ΙΣΤΟΡΙΑ

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

Επειτα από προσπάθειες δεκαετιών, επιτυγχάνεται ο εκσυγχρονισμός της Παιδείας και καθιερώνεται η δημοτική γλώσσα

i-ekpaideytiki-metarrythmisi-561325990

Από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση θεωρείται αυτή του 1976, την οποία οριοθετούν δύο βασικά νομοθετήματα: ο νόμος 309/76 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως»  και ο νόμος 576/77 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Μέσης και Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως» και μία σειρά προεδρικών διαταγμάτων που ακολούθησαν. Είχαν προηγηθεί οι μεταρρυθμίσεις του 1959 και του 1964 και η αντιμεταρρύθμιση της δικτατορίας του 1967, που σχεδόν «σάρωσε» ό,τι προοδευτικό είχε καθιερωθεί ώς τότε. 

Ειδικότερα, αμέσως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974, τα αναγνωστικά του σχολείου άλλαξαν και η δημοτική γλώσσα επανήλθε στις ανώτερες τάξεις των δημοτικών σχολείων. Ακολούθησε η ίδρυση του Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμόρφωσης (ΚΕΜΕ) και η ψήφιση νέου συντάγματος, το 1975, με το οποίο επανερχόταν σε ισχύ και κατοχυρωνόταν η δωρεάν εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η εννεάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση και η απάλειψη της συνταγματικής διάταξης του 1952 με την οποία είχε κατοχυρωθεί η καθαρεύουσα ως η επίσημη γλώσσα του κράτους. 

Από τους πρώτους μήνες κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1974 αναπτύχθηκε μία πολιτική και οικονομική δυναμική για ουσιαστικές εκπαιδευτικές αλλαγές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα χρόνια προβλήματα της εκπαίδευσης που είχαν επιταθεί την περίοδο της χούντας. Οι απαιτήσεις για εκπαιδευτική αλλαγή ήταν δυναμικές και η ανάγκη για αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης έγινε πολύ πιεστική, προβαλλόταν δε και ως αναγκαιότητα για τη χώρα και προϋπόθεση ένταξης στην ΕΟΚ.

Οι προγενέστερες αλλαγές του 1959 και του 1964

i-ekpaideytiki-metarrythmisi0
Ο Αλέξης Δημαράς συμμετείχε στις συσκέψεις υπό τον Κων. Καραμανλή, όπου αποφασίστηκαν οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση. 

Οι ποικίλες πιέσεις οδήγησαν τον Ιανουάριο του 1976 σε εκπαιδευτικές μελέτες και συζητήσεις και ο τότε πρωθυπουργός αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του θέματος και δηλώνοντας ότι «Είναι αναγκαίον να δοθεί λύσις εθνική εις το εκπαιδευτικόν θέμα» προήδρευσε σε δύο συσκέψεις στο υπουργείο Παιδείας στις οποίες συμμετείχαν ο υπουργός Γεώργιος Ράλλης, οι υφυπουργοί Χρυσ. Καραπιπέρης και Α. Ταλιαδούρος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος όντας τότε βουλευτής, οι ακαδημαϊκοί Διον. Ζακυθηνός και Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, πρυτάνεις, εκπρόσωποι της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ, ο Αλέξης Δημαράς καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν: α) τα πορίσματα της Επιτροπής Παιδείας που είχε συστήσει και πάλι ο Κων. Καραμανλής το 1957 (το πόρισμα παραδόθηκε το 1958) στην οποία συμμετείχε και ο Ευάγγελος Παπανούτσος και β) οι πραγματοποιηθείσες αλλαγές στην εκπαίδευση το 1964 πρωτοστατούντος του Παπανούτσου, ως γενικού γραμματέα Παιδείας.

