ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Χάγη δεν είναι η βέλτιστη, αλλά ίσως η μόνη λύση

Η Χάγη δεν είναι η βέλτιστη, αλλά ίσως η μόνη λύση

Η Χάγη δεν είναι η βέλτιστη, αλλά ίσως η μόνη λύση-1

Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, παρότι δεν είναι βέλτιστη λύση για καμία από τις δύο πλευρές, αποτελεί ίσως τον μόνο βιώσιμο δρόμο για ένα καλύτερο ελληνοτουρκικό μέλλον, αναφέρει στην «Κ» ο Οζγκιούρ Ουνλουχισαρτσικλί, διευθυντής του γραφείου στην Αγκυρα στο German Marshall Fund (GMF), ο οποίος θα μιλήσει στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (10-14 Μαΐου). Επισημαίνει ότι σε γενικές γραμμές οι καλές στιγμές στη μακρόχρονη ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν πολύ λιγότερες από τις περιόδους έντασης. Αναφέρει, επίσης, ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιθυμεί την επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ, όχι όμως με οποιοδήποτε κόστος, ενώ σημειώνει ότι η υπόθεση των S-400 είναι καθοριστικής σημασίας.  
 
– Η Τουρκία υπήρξε σημαντικός πυλώνας σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και σύμμαχος για το δυτικό σύστημα ασφαλείας. Τι έχει αλλάξει;

– Αλλαξαν πολλά πράγματα. Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή δημιούργησε ένα κενό ισχύος το οποίο έσπευσαν να συμπληρώσουν παράγοντες όπως η Τουρκία, η Ρωσία, το Ιράν και οι χώρες του Κόλπου. Ενώ η Τουρκία είχε θέση διατήρησης του status quo στη Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες, έλαβε μια στάση μετασχηματισμού, ιδίως με την έναρξη των αραβικών εξεγέρσεων. Τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Τουρκίας προέβησαν σε εσφαλμένο υπολογισμό και αύξησαν την υποστήριξή τους σε διάφορες εκδοχές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και άλλες ισλαμικές ομάδες που ενίσχυσαν τις εντάσεις με χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), η Σαουδική Αραβία. Ενώ ο πρόεδρος Τραμπ ευνόησε έναν άξονα Ισραήλ – Σαουδικής Αραβίας για να περιορίσει το Ιράν, η Τουρκία το θεώρησε αντιτουρκικό άξονα, καθώς και αντιιρανικό άξονα, ο οποίος έκανε πιο σκληρές τις πολιτικές της έναντι αυτής της χώρας. Κατά σύμπτωση, οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. επιδεινώθηκαν επίσης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ολοι αυτοί οι παράγοντες προστέθηκαν στη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας στην περιφέρειά της και πέραν αυτής, κάτι που σήμαινε ότι δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται στη διπλωματία για να προστατεύσει αυτά που αντιλαμβάνεται ως συμφέροντα και δικαιώματά της. Αυτό οδήγησε την Τουρκία να προτιμά την καταναγκαστική διπλωματία που προκαλεί ανησυχία στη Δύση και στην περιφέρειά της.
 
– Πιστεύετε ότι η πορεία της Τουρκίας προς τον ισλαμισμό που προωθεί ο πρόεδρος Ερντογάν είναι μη αναστρέψιμη;

– Καθώς οι σκληροπυρηνικοί κοσμικοί της Τουρκίας απέτυχαν να δημιουργήσουν μια μη θρησκευτική κοινωνία, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το ΑΚΡ ενδέχεται να αποτυγχάνει στο δικό του σχέδιο της συντηρητικής – μουσουλμανικής κοινωνίας. Η Τουρκία έχει μια ποικιλόμορφη, δυναμική και νέα κοινωνία που δεν είναι εύκολο να διαμορφωθεί σε ένα συγκεκριμένο σχήμα. Παρά τη σοβαρή συναισθηματική πόλωση υπάρχει μια τάση προς «υβριδικά άτομα» που ενσωματώνουν συντηρητικές και κοσμικές πτυχές στον τρόπο ζωής τους, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων γενεών. Οι νέες γυναίκες με μαντίλα γίνονται όλο και πιο ορατές σε αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες. Η συνεργασία των κομμάτων της αντιπολίτευσης από διάφορα ιδεολογικά υπόβαθρα μπορεί επίσης να συμβάλει σε αυτή τη διαδικασία.
 
