ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Περί «χαρακτήρων και θάρρους»

Περί «χαρακτήρων και θάρρους»

Με ειλικρινή και χωρίς δόση ειρωνείας διάθεση σπεύδω να χαρακτηρίσω αξιοθαύμαστη την επιμονή που επιδεικνύει ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης στην υπεράσπιση των πεπραγμένων του, όσο κι αν αυτή γίνεται επιλεκτικά και μόνον για ορισμένα θέματα. Ξεχνά, για παράδειγμα, στη συχνή αρθρογραφία του να αναφερθεί στο μείζον ζήτημα της διαφθοράς η οποία άνθησε στην κυβέρνησή του, με αποτέλεσμα τη φυλάκιση υψηλόβαθμων συνεργατών του. Κατανοητό.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις του συχνά συνοδεύονται από ενισχυτική αρθρογραφία πρώην συνεργατών του ή καθηγητών της «σφαίρας επιρροής Σημίτη», που με κόπο δημιούργησε για τους γνωρίζοντες τα ακαδημαϊκά σε παλαιότερες δεκαετίες, και λοιπών διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Αλλωστε είναι μια τακτική που ακολουθούν πολλοί πρώην.

Τον Μάιο του 2019 εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το βιβλίο του Winston Lord, στενού συνεργάτη του Χένρι Κίσινγκερ, με τίτλο «Kissinger on Kissinger» (All Points books). Στη σύντομη εισαγωγή, ο κραταιός, σχεδόν αιωνόβιος σήμερα, καθοριστικός κατά το παρελθόν ρυθμιστικός παράγων της διεθνούς διπλωματίας, ερωτάται ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που κατά την κρίση του πρέπει να διαθέτει ένας ηγέτης. «Χαρακτήρα και θάρρος», απαντά ο Κίσινγκερ και συμπληρώνει: «Μπορείς πάντα να προσλάβεις έξυπνους ανθρώπους αλλά δεν μπορείς να αγοράσεις χαρακτήρα». Η έννοια του χαρακτήρα, της «προσωπικότητας» δηλαδή, είναι οδηγός της δράσης και του αποτυπώματος που αφήνει ένας ηγέτης.

Δεν αποπειρώμαι ανάλυση χαρακτήρα του κ. Σημίτη, χρησιμοποιώ όμως το παράδειγμα για να αναδείξω δύο διαφορετικές σχολές που εκπροσωπούν αυτός και ο Κώστας Καραμανλής. Ο δεύτερος επιλέγει τις σπάνιες έως πολύ σπάνιες δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες συνήθως δίνουν σε αντιπάλους του αφορμή για σχόλια επιτιμητικά. Οι ίδιοι που τον επικρίνουν επειδή δεν μιλάει, τον κατηγορούν εξίσου όταν το πράττει.

Στην τελευταία του παρέμβαση και αφού σπεύδει να εκφράσει «επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον αυτές οι δημόσιες τοποθετήσεις διευκολύνουν τον χειρισμό κρίσιμων εθνικών θεμάτων και μάλιστα σε μια δύσκολη φάση τους που είναι τώρα σε εξέλιξη», ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής αναλύει τη διαφορετική στρατηγική που ακολούθησε στα ελληνοτουρκικά.

Ημουν εξ αυτών που εργάστηκαν μαζί του επί σχεδόν οκτώμισι χρόνια ως εκπρόσωπος στην αντιπολίτευση και ως υπουργός Επικρατείας με στενή καθημερινή επαφή μαζί του, καθώς στεγαζόμουν στο Μέγαρο Μαξίμου από την πρώτη ημέρα που εισήλθε ο Κ. Καραμανλής σε αυτό.