Στα πορίσματα της επιτροπής του 1958 τονιζόταν ότι η εθνική παιδεία γενικά έπρεπε να στραφεί προς τον τεχνικοοικονομικό τομέα, η επαγγελματική εκπαίδευση προς την ανθρωπιστική παιδεία και το σχολείο να αγκαλιάσει το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι «η παιδεία είναι η πλέον θετική και παραγωγική επένδυσις. Ανευ καλής εκπαιδεύσεως δεν είναι δυνατόν ούτε το εθνικόν μας εισόδημα να αυξηθή ούτε να εξασφαλισθή η κοινωνική μας ευημερία και ευστάθεια». Οσο για τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, η επιτροπή πρότεινε τα οκτατάξια Γυμνάσια να μετονομαστούν σε εξατάξια και μετά τη Γ΄ τάξη να χωρίζονται οι μαθητές σε Α΄ και Β΄ βαθμίδες, με την πρώτη βαθμίδα να προορίζεται για τους μαθητές που θα παρουσίαζαν εξαιρετικές επιδόσεις.

Τα προταθέντα εκπαιδευτικά μέτρα της παραπάνω επιτροπής αποτέλεσαν ουσιαστικά τους βασικούς άξονες της μεταρρύθμισης του 1964, την οποία ο Λουκής Ακρίτας (υφυπουργός τότε Παιδείας με υπουργό τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου) χαρακτήρισε ως μία «από τας πλέον ριζοσπαστικάς και πλέον ζωογόνους μεταβολάς» με «εξόχως εθνικόν και προοδευτικόν πνεύμα», ενώ ο Ευάγγελος Παπανούτσος την χαρακτήρισε «πνευματικήν εποποιίαν».

Με τη μεταρρύθμιση του 1964 θεσμοθετήθηκε η δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, η βαθμιαία επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας ως ισότιμης με την καθαρεύουσα, η διαίρεση του εξατάξιου Γυμνασίου σε δύο τριετείς κύκλους, δηλαδή Γυμνάσιο (γενικό, τεχνικό και γεωργικό), στο οποίο εγγράφονταν οι απόφοιτοι Δημοτικού χωρίς εξετάσεις, και Λύκειο (γενικό και τεχνικό) στο οποίο οι μαθητές εισάγονταν με εισαγωγικές εξετάσεις. Καθιερώθηκε το Ακαδημαϊκόν Απολυτήριον (μέχρι τότε οι εξετάσεις πραγματοποιούνταν από τα πανεπιστήμια) με  συνυπολογισμό για την εισαγωγή στα ΑΕΙ των  γενικών βαθμών απόλυσης των δύο τελευταίων τάξεων του Λυκείου. Ακολουθούν αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, εισάγονται νέα και κατ’ επιλογήν μαθήματα, συγγράφονται νέα σχολικά βιβλία και καθιερώνεται η διδασκαλία του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο από δόκιμες μεταφράσεις στη δημοτική γλώσσα. Τα περισσότερα από τα παραπάνω καταργήθηκαν από τη δικτατορία.

Καθιέρωση της δημοτικής και Αρχαία από μετάφραση

i-ekpaideytiki-metarrythmisi2
Ο Διονύσιος Ζακυθηνός (αριστερά) και ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, στις συζητήσεις για την Παιδεία, τάχθηκαν κατά της διδασκαλίας των αρχαίων κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο.

Ο νόμος 309/1976 εκφράζοντας μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική πολιτική ευρείας αποδοχής ενσωματώνει τις βασικότερες από τις προταθείσες ή νομοθετηθείσες εκπαιδευτικές αλλαγές το 1959 και το 1964, όπου είναι εμφανής η προσπάθεια των μεταρρυθμιστών να προσδώσουν στο σχολείο έναν διπλό ρόλο: κοινωνική δικαιοσύνη και οικονομική αποτελεσματικότητα. 

