ΑΠΟΨΕΙΣ

Δένδιας – Τσαβούσογλου και η επιθετικότητα Ερντογάν

dendias-tsavoysogloy-kai-i-epithetikotita-erntogan-561331480

Η σημερινή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στην Αγκυρα δεν θα εγκαινιάσει ξαφνικά μια νέα περίοδο φιλίας στις διμερείς σχέσεις. Ο Νίκος Δένδιας διατηρεί μια καλή προσωπική σχέση με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου από την περίοδο που και οι δύο ήταν μέλη της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Κάποιες φορές δηλώνουν και «φίλοι».

Φυσικά, στις διεθνείς σχέσεις, και ιδιαίτερα στις τεταμένες μεταξύ κάποιων χωρών, αυτό που μετράει δεν είναι οι προσωπικές φιλίες, αλλά οι συμπεριφορές και οι πράξεις των κρατών.

Σε κάθε περίπτωση, τις αποφάσεις δεν τις παίρνουν οι υπουργοί Εξωτερικών. Και αν ο κ. Δένδιας έχει έναν σημαντικό βαθμό παρέμβασης στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς αποτελεί κορυφαίο στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος και ηχηρή παρουσία στην εσωτερική πολιτική σκηνή, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον Τούρκο ομόλογό του.

⇒ Διαβάστε επίσης: Κρίσιμα τετ α τετ σήμερα στην Άγκυρα

Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου η μόνη φωνή είναι αυτή του Ταγίπ Ερντογάν. Αν ο Τούρκος πρόεδρος, ο οποίος αργότερα σήμερα θα υποδεχθεί τον Νίκο Δένδια, το εννοεί όταν λέει ότι η ένταξη στην Ε.Ε. αποτελεί στρατηγικό στόχο του, τότε πρέπει να συμπεριφερθεί ανάλογα. Και έξυπνα. Για τη χώρα του, όχι για την Ελλάδα

Να εστιάσει στα ουσιαστικά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει η Τουρκία, πολιτικά, διπλωματικά και οικονομικά, και να προβεί σε κινήσεις μείωσης της έντασης. Αν επιμένει να απευθύνεται στο θυμικό μέρους της τουρκικής κοινωνίας, κυρίως οπαδών του εθνικιστή κυβερνητικού εταίρου του, και να προβάλει έναν επιθετικό μαξιμαλισμό όπως έκανε ακόμη και χθες δηλώνοντας έτοιμος να επεμβει και πάλι στην Κύπρο και μιλώντας για γεωτρήσεις στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τουρκίας και Λιβης, τότε προφανώς δεν επιζητεί την ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, τελικά, με τη συμπεριφορά του αυτή δεν υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας του.

Ο Τούρκος πρόεδρος πρέπει να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να τα έχει όλα. Και την καλή σχέση με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., με ό,τι αυτό συνεπάγεται και οικονομικά για τη χώρα του, και τον νεοοθωμανικό επεκτατισμό με απειλές κατά γειτόνων και σχέδια για ανατροπές διεθνών συνθηκών, από της Λωζάννης μέχρι του Μοντρέ.

Η Τουρκία θα μπορούσε να έχει έναν σύμμαχο στις Βρυξέλλες, αντί για έναν αντίπαλο. Σε ένα διαφορετικό περιβάλλον η Ελλάδα θα λειτουργούσε ως χρήσιμη πύλη προς την Ε.Ε. Είναι κάτι που αναγνωρίζουν πολλές τρίτες χώρες, από το Ισραήλ και την Αίγυπτο μέχρι ακόμη και τη Λιβύη, όπως δήλωσε χθες στην Αθήνα ο μεταβατικός πρόεδρος της τελευταίας.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Αγκυρας όχι μόνο με τις Βρυξέλλες αλλά και με την Ουάσιγκτον, τη συμφέρει να μην έχει απέναντί της την Ελλάδα, η οποία –ας το καταλάβουν στη γειτονική χώρα– δεν είναι «μύγα», όπως αφελώς και προσβλητικά έχουν δηλώσει κάποιοι Τούρκοι αξιωματούχοι κατά το πρόσφατο παρελθόν, ούτε έχει «μικρό μπόι» ώστε να δικαιολογούνται οι υποτιμητικές εκκλήσεις του Χουλουσί Ακάρ να συμπεριφέρεται σύμφωνα με αυτό.

Και δεν είναι μόνο η στρατιωτική ισχύς, που και αυτή είναι σημαντική, αλλά κυρίως το πολιτικοοικονομικό πλέγμα που περιλαμβάνει τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες του πλανήτη, την Ευρώπη και την Αμερική, με τις οποίες η Ελλάδα έχει λειτουργική σχέση και ιδιαίτερους δεσμούς.

Το μπαλάκι βρίσκεται στο γήπεδο της Τουρκίας. Οι σημερινές συναντήσεις των κ. Ερντογάν και Τσαβούσογλου με τον κ. Δένδια, της προσφέρουν την ευκαιρία να δείξει ότι ειλικρινά επιθυμεί την οικοδόμηση ενός διαφορετικού περιβάλλοντος. Δυστυχώς, οι λόγοι για να αμφιβάλλει κανείς επ’ αυτού είναι πολλοί.