Εκείνη την πρώτη ημέρα αποπειράται να αξιοποιήσει ο κ. Κ. Σημίτης για να στηρίξει ένα έωλο επιχείρημα. Αναφέρει μια συνάντηση και μια συζήτηση που δεν έγινε ποτέ, καθώς ο κ. Πέτρος Μολυβιάτης, τον οποίον επικαλείται, δεν ήταν παρών στην τελετή παράδοσης – παραλαβής. Τα γεγονότα, που πιστοποιούνται από απλή έρευνα στις εφημερίδες της εποχής, είναι τελείως διαφορετικά και αναρωτιέται κανείς γιατί ένας πρώην πρωθυπουργός έπρεπε να καταφύγει σ’ ένα χονδροειδές ψέμα. Δεν είναι μόνον ότι μπερδεύει τα πρόσωπα που μετείχαν. Αυτό θα ήταν έως και κατανοητό, αφού η μνήμη όλων μας αδυνατίζει προϊόντος του χρόνου. Είναι που κατασκευάζει έναν ψεύτικο πολιτικό διάλογο βαρύνουσας σημασίας, σε μια ανύπαρκτη, επαναλαμβάνω, συνάντηση για να στηρίξει το επιχείρημά του. Σε αυτό οφείλει μια απάντηση.

Στην ουσία του θέματος τώρα. Ως δημοσιογράφος παρακολούθησα τη Σύνοδο Κορυφής στο Ελσίνκι. Η στάση της ευρωπαϊκής οικογένειας να ενταχθεί η Κύπρος στην Ε.Ε. χωρίς προαπαιτούμενο λύσης του εθνικού θέματος ουδόλως αμφισβητείται. Τουναντίον. Ας πιστωθεί χωρίς μεμψιμοιρία στον κ. Σημίτη. Το είχα πράξει και ο ίδιος στο πολιτικό – τηλεοπτικό μου σχόλιο εκείνης της ημέρας από τη φινλανδική πρωτεύουσα. Η εξισορρόπηση όμως που επιχειρήθηκε, με εκείνον επισπεύδοντα, να ενταχθούν στο πακέτο συζήτησης πολλές «διαφορές» που η Τουρκία των «γκρίζων ζωνών» είχε αρχίσει να προβάλει, σίγουρα δεν ωφέλησε τη χώρα. Και σίγουρα ήταν εκτός εθνικής γραμμής, αφού ουδείς από τους πρωθυπουργούς του παρελθόντος αποδέχθηκε άλλη διαφορά πλην της υφαλοκρηπίδας.

Στο βιβλίο («Η στρατηγική του Ελσίνκι», Σιδέρης 2021) το οποίο αποτέλεσε αφορμή για την αντιπαράθεση όχι δύο πρώην πρωθυπουργών –που είχαν «νιτερέσα», όπως κάποιοι απλοϊκά ερμήνευσαν– αλλά δύο διαφορετικών εθνικών στρατηγικών, συνεργάτες του κ. Σημίτη και καθηγητές στηρίζουν το επιχείρημά του με τα κείμενά τους. Στην εισαγωγή μάλιστα γίνεται μια ατυχής, κατά τη γνώμη μου, απόπειρα να παρουσιαστεί ότι τάχα ο κ. Σημίτης βάδισε στα χνάρια της πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70. Το πρακτικό της Βέρνης το 1976 έθετε το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας και μόνον, και από την πολιτική πρακτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή ουδόλως δημιουργήθηκαν περιθώρια για ερμηνείες υπαναχωρήσεων. Αυτές τις οποίες δυστυχώς υιοθέτησε ο κ. Σημίτης, συζητώντας έως και το 2003 τη μείωση των χωρικών υδάτων μας που οδήγησαν στο «όραμα Ερντογάν για τη “γαλάζια πατρίδα”».

Η πολιτική αυτή μπορεί να είχε «χαρακτήρα» αλλά όχι και «θάρρος», όπως προσπαθεί όψιμα να αποδείξει.

* Ο κ. Θόδωρος Ρουσόπουλος είναι βουλευτής Ν.Δ. της Β1 Περιφέρειας Αθηνών.