– Ο Ερντογάν ενδιαφέρεται πραγματικά να βρει κοινό έδαφος με τις ΗΠΑ ή έχει πάρει η Τουρκία μια εντελώς διαφορετική πορεία;

– Ο Ερντογάν θέλει οπωσδήποτε να βρει κοινό έδαφος με τις ΗΠΑ, αλλά όχι με οποιοδήποτε κόστος. Ενώ υπάρχουν σημαντικά προβλήματα μεταξύ των δύο συμμάχων, η κρίση με τους S-400 φαίνεται να είναι μια υπόθεση αποφασιστικής σημασίας. Η Τουρκία δείχνει σημάδια ευελιξίας σε αυτό το ζήτημα από τη στιγμή οπότε εξελέγη ο Μπάιντεν, αλλά οι ΗΠΑ και η Τουρκία θα χρειαστούν ιδιαίτερα καλή θέληση και δημιουργικότητα για να βρουν λύση σε αυτό το πρόβλημα.
 
– Στα τέλη Μαρτίου θα γίνει ακόμη ένα Συμβούλιο της Ε.Ε., όπου η Τουρκία είναι στην ατζέντα. Υπάρχει χώρος για μια τουρκική επιστροφή στη συνεργασία και –σε κάποιο σημείο– ένταξη στην Ε.Ε., ή αυτό το όνειρο έχει τελειώσει για πάντα;

– Η Τουρκία και η Ε.Ε. έχουν ήδη ενσωματωθεί ανεπιστρεπτί. Ενώ η Τουρκία είναι ένα σημαντικό μέρος των βιομηχανικών αλυσίδων πολλών κρατών-μελών της Ε.Ε., η Ε.Ε. είναι η σημαντικότερη εξαγωγική αγορά της Τουρκίας και η μοναδική πιο σημαντική πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων. Η συνεργασία για τη διαχείριση της μετανάστευσης είναι ζωτικής σημασίας και για τις δύο πλευρές, και η ύπαρξη εκατομμυρίων τουρκικών οικογενειών σε πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε. σημαίνει ότι η Τουρκία είναι ένα εγχώριο πολιτικό ζήτημα για αυτές. Ενώ η Τουρκία έχει ενσωματωθεί ανεπιστρεπτί στην Ε.Ε., η πλήρης ένταξή της καθίσταται λιγότερο πιθανή μέρα με τη μέρα, κάτι που απαιτεί ένα νέο πλαίσιο για τη σχέση που δεν αποκλείει μακροπρόθεσμα την προοπτική πλήρους ένταξης αλλά διευκολύνει την αντιμετώπιση με τρέχοντα θέματα.
 
– Τα τελευταία χρόνια οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν πάρει πολύ αρνητική τροπή. Πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να επιδεινωθούν περαιτέρω; Ή υπάρχει χώρος κάποια στιγμή για βελτίωση;

– Εκτός από σύντομες περιόδους εποικοδομητικών σχέσεων και συνεργασίας, όπως η περίοδος του μέλιτος μεταξύ Ατατούρκ και Βενιζέλου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και του 1930 και η «διπλωματία του τσαγιού» μεταξύ του Ισμαήλ Τζεμ και του Γιώργου Παπανδρέου, οι σχέσεις Τουρκίας – Ελλάδας ήταν σε κρίση πιο συχνά από ό,τι το αντίθετο. Ιδιαίτερα μετά τον κυπριακό πόλεμο, η αντιπαράθεση σχετικά με το Αιγαίο συνεχίστηκε αδιάκοπα με ανατροπές που μερικές φορές έφεραν τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου, όπως κατά τη διάρκεια της κρίσης Ιμια-Καρντάκ το 1996. Ομως όλες αυτές οι κρίσεις αποκλιμακώθηκαν χάρη στην παρέμβαση και διαμεσολάβηση τρίτων (ΗΠΑ και Ευρώπης). Νομίζω ότι αυτό το μοτίβο θα συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον. Απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές για πραγματική βελτίωση των διαφορών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, κάτι που δεν είναι πιθανό για εκλογικούς λόγους και από τις δύο πλευρές. Επομένως, αν και δεν είναι βέλτιστο για κανένα από τα δύο μέρη, το Διεθνές Δικαστήριο μπορεί να είναι η μόνη πορεία προς τα εμπρός εφόσον υπάρχει τουλάχιστον συμφωνία σχετικά με το σύνολο των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών.