥΠΕΞ, πάντως, το θέμα Ναβάλνι αφορά κυρίως την κυριαρχία της Ρωσίας και όχι τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα, για τα οποία και η Δύση θα έπρεπε να κάνει την αυτοκριτική της:

«Νομίζω ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ο θόρυβος που αναπτύχθηκε στη Δύση γύρω από την κατάσταση με τον Αλεξέι Ναβάλνι ως μεμονωμένο φαινόμενο. Οι πολιτικές ελίτ ορισμένων δυτικών χωρών μεθοδικά προωθούν την παράλογη εκδοχή ότι δήθεν στη Μόσχα βλέπουν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ως κάποια “υπαρξιακή απειλή”. Αναρτούν “ταμπέλες” από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, χρησιμοποιούν αυθαίρετα την έννοια των “διώξεων”, θεωρώντας προφανώς ότι μπορεί να εφαρμόζεται αυτή μόνο σε χώρες με ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Οταν, όμως, προκύπτει η συζήτηση για δικά τους υποχείρια ή πολύ περισσότερο για την ίδια την Ε.Ε., τότε η ρητορική αυτού του είδους καθίσταται αδιανόητη. 
Λόγω αυτής της διαστρεβλωμένης αντίληψης, στη Δύση προτιμούν να κλείνουν τα μάτια στην άνοδο του νεοναζισμού και στην καταπίεση της ελευθερίας των ΜΜΕ στις χώρες της Βαλτικής, στη διατήρηση του εκεί ντροπιαστικού καθεστώτος των “μη πολιτών”, στις γλωσσικές και εκπαιδευτικές διακρίσεις στην Ουκρανία. Μια παράνομη διαμαρτυρία δρόμου στη Ρωσία, συνοδευόμενη από επιθέσεις σε αστυνομικά όργανα, μπορεί για χάρη της πολιτικής σκοπιμότητας να εξυμνείται ως “αγώνας των Ρώσων για ελευθερία”. Ενώ την ίδια στιγμή στις διαδηλώσεις των ευρωσκεπτικιστών ή των διαφωνούντων για την COVID-19 στις χώρες της Ε.Ε., στις συγκεντρώσεις των οπαδών του τέως προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κρεμούν την “ταμπέλα” της “ανεπίτρεπτης επίθεσης στη φιλελεύθερη τάξη”. Είναι εν γένει ολοφάνερα τα διπλά μέτρα και σταθμά που ακολουθούν το γεωπολιτικό σχέδιο “δικοί μας/ξένοι”.

Είναι κατανοητό ότι η κατάσταση με τον Ναβάλνι αποτέλεσε μόνο την αφορμή για την έναρξη μιας επικοινωνιακής καμπάνιας για τη δυσφήμηση των ενεργειών της ρωσικής κυβέρνησης (αν δεν υπήρχε αυτό το θέμα, θα επινοούσαν κάποιο άλλο). Χρησιμοποιούνται παράλογες κατηγορίες, που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Για να είμαι ειλικρινής είναι πραγματικά θλιβερό να βλέπεις πώς σοβαροί πολιτικοί εξαναγκάζονται να υπακούουν στην προβληματική γραμμή της “συμμαχικής πειθαρχίας”, πώς με παρόμοιες ενέργειες έναντι της Ρωσίας όλο και εντονότερα υπονομεύεται η εικόνα της ίδιας της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της, μεταξύ άλλων και στα μάτια των Ρώσων πολιτών. Διότι στη Ρωσία οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε ευρεία γκάμα πηγών πληροφόρησης. Σε αντίθεση με εκείνες τις χώρες της Ε.Ε., όπου ο πληθυσμός λαμβάνει φιλτραρισμένη ενημέρωση με τη δικαιολογία ότι πρέπει να αποκρουστεί η προπαγάνδα του Κρεμλίνου. Είναι καταφανής η ξεδιάντροπη υποκρισία από την πλευρά εκείνων που δεν θέλουν να βλέπουν τη βάναυση καταπίεση των διαμαρτυριών των “Κίτρινων Γιλέκων” στη Γαλλία ή τον εμπαιγμό εις βάρος του Τζούλιαν Ασάνζ στη Μ. Βρετανία, αλλά θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να επιπλήττουν τη Ρωσία λόγω δικαστικών διώξεων για ποινικά αδικήματα και χονδροειδείς παραβιάσεις της δημόσιας τάξης. Αυτή η πολιτική υπονομεύει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη στις σχέσεις μας και απομακρύνει την Ε.Ε. από τη Ρωσία. Είναι καιρός να κατανοήσει η Ε.Ε. ότι, εάν δεν απορρίψει τις αφ’ υψηλού νουθεσίες και τα διπλά μέτρα και σταθμά, είναι αδύνατη η αποκατάσταση του φυσιολογικού διαλόγου με τη Ρωσία».

Η διαδρομή του

Ο 66χρονος Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Γκρουσκό είναι διπλωμάτης καριέρας με ειδίκευση πολλών ετών σε θέματα ελέγχου και περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων. Είναι αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας από το 2005 και διέκοψε την εργασία του στην κεντρική διοίκηση του ρωσικού υπουργείου κατά το διάστημα 2012-2018, για να διευθύνει τη μόνιμη αντιπροσωπεία της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, η οποία έχει υποβαθμιστεί μετά την αποχώρησή του, λόγω της παρατεινόμενης αρνητικής τροπής στις σχέσεις Μόσχας – Ατλαντικής Συμμαχίας. Είναι ο κατεξοχήν «χειριστής» των διμερών σχέσεων με μία σειρά ευρωπαϊκών χωρών και οργανισμών, πλην Β. Ευρώπης, μεταξύ αυτών και με την Ελλάδα.