Ειδικότερα, με τον παραπάνω νόμο καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα, ως «γλώσσα διδασκαλίας, αντικείμενον διδασκαλίας και γλώσσα των διδακτικών βιβλίων εις όλας τας βαθμίδας της Γενικής Εκπαιδεύσεως… Ως νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα εις πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του Εθνους δημοτική, συντεταγμένη, άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων». Επίσης, εφαρμόσθηκε η διδασκαλία στο γυμνάσιο «εκλεκτών έργων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας … εκ δοκίμων μεταφράσεων».

Στις προηγηθείσες του νόμου συζητήσεις κατά της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων από το πρωτότυπο τάχθηκαν οι Καραπιπέρης, Ζακυθηνός και Θεοδωρακόπουλος για να απαντήσει ο Κων. Καραμανλής: «Η Κλασσική Παιδεία δεν είναι μόνο θέμα αρχαίας γλώσσης. Είναι και θέμα περιεχομένου. Εγώ θα σας πω τούτο. Ο,τι ξέρω από τους κλασικούς, το έμαθα διαβάζοντας ξένα βιβλία». Παρ’ όλα αυτά, η κατάργηση της διδασκαλίας του αρχαίου λόγου από το Γυμνάσιο αποτέλεσε για πολλά χρόνια θέμα διαφορετικής προσέγγισης μέχρι και σήμερα. Μάλιστα, το 1986 ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης έθεσε ζήτημα επαναφοράς των Αρχαίων στο Γυμνάσιο, που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1992 επί υπουργίας Γεωργίου Σουφλιά με την εισαγωγή στο Γυμνάσιο της διδασκαλίας των παλαιοτέρων μορφών της γλώσσας, στο πλαίσιο της αρχής ότι «οι επιβιώσεις και οι αναβιώσεις δομικών και λεξιλογικών κυρίως συστατικών έχουν δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην παλαιότερη και τη σύγχρονη Ελληνική, και δεν μπορείς να μιλάς για απαιτητική κατάκτηση τής γλώσσας χωρίς επαφή και εξοικείωση με τη λόγια γλωσσική παράδοση» (Βλ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, «Είκοσι χρόνια γλωσσικής μεταρρύθμισης»). Πάντως, ο  Γεώργιος Ράλλης επιμένει (με άρθρα του το 2005), υπερασπιζόμενος το ορθό της κατάργησης του πρωτοτύπου, ότι «η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο θα έπρεπε να αποφευχθεί».

Μεταβολές στη δομή της εκπαίδευσης

i-ekpaideytiki-metarrythmisi4
Οι συζητήσεις για την αναμόρφωση της Παιδείας (19 και 27 Ιανουαρίου 1976) έχουν καταγραφεί σε έκδοση του υπουργείου Παιδείας (αριστερά). Δεξιά, η καθιερωθείσα σχολική Γραμματική Τριανταφυλλίδη.

Πέραν της γλώσσας, με τη μεταρρύθμιση του 1976 ρυθμίζονται θέματα οργάνωσης, διοίκησης και εποπτείας της εκπαίδευσης, το εξατάξιο γυμνάσιο (ημερήσιο και εσπερινό) μετατρέπεται σε τριετές υποχρεωτικό με κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων από το Δημοτικό, θεσμοθετήθηκε το τριετές Λύκειο (ισότιμο Γενικό και Τεχνικό – Επαγγελματικό και οι διετείς Τεχνικές – Επαγγελματικές Σχολές), τετραετές εσπερινό Λύκειο, καθώς και νέος τύπος Λυκείου, το Πρότυπο Κλασικό. Στα σχολεία επιτρέπεται πλέον η μεικτή φοίτηση αρρένων και θηλέων.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση: «Με την κατάργησιν των εισιτηρίων εξετάσεων διά την εγγραφήν εις το Γυμνάσιον, με την χορήγησιν βασικού απολυτηρίου κατά την αποφοίτησιν εκ της Γ΄ τάξεως του Γυμνασίου και με την θέσπισιν εισιτηρίων εξετάσεων διά την εγγραφήν εις την Δ΄ τάξιν, ήτοι εις την Α΄ τάξιν του αναπτυσσομένου Λυκείου, βασίμως ελπί­ζεται ότι θα επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός. Διότι, αφ’ ενός μεν θα διανύηται χωρίς εμπόδια ο χρόνος των εγκυκλίων σπουδών, με στόχον την ενναετή υποχρεωτικήν παιδείαν, αφ’ ετέρου δε τίθεται φραγμός εις την ανεξέλεγκτον παραγωγήν αποφοίτων εξαταξίων γυμνασίων, ο κύριος όγκος των οποίων, έναντι του εμποδίου των εισιτηρίων διά το Λύκειον εξετάσεων, θα στραφεί προς τας πρακτικάς και τεχνικάς κατευθύνσεις». Η νέα αυτή διάρθρωση άλλαζε τα δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, καθιερώνοντας ένα εναλλακτικό σχολικό δίκτυο, Γενικής και Τεχνικής εκπαίδευσης.

