ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μια γυναίκα γενναία και συνετή

mia-gynaika-gennaia-kai-syneti-561334753

Το ογκώδες ναυτικό του Ξέρξη, μετά τη νικηφόρο μάχη των Θερμοπυλών, διέσχισε με τα καράβια του τη θάλασσα του Ευρίπου και σε τρεις ημέρες προσορμίστηκε στο Φάληρο, σύμφωνα με όσα γλαφυρά μας αφηγήθηκε ο ιστορικός Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό της Μικρασίας. Εκεί, στο Φάληρο αποβιβάστηκε και ο Ξέρξης, και θέλοντας να πληροφορηθεί τις σκέψεις των ναυάρχων του, έστειλε τον αρχιστράτηγο Μαρδόνιο να τους ρωτήσει αν είναι σκόπιμο να δώσει ναυμαχία με τους Ελληνες ή όχι; Ομόφωνα εκείνοι πρότειναν να δώσει ναυμαχία, εκτός από της Καρίας τη βασίλισσα και καπετάνισσα Αρτεμισία, μητέρα του τυράννου Λύγδαμη της Αλικαρνασσού, η οποία διαφώνησε μαζί τους και μήνυσε στον Πέρση βασιλιά τα παρακάτω:
 
«Φύλαγε τα καράβια σου, άρχοντά μου, μην κάνεις ναυμαχία με τους Ελληνες, γιατί οι αντίπαλοί σου είναι πολύ ανώτεροι στη θάλασσα απ’ τους άντρες σου, όσο οι άντρες από τις γυναίκες. Εξουσιάζεις την Αθήνα, που στάθηκε το κίνητρο της εκστρατείας σου, εξουσιάζεις και την άλλη Ελλάδα, και όσοι σου εναντιώθηκαν έφαγαν το κεφάλι τους. Εχεις, αλίμονο, δούλους κακούς μαζί σου που λογαριάζονται για σύμμαχοι, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες και οι Πάμφυλοι, δηλοί και ολότελα άχρηστοι στη μάχη».
 
Ο Ξέρξης αρχικά ενθουσιάστηκε ακούγοντας τη συμβουλή της μοναδικής γυναίκας καπετάνισσας στο ναυτικό του, της τολμηρής Αρτεμισίας, έδωσε ωστόσο εντολή να γίνει σεβαστή η γνώμη της πλειοψηφίας, πιστεύοντας πως ήταν πανέτοιμος να παρακολουθήσει ψηλά από το Αιγάλεω ένα θέαμα λαμπρό μιας νικηφόρου ναυμαχίας του δικού του στόλου.
 
Ο κύριος όγκος της αρμάδας των Περσών στη Σαλαμίνα συντριβόταν τελικά, καθώς άλλα καράβια τους τα βύθιζαν οι Αθηναίοι και άλλα οι Αιγινήτες, γιατί οι Ελληνες με πειθαρχία ναυμαχούσαν και τάξη, ενώ οι βάρβαροι ασύνταχτα οδηγούσαν τα πλεούμενά τους. Δεν είναι βέβαιο πώς αγωνίστηκε καθένας από τους ναυάρχους των Περσών, για την Αρτεμισία όμως ένα συμβάν ανέβασε ψηλά την εκτίμηση του βασιλιά στο πρόσωπό της. Καθώς καταδιωκόταν το καράβι της από την αθηναϊκή τριήρη του Αμεινία από την Παλλήνη, και αδυνατούσε έτσι να ξεφύγει, κινήθηκε ορμητικά και κάρφωσε το έμβολό της σε πλοίο συμμαχικό των Καλυνδίων, βυθίζοντάς το αύτανδρο. Ο τριήραρχος του αθηναϊκού πλοίου πίστεψε έτσι πως το καράβι της Αρτεμισίας ήταν ελληνικό ή είχε αυτομολήσει απ’ τους βαρβάρους και αγωνιζόταν με τους Ελληνες, οπότε άλλαξε πορεία προς άλλα καράβια περσικά. Γλίτωσε έτσι η βασίλισσα από τον καταποντισμό και ανέβηκε παράλληλα πολύ στου Ξέρξη την εκτίμηση, γιατί κάποιος από τη συνοδεία του του είχε πει:
 
«Βλέπεις, άρχοντά μου, πόσο λαμπρά αγωνίζεται η Αρτεμισία, καταβύθισε καράβι εχθρικό!».

