ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Διαβαλκανική Διάσκεψη στην Αθήνα

Με ελληνική πρωτοβουλία θεσμοθετείται για πρώτη φορά η πολυμερής συνεργασία των χωρών της Βαλκανικής χερσονήσου

diavalkaniki-diaskepsi-stin-athina-561309325

Τα ασφυκτικά όρια που έθετε ο Ψυχρός Πόλεμος, ιδίως στα κράτη με μικρή προβολή ισχύος, επέδρασαν αποφασιστικά στις σχέσεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1950 η διαμάχη ανάμεσα στον κομμουνιστικό και τον καπιταλιστικό κόσμο καθόρισε τις δια-βαλκανικές σχέσεις, οι οποίες κινήθηκαν από το επίπεδο της καχυποψίας μέχρι και της ανοιχτής εχθρότητας. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν, σε διμερές επίπεδο, υπήρξε ουσιαστική βελτίωση στις σχέσεις της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και την Αλβανία, της Βουλγαρίας με τη Ρουμανία και, κυρίως, της Γιουγκοσλαβίας με τη Ρουμανία. Από την άλλη μεριά, η καχυποψία των κρατών της Βαλκανίων, η οποία είχε βαθιές ιστορικές ρίζες, δεν είχε επιτρέψει τη συνεργασία τους στο πολυμερές πεδίο.

Η κατάσταση αυτή έμελλε να αλλάξει όταν μετατράπηκαν ουσιαστικά και θεμελιώδεις πτυχές του διεθνούς, ψυχροπολεμικού συστήματος. Η σταδιακή πορεία προς τη λεγόμενη «ύφεση», πρώτα μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, και έπειτα μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, έθεσε το διεθνές πλαίσιο για ενδεχόμενη συνεργασία μεταξύ και των κρατών της Βαλκανικής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ζυμώσεις προς αυτή την κατεύθυνση έλαβαν χώρα την ίδια ακριβώς περίοδο κορύφωσης της «ύφεσης» στον ευρωπαϊκό χώρο, που ήταν, έστω και σε συμβολικό επίπεδο, η σύγκληση της Διάσκεψης για τη Συνεργασία και Ασφάλεια στην Ευρώπη τον Αύγουστο του 1975 στο Ελσίνκι. Ανάμεσα στις θεμελιώδεις αρχές που προβλήθηκαν στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι ήταν η κυρίαρχη ισότητα των κρατών, η αποχή από τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας, η εδαφική ακεραιότητα, το απαραβίαστο των συνόρων, η ειρηνική διευθέτηση των διακρατικών διαφορών, η μη ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αυτοδιάθεση των λαών και η τήρηση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από το Διεθνές Δίκαιο.

Πρόταση «στο πνεύμα του Ελσίνκι»

diavalkaniki-diaskepsi-stin-athina0
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον πρόεδρο της Ρουμανίας Τσαουσέσκου (αριστερά ο Δημήτρης Μπίτσιος). (Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ)

Τις θεμελιώδεις αρχές που προβλήθηκαν στη Διάσκεψη του Ελσίνκι ενστερνίζονταν και οι νέες κυβερνήσεις Καραμανλή που είχαν αναδυθεί μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τη συνακόλουθη κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Μέσα στο νέο πλαίσιο που είχε αναδυθεί, ο πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής στόχευσε στην έξοδο της Ελλάδας από τη διεθνή απομόνωση, στην οποία είχε περιπέσει την περίοδο 1967-1974. Ο στόχος αυτός, σε συνδυασμό με την αδράνεια και απροθυμία που είχαν δείξει οι Δυτικοί σύμμαχοι στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, και η επιθυμία να εξισορροπηθεί η τουρκική επιθετικότητα στη Βαλκανική οδήγησαν τον Καραμανλή στην πολιτική του «ανοίγματος» προς τα κομμουνιστικά Βαλκάνια. Το πιο σημαντικό και ρηξικέλευθο χαρακτηριστικό της πολιτικής αυτής ήταν ότι ο Καραμανλής και το επιτελείο του κινήθηκαν εξαρχής όχι μόνο στο διμερές αλλά και στο πολυμερές επίπεδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι η σύλληψη της πολιτικής περί πολυμερούς συνεργασίας στα Βαλκάνια από την ελληνική πλευρά κινούνταν στα στενά όρια του εφικτού. Αυτό σήμαινε ότι σε ένα πρώτο στάδιο η συνεργασία θα ήταν στο πλαίσιο της «χαμηλής» πολιτικής και σε ζητήματα οικονομικού και τεχνικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση που θα υπήρχε πρόοδος στα ζητήματα αυτά, θα γίνονταν και βήματα για περαιτέρω συνεργασία και στο απώτατο πολιτικό πεδίο. Η πολιτική του Καραμανλή είχε την αμέριστη στήριξη του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου και της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, που για άλλη μία φορά, από τη δεκαετία του 1950 και την ανάδυση του Κυπριακού, αισθανόταν να «προδίδεται» από τους δυτικούς συμμάχους.

diavalkaniki-diaskepsi-stin-athina2
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Γιουγκοσλάβο πρόεδρο Τίτο (αριστερά ο Πέτρος Μολυβιάτης). (Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ)

Στο πρακτικό επίπεδο, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1975 ο Ελληνας πρωθυπουργός επισκέφθηκε τη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία (2-4 Ιουλίου). Κύρια χαρακτηριστικά των συνομιλιών ήταν η φιλική ατμόσφαιρα και η επιθυμία για τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Διάσκεψης του Ελσίνκι ο Καραμανλής εξέτασε τη δυνατότητα πολυμερούς βαλκανικής συνεργασίας και στις 20 Αυγούστου 1975 υπέβαλε επίσημη πρόταση στους ηγέτες της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και Τουρκίας για τη σύγκληση βαλκανικής διάσκεψης στην Αθήνα. Η πρόταση, όπως υπογράμμιζε ο ίδιος ο Καραμανλής, εντασσόταν στο πλαίσιο του «πνεύματος του Ελσίνκι». Εκτός από την Αλβανία που απέρριψε την πρόταση του Ελληνα πρωθυπουργού, οι υπόλοιπες χώρες την αποδέχθηκαν με σημαντικούς, όμως, αστερίσκους. Δεδομένης της απόλυτης εξάρτησής της από τη Μόσχα, η οποία θεωρούσε –και είχε δίκιο– ότι η πρόταση Καραμανλή στόχευε και στο να περιορίσει τις ενδεχόμενες επεμβάσεις της στην περιοχή, η Σόφια πρόκρινε διαρκώς τις διμερείς έναντι των πολυμερών επαφών και συνεργασιών. Η Τουρκία από την πλευρά της θεωρούσε ότι η προτεινόμενη βαλκανική διάσκεψη είχε σκοπό να την απομονώσει και προέβαλε και εκείνη τη σημασία των διμερών επαφών μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Από την άλλη μεριά, η Ρουμανία αποδέχθηκε την πρόταση με ενθουσιασμό. Εκτός του ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε ξεκινήσει την άσκηση μιας σαφώς πιο αυτόνομης από τα δεσμά του Κρεμλίνου εξωτερικής πολιτικής, μόλις δύο χρόνια πριν είχε επαναλάβει την πρότασή της για πολυμερή συνεργασία αναφορικά με τη δημιουργία αποπυρηνικοποιημένης ζώνης στη Βαλκανική Χερσόνησο. Λιγότερο ενθουσιώδης αλλά θετική ήταν η ανταπόκριση της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, ο οποίος αντιλαμβανόταν ότι μια διαβαλκανική συνεργασία θα εμπόδιζε την επανάληψη συγκρουσιακών καταστάσεων που είχαν τις ρίζες τους στο βαλκανικό παρελθόν. Σε τελική ανάλυση, όλα τα κράτη, πλην της Αλβανίας, αποδέχθηκαν την πρόταση του Καραμανλή, ανταποκρινόμενα στο «πνεύμα του Ελσίνκι», που την περίοδο εκείνη καθόριζε το διεθνές γίγνεσθαι.

Το γεγονός

Το 1975, έπειτα από επισκέψεις του σε βαλκανικές χώρες, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής πρότεινε τη σύγκληση διαβαλκανικής διάσκεψης στην Αθήνα, επικεντρωμένης σε ζητήματα τεχνικής και οικονομικής συνεργασίας. Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1976. Ηταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία κατά την οποία όλες οι βαλκανικές χώρες (πλην της Αλβανίας) συνεργάζονταν χωρίς να στρέφεται η μία ενα-
ντίον της άλλης.

Επιπτώσεις σε βάθος χρόνου

diavalkaniki-diaskepsi-stin-athina4
27.1.1976. Τις προσδοκίες της Αθήνας από τη Διαβαλκανική Διάσκεψη προβάλλει η «Κ».

Η Διαβαλκανική Διάσκεψη ξεκίνησε τις εργασίες της στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1976, στο επίπεδο υφυπουργών και γενικών γραμματέων των υπουργείων, με τη συμμετοχή αξιωματούχων και εμπειρογνωμόνων της κάθε χώρας. Το πρόγραμμα των διαβουλεύσεων συμπεριελάμβανε συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της υγείας, της γεωργίας, των μεταφορών και των επικοινωνιών. Αποφασίστηκε επίσης η συγκρότηση κοινών ερευνητικών επιτροπών. Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Καραμανλής, ο μόνος παρευρισκόμενος αρχηγός βαλκανικής κυβέρνησης, καθώς και τα μέλη των αποστολών των υπόλοιπων χωρών εξέφρασαν την πίστη τους για συνεργασία μέσα στο πλαίσιο που είχε θέσει το «πνεύμα του Ελσίνκι».