Τα μαθήματα στις Β΄ και Γ΄ τάξεις Λυκείου διακρίνονται σε μαθήματα κορμού και επιλογής και οι μαθητές επιλέγουν ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις, θεωρητική και θετική. Διεξάγονται πανελλήνιες εξετάσεις στις τάξεις αυτές, σε τέσσερα μαθήματα, με κοινά θέματα για τους αποφοίτους. Για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπολογίζονται εκτός των παραπάνω μαθημάτων και οι γενικοί βαθμοί των δύο τελευταίων τάξεων του Λυκείου.

Η συζήτηση στη Βουλή για το σχέδιο νόμου περιορίστηκε κυρίως σε δύο θέματα, στο γλωσσικό ζήτημα και στη στροφή στην τεχνική εκπαίδευση και δεν φαίνεται να υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές στις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων σχετικά με τη σχολική γνώση. Ο νόμος 309/1976 ψηφίστηκε από την ΕΡΕ και την ΕΔΗΚ μολονότι ο αγορητής της τελευταίας Ευάγ. Παπανούτσος θα αντιταχθεί σε ορισμένα μέτρα και θα προτείνει ριζοσπαστικές ρυθμίσεις σε ορισμένα άλλα. Στη γλώσσα, π.χ., θα προτείνει «απλούστευση του ορθογραφικού μας συστήματος με την κατάργηση των πνευμάτων και των πολλών τόνων», πρόταση την οποία απέρριψε ο Γεώργιος Ράλλης λέγοντας ότι «δεν έχει ωριμάσει ο καιρός διά την κατάργηση των τόνων».
Οι νόμοι και τα διατάγματα του 1976 στόχευαν στη ριζική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, έχοντας συναίνεση σχεδόν από όλα τα κόμματα. Μεταρρυθμίσεις που για δεκαετίες αναχαιτίζονταν ή καταργούνταν, θεσμοθετούνται οριστικά, αλλάζουν ριζικά το εκπαιδευτικό τοπίο και γίνονται δεκτές από το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, παρά τις αντιδράσεις κάποιων κομμάτων και οργανώσεων εκπαιδευτικών.  

Το γεγονός

i-ekpaideytiki-metarrythmisi6
28.1.1976. Οι αποφάσεις της δεύτερης σύσκεψης για την Παιδεία και η ιστορική φωτογραφία στο πρώτο θέμα της «Κ».

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 αποτέλεσε πυλώνα του εκσυγχρονισμού της χώρας. Καθιέρωσε την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση και τα μεικτά σχολεία, όρισε τη δημοτική ως επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης και έμελλε να συνοδευθεί από την ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης ως αναγκαίας συνιστώσας μιας τεχνολογικά και οικονομικά ανεπτυγμένης χώρας.
 
* Ο κ. Σωτήρης Γκλαβάς είναι πρώην πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής.