ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναμνήσεις από τη σκηνή του Καντάφι

Μύθοι, προσδοκίες και διαψεύσεις κατά την αξέχαστη συνάντηση του Κάρολου Παπούλια με τον Λίβυο δικτάτορα το 2006

anamniseis-apo-ti-skini-toy-kantafi-561326494

O Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος Ελληνας πρωθυπουργός που επισκέφθηκε τη Λιβύη. Δεκαπέντε χρόνια πριν, είχε πάει ο Κάρολος Παπούλιας ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παπούλιας και Μητσοτάκης επισκέφθηκαν δύο διαφορετικές χώρες, συσκευασμένες στην εξής μία: τη Λιβύη.

Το 2006, ο Παπούλιας βρέθηκε σε ένα κράτος με την ονομασία «Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία», άκουσε να του παιανίζουν ως επίσημο εθνικό ύμνο τους το «Allahu Akbar» (Ο Θεός είναι Μεγάλος) και «συνομίλησε», τρόπος του λέγειν, σε μια ξύλινη «τέντα» με τον διαβόητο συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι, που κυβερνούσε σε καθεστώς τρομοκρατίας με σιδερένια γροθιά μια χώρα πλούσια σε πετρέλαια.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε δεκτός σε ένα κράτος με το όνομα «κράτος της Λιβύης», ερειπωμένο από τον εμφύλιο πόλεμο και de facto ελεγχόμενο ακόμα από πολέμαρχους φυλών, συμμορίες, μισθοφόρους, και με την κεντρική εξουσία στην Τρίπολη να πασχίζει να σταθεί στο πόδια της με τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Και, βεβαίως, στάθηκε προσοχή στον εθνικό ύμνο «Λιβύη, Λιβύη, Λιβύη…».  

Η επίσκεψη Παπούλια το 2006 είχε, περισσότερο, χαρακτήρα δημοσίων σχέσεων, με κάποιες προσδοκίες να μας δώσει ο Καντάφι, που μοίραζε τότε στους ξένους πετρελαιοπηγές για να επιβιώσει το καθεστώς του, κάποιο μικρό οικόπεδο για γεωτρήσεις, εγχείρημα που τελικά δεν ευοδώθηκε.

Τώρα, γύρω από τη Λιβύη εξελίσσεται μέρος του γεωπολιτικού παιχνιδιού στη Μεσόγειο, που αφορά άμεσα την Ελλάδα (τουρκολιβυκό σύμφωνο), και η επίσκεψη Μητσοτάκη μόνο φολκλορικά χαρακτηριστικά δεν είχε.

⇒ Διαβάστε επίσης: Η τέντα του Καντάφι ήταν ξύλινη και κιτς 

Μπορεί, λοιπόν, το ταξίδι Παπούλια να μη μείνει στην ιστορία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ως μια κίνηση που απέφερε καρπούς, η συνάντησή του με τον ιδιόρρυθμο δικτάτορα θα μείνει ωστόσο αξέχαστη για όλους όσοι συμμετείχαμε στην αποστολή. Μέρος της εμπειρίας είχα μεταφέρει, επιστρέφοντας, τότε, στην «Κ». Την επαναφέρω ελαφρώς εμπλουτισμένη:

«Καθώς το αεροπλάνο που μετέφερε, στις 13 Μαρτίου του 2006, τον Κάρολο Παπούλια, υπουργούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους στη Λιβύη πετούσε πάνω από τη Μεσόγειο, η φαντασία των περισσοτέρων μας κάλπαζε στην αχανή έρημο Σαχάρα. Κάπου εκεί, ίσως σε κάποια όαση, είχαμε “στήσει” με το μυαλό μας την περιβόητη σκηνή στην οποία ο Καντάφι θα υποδεχόταν ντυμένος βεδουίνος, κάτω από τον καυτό ήλιο και την πνιγηρή σκόνη, τον Ελληνα Πρόεδρο.

“Ολα τα λεφτά”, τουλάχιστον για μας τους δημοσιογράφους, ήταν η συνάντηση στην τέντα, των δύο παλαιών γνώριμων.

Η ώρα μηδέν για την αποστολή (13.00 της ίδιας ημέρας), που το επίσημο πρόγραμμα προέβλεπε “αναχώρηση του κ. Προέδρου για κατοικία Μουαμάρ Καντάφι – υποδοχή αντιπροσωπείας σε ειδική σκηνή”, παρήλθε, αλλά ο κ. Παπούλιας και οι συμμετέχοντες στην αποστολή παραμέναμε καθηλωμένοι στο πολυτελές ξενοδοχείο Corinthia.

Κατά διαστήματα, μας ειδοποιούσαν να ετοιμαστούμε προς αναχώρηση, αλλά έπειτα από λίγο ερχόταν η εντολή “άκυρο”. Ηταν ένα καψώνι του ιδιόρρυθμου ηγέτη προς τον υψηλό προσκεκλημένο του;

Τα ίδια μάς έλεγαν διπλωμάτες μας στη Λιβύη έπαθαν και οι Αθνάρ, Μπλερ, Σρέντερ, Σιράκ και Μπερλουσκόνι, που είχαν σπεύσει, εγκαίρως αυτοί, για να ζητήσουν μερίδιο από τον “μαύρο χρυσό” της λιβυκής ερήμου. Ο Μουαμάρ Καντάφι, αν και είχε πάψει προ πολλού να αποτελεί το “μαύρο πρόβατο” της Δύσης, εξακολουθούσε να κρύβεται και να λαμβάνει απίστευτα μέτρα προφύλαξης. Ο φόβος πως κάποιοι μπορεί να τον δολοφονήσουν τον είχε κατακυριεύσει από τις κατά καιρούς απόπειρες φυσικής εξόντωσής του και ειδικά εκείνη στις 13 Απριλίου του 1986, όταν αμερικανικά αεροσκάφη F16, που απογειώθηκαν από την Ισπανία και τη Βρετανία, βομβάρδισαν μία από τις κατοικίες του στην Τρίπολη ως αντίποινα για την απαγόρευση εκ μέρους της Λιβύης της διεθνούς ναυσιπλοΐας στον κόλπο της Σύρτης.

Ο ίδιος τη γλίτωσε μεν την τελευταία στιγμή –σκοτώθηκαν πολλοί φρουροί του και μία από τις δύο κόρες του–, αλλά έκτοτε άρχισε να μετακινείται διαρκώς και έχασε την εμπιστοσύνη του προς τους πάντες.

Κατά τις 8 το βράδυ και ενώ το πρόγραμμα της επίσκεψης είχε γίνει άνω-κάτω και τα νεύρα όλων μας είχαν τεντωθεί, ειδοποιηθήκαμε, επιτέλους, στο ξενοδοχείο ότι ο Καντάφι περίμενε την αποστολή στην τέντα του και έπρεπε να αναχωρήσουμε αμέσως. Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Ολοι ανυπομονούσαμε να αντικρίσουμε από κοντά τον κατ’ άλλους συνταγματάρχη-μύθο και κατ’ άλλους “γραφικό δικτάτορα”.

Μετά μια εξαντλητική νυχτερινή περιπλάνηση στους δρόμους της Τρίπολης, η συνοδεία έφτασε σε ένα τεράστιο στρατόπεδο στη συνοικία Μπα Μπα Ζιζία, όπου ο Μουαμάρ Καντάφι είχε εγκαταστήσει την περιβόητη τέντα ή τουλάχιστον μία εξ αυτών.

Πάνοπλοι στρατιώτες με στολές παραλλαγής και με οπλισμένα καλάσνικοφ –οι διάσημες αστυνομικίνες, με τις φόρμες παραλλαγής και τα αυτόματα, εμφανίστηκαν αργότερα στο γλέντι, με πιστόλια και επίσημες στολές– φρουρούσαν την είσοδο και άλλοι ήταν ακροβολισμένοι σε καίρια σημεία, ενώ στις μάντρες του στρατοπέδου κρέμονταν χοντρά και ακανθώδη συρματοπλέγματα.

Χρειάστηκε να διασχίσουμε επτά μπλόκα για να φτάσουμε στην τέντα όπου θα γινόταν η συνάντηση, και οι φρουροί αφαίρεσαν από όλους μας μόνο τα κινητά τηλέφωνα. Ο λόγος; Να μην εντοπιστεί ο Καντάφι μέσω δορυφόρων.

Προς μεγάλη μας απογοήτευση, ούτε σκηνή από καραβόπανο ή δέρμα καμήλας αντικρίσαμε ούτε στην έρημο βρεθήκαμε.

Η μυθική “τέντα” δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα τεράστιο ξύλινο θολωτό κατασκεύασμα, αποθέωση αρχιτεκτονικής κακογουστιάς, στον προθάλαμο της οποίας ο Καντάφι, φορώντας μια καφετιά κελεμπία, σχεδιασμένη από τον οίκο Αρμάνι, υποδέχθηκε τον υψηλό προσκεκλημένο του.

Μία ώρα κράτησαν οι συνομιλίες και οι δημοσιογράφοι περιμέναμε σε ένα ξύλινο πορτάκι της “τέντας”, για δηλώσεις.

Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε, πετάχτηκαν δύο αστυνομικοί με πολιτικά και, ξαφνικά, καθώς έτυχε να είμαι πρώτος στην είσοδο, αντίκρισα ένα χέρι να προβάλλει προς τη μεριά μου. Ανταπέδωσα ενστικτωδώς, και η χειραψία μου με τον Καντάφι ήταν γεγονός.

Αιφνιδιάστηκα, τρόμαξα βλέποντάς τον μπροστά μου ανέκφραστο, τυλιγμένο σε μια μοβ κελεμπία. Είχα μπροστά μου, αντί για τον “στιβαρό συνταγματάρχη”, μια “κέρινη” φιγούρα που θαρρείς και είχε δραπετεύσει μόλις από το μουσείο της Μαντάμ Τισό. Αμίλητος, με απλανές βλέμμα και ανέκφραστο πρόσωπο, παρακολουθούσε τη βεδουίνικη φολκλορική εκδήλωση στην κυρίως αίθουσα της τέντας, προς τιμήν των προσκεκλημένων του. Πνιγμένη στο τούλι η εξέδρα που κάθονταν μαζί με τον Παπούλια και “φιδίσια καμωμένα” γυναικεία κορμιά να λικνίζονται στην πίστα μπροστά τους, η όλη ατμόσφαιρα έδινε την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο περί τελετής υποδοχής υψηλού προσκεκλημένου αλλά για γαμήλιο γλέντι σε αραβική συνοικία.

Την επομένη, στο αρχαιολογικό μουσείο της Τρίπολης, ανάμεσα στα σημαντικά εκθέματα του αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού, σε περίοπτη θέση αντικρίσαμε  τον “σκαραβαίο” που οδηγούσε το 1969 όταν έκανε την “επανάσταση”». Η επόμενη εικόνα του Καντάφι ήταν εκείνη να τον σέρνουν, άψυχο κορμί δεμένο σε ημιφορτηγό αυτοκίνητο, τα μέλη κάποιας συμμορίας, στους δρόμους της Λιβύης.