Και ο Ξέρξης του απάντησε: «Να που οι άντρες έγιναν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες». Στη σύγκρουση σκοτώθηκε ο ναύαρχος Αριαβίγνης, γιος του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξη, και άλλοι πολλοί Πέρσες και Μήδοι ονομαστοί, τους περισσότερους κατάπιε η θάλασσα, γιατί δεν ήξεραν κολύμπι. Από τους Ελληνες χάθηκαν ολίγοι. Κάποιοι από τους Φοίνικες που τα καράβια τους βυθίστηκαν, πήγαν στον βασιλιά και συκοφάντησαν τους Ιωνες συμμάχους, πως τάχα αυτοί τους πρόδωσαν και χάθηκε ο στόλος. Κείνη την ώρα, ένα καράβι από τη Σαμοθράκη, που ναυμαχούσε στο πλευρό των Μήδων, κάρφωσε το έμβολό του σε αθηναϊκό βυθίζοντάς το. Τότε, ένα αιγινήτικο ρίχτηκε με ορμή και βύθισε το πλοίο της Σαμοθράκης, οι Σαμοθράκες όμως, δεινοί ακοντιστές που ήταν, κατάφεραν να ρίξουν στη θάλασσα το πλήρωμα της Αίγινας και ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο. Μόλις τους είδε ο Ξέρξης να τελούν ένα λαμπρό ανδραγάθημα, τα ’βαλε με τους Φοίνικες και, χολωμένος όπως ήταν, διάταξε να τους κόψουν τα κεφάλια.
 
Καθισμένος ο Πέρσης βασιλιάς στις υπώρειες του Αιγάλεω απέναντι από τη Σαλαμίνα, ρωτούσε συνεχώς να μάθει ποιος δικός τους έκανε ανδραγάθημα, και οι γραμματικοί του σημείωναν αμέσως τριήραρχο, πατρώνυμο και πόλη για να τους ανταμείψει αργότερα ο άναξ. Στην τιμωρία των Φοινίκων και στων Ιώνων τη δικαίωση συνέβαλε και ο Πέρσης Αριαράμνης, παρακαθήμενος του βασιλιά, φίλος όμως των Ελλήνων της Ιωνίας, στενός.
 
Ενώ οι βάρβαροι τρέπονταν σε φυγή, υποχωρώντας με τα πλοία προς το Φάληρο, οι Αιγινήτες έπιασαν θέση στο στενό το πέρασμα και βύθιζαν όσα έβγαιναν από της ναυμαχίας τον χώρο. Οποιο καράβι γλίτωνε από τους Αθηναίους, ερχόταν κι έπεφτε με ορμή πάνω στους Αιγινήτες. Τότε συναντήθηκαν τυχαία οι τριήρεις του Θεμιστοκλή και του Πολύκριτου του Αιγινήτη, γιου του Κριού, που κάρφωσε το έμβολό του σε ένα πλοίο της Σιδώνας. Το πλοίο αυτό είχε επιβάτη τον Πυθέα, γιο του Ισχένοου, που οι Πέρσες τον είχαν μαζί τους ως αιχμάλωτο από το Αρτεμίσιο της Εύβοιας και τον καμάρωναν για την ανδρεία του, με το κορμί του αγνώριστο από τα τραύματα. Ετσι ο Πυθέας γύρισε ζωντανός στην Αίγινα χάρη στο ανδραγάθημα του πατριώτη του Πολύκριτου, που μόλις αντίκρισε τη ναυαρχίδα του Θεμιστοκλή του μίλησε σαρκαστικά για τη μομφή που είχε νωρίτερα εκτοξεύσει ο ναύαρχος ενάντια στους Αιγινήτες, πως είχαν τάχατες μηδίσει.
 
Στη ναυμαχία την πιο μεγάλη δόξα κέρδισαν οι Αιγινήτες, μετά αυτούς οι Αθηναίοι, ενώ σαν άτομα ο Πολύκριτος ο Αιγινήτης και οι Αθηναίοι Ευμένης από τον δήμο του Αναγυρούντα και Αμεινίας από την Παλλήνη, που καταδίωξε το πλοίο της Αρτεμισίας χωρίς να αντιληφθεί πως πάνω του η ίδια ναυμαχούσε.
 
Είχε δοθεί διαταγή στους τριήραρχους των Αθηναίων και αθλοθετηθεί αμοιβή δραχμών χιλίων για όποιον την πιάσει ζωντανή, γιατί τους έθιγε τον ανδρισμό και το φιλότιμο βαθιά, να εκστρατεύσει γυναίκα ενάντια στο άστυ της Αθήνας και να ναυμαχήσει μάλιστα με πλοίο! Ομως δεν τα κατάφεραν να την αιχμαλωτίσουν και γύρισε η γενναία αυτή και συνετή γυναίκα ζωντανή στη μικρασιατική πατρίδα της, την Αλικαρνασσό, πατρίδα και του ιστορικού Ηροδότου.
 
* Ο κ. Πέτρος Θέμελης είναι αρχαιολόγος.