ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ «Κ»

Πέτρος Μολυβιάτης: Σαράντα χρόνια από την ένταξη στην ΕΟΚ

petros-molyviatis-saranta-chronia-apo-tin-entaxi-stin-eok-561317530

Δεν είναι πολλοί οι Ελληνες που εσφράγισαν με την παρουσία τους την πορεία της νεότερης Ελλάδας. Ενας από αυτούς τους λίγους είναι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος επηρέασε καθοριστικά τον δημόσιο βίο της χώρας στα σαράντα από τα διακόσια χρόνια της Ανεξαρτησίας.
 
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ξεκίνησε από το χωριό του «άγνωστος μεταξύ αγνώστων, χωρίς τίτλους και περγαμηνές», όπως έλεγε ο ίδιος, με στόχο της ζωής του να αλλάξει τη μοίρα της Ελλάδας. Και όσο απίστευτο κι αν φαίνεται αυτό, το επέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Το πώς έγινε αυτό είναι μια συγκλονιστική ιστορία που μοιάζει σαν παραμύθι.
 
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν εμβριθής μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας του έθνους μας. Και πίστευε ότι τρία ήταν τα μεγάλα και διαχρονικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το ελληνικό έθνος στη μακρά ιστορική του πορεία:

• Η οικονομική υποανάπτυξη.
• Η εξωτερική ανασφάλεια.
• Η πολιτική αστάθεια.
 
Και πράγματι, η φτώχεια ήταν ο μόνιμος σύντροφος που συνόδευε γενεές ολόκληρες Ελλήνων σε ολόκληρη την ιστορία μας. Και οι ατέλειωτοι πόλεμοι, οι εισβολές και οι κατοχές στερούσαν το έθνος μας από την ελευθερία του αλλά και από την ικανότητά του για μια σταθερή και συνεχή πρόοδο. Και, τέλος, στον σύγχρονο βίο της χώρας μας, οι καθεστωτικές αλλαγές, οι επαναστάσεις, τα πραξικοπήματα, τα κινήματα και οι βραχύβιες κυβερνήσεις ήταν το μόνιμο χαρακτηριστικό του δημόσιου βίου και το μόνιμο εμπόδιο για την ανάπτυξη του τόπου.
 
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν πεπεισμένος ότι ένας και μόνο τρόπος υπήρχε για να λυθούν ριζικά και αμετάκλητα όλα αυτά τα προβλήματα: η συμμετοχή της Ελλάδος ως πλήρους και ισότιμου μέλους σε μια Ενωμένη Ευρώπη. Ενωμένη όμως όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά και αμυντικά. Μια Ευρώπη, δηλαδή, που θα εξασφάλιζε την οικονομική ανάπτυξη, τη δημοκρατική σταθερότητα και την εξωτερική ασφάλεια όλων των μελών της – και βέβαια και της Ελλάδος.
 
Αυτός ήταν ο λόγος που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απεφάσισε, ήδη από τη δεκαετία του 1950, ότι η Ελλάδα πρέπει να μπει στην Ευρώπη. Και το 1961 επέτυχε να υπογράψει η Ελλάδα την πρώτη Συμφωνία Συνδέσεως με την τότε ΕΟΚ. Η απόφαση ελήφθη μεν, αλλά η πραγματοποίησή της δεν ήταν καθόλου εύκολη.
 
Πρώτον, η προσπάθεια «πάγωσε» λόγω της επταετούς (1967-1974) δικτατορίας και, δεύτερον, μετά την πτώση της χούντας η Ελλάδα έπρεπε να αποδείξει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει μέλος της Ευρώπης. Αυτό το πραγματικά τιτάνιο έργο ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Μέσα σε λίγους μήνες κατόρθωσε να εμπεδώσει το αίσθημα της ασφάλειας στη χώρα, να διενεργήσει ελεύθερες εκλογές, με νομιμοποίηση του ΚΚΕ ύστερα από 27 χρόνια παρανομίας του, να κάνει αδιάβλητο δημοψήφισμα για να λυθεί οριστικά το καθεστωτικό πρόβλημα της χώρας και να εγκαταστήσει ένα πραγματικά σταθερό δημοκρατικό πολίτευμα. Επετέλεσε δηλαδή αυτό που απεκλήθη διεθνώς το πολιτικό θαύμα της ομαλής μεταβάσεως από τη δικτατορία στη δημοκρατία.
 
Παρά ταύτα, η ένταξη της Ελλάδος αντιμετώπιζε ακόμη σοβαρά εμπόδια και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό υπήρχαν ισχυρές πολιτικές δυνάμεις που ήταν έντονα αντίθετες στην ενταξιακή πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ηταν οι ίδιες δυνάμεις που όταν έγιναν κυβέρνηση υιοθέτησαν πλήρως την πολιτική αυτή. Και στο εξωτερικό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δεν ήθελαν την Ελλάδα στην Ευρώπη, είτε γιατί επίστευαν ότι θα ήταν μεγάλο οικονομικό βάρος είτε διότι εφοβούντο ότι θα επωμίζετο η Ευρώπη τα ελληνοτουρκικά προβλήματα και το Κυπριακό.
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε το 1975 την αίτηση της Ελλάδος για ένταξη και χρειάστηκε να προσφύγει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις κυβερνήσεις τής τότε ΕΟΚ για να ανατρέψει την απόφαση της Επιτροπής. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η πρώτη αντίδραση του πανίσχυρου τότε Γερμανού καγκελαρίου Χέλμουτ Σμιτ, όταν πληροφορήθηκε το αίτημα της Ελλάδος για ένταξη, ήταν ότι «η Ελλάδα θα μπει στην Ευρώπη πάνω από το πτώμα μου». Είναι ο ίδιος καγκελάριος τον οποίον όχι μόνο μετέπεισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά έγινε και ειλικρινής και στενός προσωπικός του φίλος και, το κυριότερο, θερμός υποστηρικτής της Ελλάδος στην προσπάθειά της να ενταχθεί στην Ευρώπη. Είναι ο ίδιος καγκελάριος ο οποίος αργότερα, όταν άλλαξε η κυβέρνηση στην Ελλάδα, είπε ότι «στην Ευρώπη δεν μπήκε η Ελλάδα, μπήκε ο Καραμανλής».
 
Αυτό ακριβώς είπε και ο άλλος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή και θερμός υποστηρικτής της Ελλάδος, ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Ηταν τότε η εποχή που λειτουργούσε ο γαλλογερμανικός άξονας. Ο,τι απεφάσιζαν αυτοί οι δύο μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες ήταν και νόμος στην Ευρώπη. Και αυτοί οι δύο εστήριξαν κατά τρόπο καθοριστικό την προσπάθεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή να υπερβεί όλα τα εμπόδια για να επιτύχει τελικά την ένταξη της χώρας στην Ευρώπη.
 
Η προετοιμασία της Ελλάδος για την Ευρώπη δεν άρχισε βέβαια το 1974. Από την πρώτη του πρωθυπουργία (1955-1963), μια πρωτοφανής για τα ελληνικά πράγματα της εποχής κυβερνητική σταθερότητα οκτώ ετών, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθεσε τις βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την έβγαλε για πρώτη φορά στην ιστορία της από την αιώνια φτώχεια της. Αρκεί να λεχθεί ότι σε αυτήν την περίοδο, που δικαίως νομίζω απεκλήθη «χρυσή οκταετία», το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα αυξήθηκε κατά ένα πρωτοφανές 70%. Την ίδια, εξάλλου, εποχή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προσπάθησε να εξομαλύνει τον πολιτικό βίο εφαρμόζοντας στην πράξη την πολιτική της λήθης με την ουσιαστική κατάργηση της θανατικής ποινής και της εξορίας, που είχαν επιβληθεί την εποχή του εμφυλίου πολέμου.
 
Κοιτώντας πίσω, διερωτάται κανείς πώς επέτυχε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ό,τι επέτυχε. Προσωπικά πιστεύω ότι τα επέτυχε κυρίως χάρις στην προσωπικότητά του και στο προσωπικό του κύρος. Είναι γνωστός ο σεβασμός προς το πρόσωπό του όχι μόνο από τους φίλους του αλλά και από τους αντιπάλους του, καθώς και η εμπιστοσύνη που ενέπνεε και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μου έρχονται στον νου δύο περιστατικά που χαρακτηρίζουν τον άνδρα.
 
Είμαστε το 1975 σε μια σύσκεψη στο μικρό τότε πρωθυπουργικό γραφείο, στον δεύτερο όροφο του κτιρίου της Βουλής. Παρόντες ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπ. Εξωτερικών Δ. Μπίτσιος, δυο-τρεις συνεργάτες και ο γράφων, καθισμένοι γύρω από ένα μικρό τραπεζάκι. Σε μια στιγμή ένας συνεργάτης γράφει κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί, το διπλώνει και το σπρώχνει με το δάχτυλό του προς το μέρος μου. Ενώ μιλούσε, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σταματάει το χαρτάκι με το χέρι του στη μέση του τραπεζιού. Και όταν τελείωσε η σύσκεψη, το σπρώχνει προς το μέρος μου χωρίς να το ανοίξει και χωρίς να πει λέξη. Ηταν ένα μάθημα ευγένειας και σεβασμού που το θυμάμαι ακόμα. Ενα περιστατικό το οποίο αποδεικνύει το πώς ο Καραμανλής συνδύαζε την ευπρέπεια και τη διακριτικότητα με τη δωρικότητα που τον χαρακτήριζε.
 
Το άλλο περιστατικό συνέβη στο Γκίμνιχ, έναν πύργο έξω από τη Βόννη, όπου η γερμανική κυβέρνηση φιλοξενούσε τους επίσημους επισκέπτες της. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο καγκελάριος Σμιτ συμφώνησαν πάνω σε κάποιο θέμα που είχε θέσει ο Γερμανός. Ο Καραμανλής προτείνει να ανταλλάξουν επιστολές για να υπάρχει γραπτή επιβεβαίωση της συμφωνίας τους. Και ο καγκελάριος απαντά: «Δεν χρειάζεται. Μου αρκεί ο λόγος σου».
 
Αυτά τότε. Τώρα όμως; Σαράντα χρόνια μετά, μας εξασφάλισε η Ευρώπη όλα αυτά που υπολόγιζε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής; Δηλαδή την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την ευημερία; Αυτά, δηλαδή, που δεν είχαμε ποτέ στην ιστορία μας.
 
Είναι αλήθεια ότι η σημερινή Ευρώπη δεν είναι αυτή που προσδοκούσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εχει αποτελματωθεί η πορεία της προς την πολιτική και αμυντική ενοποίησή της. Η ηγεσία της δεν βρίσκεται πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Και η εμπιστοσύνη των λαών προς τους θεσμούς της δεν είναι στο υψηλότερο σημείο της. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να προβλέψει εάν όλα αυτά θα βελτιωθούν στο μέλλον. Η προσωπική μου γνώμη –για ό,τι αξία έχει– είναι ότι η Ευρώπη θα ενοποιηθεί. Για τον απλούστατο λόγο ότι αυτό απαιτεί το συμφέρον της. Διότι άλλως θα τη θέσουν στο περιθώριο τα νέα κολοσσιαία κράτη που αναδεικνύονται στην υφήλιο.
 
Αλλά και όπως είναι σήμερα η Ευρώπη δικαιώνει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, παρά τα πολλά και μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε.

Διότι σήμερα έχουμε την καλύτερη και σταθερότερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ.

Διότι σήμερα, μετά την κρίση της δεκαετίας, βρισκόμαστε σε πολύ καλή θέση (την 47η) μεταξύ των 186 χωρών της λίστας τού κατά κεφαλήν εισοδήματος της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2019.

Διότι και η σημερινή Ευρώπη μάς προφέρει πολιτική και διπλωματική κάλυψη στο πρόβλημα ασφάλειας που έχουμε.

Διότι στην οικονομική κρίση της δεκαετίας, μόνο στην Ευρώπη βρήκαμε στήριξη και βοήθεια.

Διότι και για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας, μόνο η Ευρώπη μάς στηρίζει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είναι πιο δημοκρατική, πιο πλούσια και πιο ασφαλής μέσα στη σημερινή έστω Ευρώπη, παρά έξω από αυτήν.
 
Ολες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αυτό πιστεύει η πλειονότητα του ελληνικού λαού και οι πολιτικές δυνάμεις που τον εκπροσωπούν. Γι’ αυτό και όλες ανεξαιρέτως οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις υιοθέτησαν και εφάρμοσαν στην πράξη την ευρωπαϊκή πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ό,τι κι αν έλεγαν όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Και αυτό αποτελεί την καλύτερη και μεγαλύτερη δικαίωσή του.
 
* Ο κ. Πέτρος Γ. Μολυβιάτης είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών. Το άρθρο είναι προδημοσίευση από το ειδικό τεύχος του περιοδικού gr mag που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες και θα είναι αφιερωμένο στα «200 χρόνια Ελλάδα – 40 χρόνια Ευρώπη».