Τον αρχικό ενθουσιασμό οριοθέτησε η επιφυλακτική στάση  της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, οι οποίες, μέσω δημόσιων τοποθετήσεων αξιωματούχων τους, τόνιζαν την εγγενή αδυναμία μιας πολυμερούς συνεργασίας να δώσει λύσεις στα μείζονα προβλήματα των διαβαλκανικών σχέσεων. Μάλιστα, σε μια κίνηση «πρόκλησης» έναντι της Γιουγκοσλαβίας, που είχε θέσει ως όρο τη μη συμμετοχή στη Διάσκεψη κρατών που βρίσκονταν εκτός της Βαλκανικής, η Βουλγαρία επέμενε στη συμπερίληψη της Ουγγαρίας σε ενδεχόμενες μελλοντικές διασκέψεις. Τελικά, οι διαδικασίες της Διάσκεψης συνεχίστηκαν κυρίως λόγω της μετριοπαθούς στάσης και των μεσολαβητικών προσπαθειών της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και της Ρουμανίας. Στο τελικό κοινό ανακοινωθέν της 5ης Φεβρουαρίου 1976 τονιζόταν το πνεύμα συνεργασίας από το οποίο διαπνεόταν η Διάσκεψη και, από την άλλη μεριά, γινόταν παραδεκτό ότι πρόοδος πραγματοποιήθηκε μόνο στο γενικότερο επίπεδο ιδεών και προτάσεων, που κάθε αντιπροσωπεία θα μεταβίβαζε στην κυβέρνησή της για περαιτέρω μελέτη. Ηταν εμφανές ότι η πρώτη αυτή προσπάθεια για πολυμερή συνεργασία σε περιφερειακό επίπεδο είχε βρει προσκόμματα στις ψυχροπολεμικές αναγκαιότητες και τα συμφέροντα των δύο υπερδυνάμεων στην περιοχή, ιδίως της ΕΣΣΔ, της οποίας ο έλεγχος πάνω στην πολιτική της Βουλγαρίας ήταν απόλυτος.

Παρά το ότι τα αποτελέσματα δεν ήταν εντυπωσιακά, κάτι που άλλωστε είχε προβλέψει και η ελληνική πλευρά η οποία είχε εκκινήσει την πρωτοβουλία αυτή, εν τούτοις, σύμφωνα με τα λόγια του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Μπίτσιου, «ο σπόρος είχε ριχθεί». Και μόνη η σύγκληση της Διάσκεψης κατεδείκνυε, τουλάχιστον, την επιθυμία των βαλκανικών κρατών να κινηθούν μέσα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας, εμπιστοσύνης και ασφάλειας, ενώ ικανοποιούσε, σε σημαντικό βαθμό, και τις προτεραιότητες της ελληνικής διπλωματίας στο ευρύτερο διαβαλκανικό πλαίσιο: βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των κρατών και προσδιορισμός συγκεκριμένων περιοχών και θεμάτων συνεννόησης με στόχο την περαιτέρω συνεργασία.

Υπό την προοπτική αυτή, η Διαβαλκανική Διάσκεψη του 1976 είχε σημαντικές επιπτώσεις στο πολυμερές αλλά και στο διμερές επίπεδο. Οι διμερείς σχέσεις, κυρίως στον τομέα της οικονομίας, αναπτύχθηκαν περαιτέρω, ιδιαίτερα μεταξύ Τουρκίας – Βουλγαρίας (400% αύξηση του εμπορίου), Ελλάδας – Ρουμανίας και Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας (143%, την περίοδο 1974-1980). Στο πολυμερές πεδίο, η Διαβαλκανική Διάσκεψη του 1976 ακολουθήθηκε από άλλες τέσσερις διαβαλκανικές συναντήσεις σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων στην Αγκυρα (1979), τη Σόφια (1981), το Βουκουρέστι (1982) και το Βελιγράδι (1984). Το σημαντικότερο είναι ότι, παρά το τέλος της «ύφεσης» και της επανόδου των ψυχροπολεμικών εντάσεων, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η διαβαλκανική συνεργασία, που είχε ξεκινήσει τη διετία 1975-1976, διατηρήθηκε, αν και όχι πάντοτε στον ίδιο βαθμό, μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
 
* Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι ακαδημαϊκός υπότροφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.