ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πραγματική δημοσιογραφία στέκει ακόμη σαν βράχος

Ο Μάικλ Σάντσον μιλάει στην «Κ»

i-pragmatiki-dimosiografia-stekei-akomi-san-vrachos-561343573

Παρά την τεράστια κριτική που δέχονται οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ παγκοσμίως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που ο Τύπος παραμένει σημαντικός, λέει ο Μάικλ Σάντσον, καθηγητής Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Στο βιβλίο του με τίτλο «Δημοσιογραφία», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, ο κ. Σάντσον υποστηρίζει πως σε έναν δημόσιο διάλογο που είναι πιο περίπλοκος από ποτέ η δημοσιογραφία προσφέρει μια προσέγγιση τεκμηριωμένη κι επικεντρωμένη στα γεγονότα, ενώ στη συνέντευξη στην «Κ» απαντά πως είναι αισιόδοξος για το μέλλον του επαγγέλματος σε ολόκληρο τον κόσμο, γιατί αναγνωρίζει τη φιλοδοξία και τον ζήλο στα μάτια των φοιτητών του, που θέλουν να εργαστούν σκληρά για να κάνουν τον κόσμο καλύτερο με όχημα το ρεπορτάζ.

– Φαντάζομαι πως τα αμερικανικά ΜΜΕ πήραν αρκετά μαθήματα από την προεδρία Τραμπ. Θεωρείτε πως ο Τύπος βγήκε ενισχυμένος μέσα από αυτή τη σύγκρουση;
– Η αίσθησή μου διαβάζοντας και παρακολουθώντας τις ειδήσεις είναι αρχικά πως ο Τραμπ δεν έχει ξεχαστεί. Εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντικός, ειδικά στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Τώρα, τι μαθήματα πήραμε από την προεδρία Τραμπ; Αρχικά θεωρώ πως οι δημοσιογράφοι θα συνεχίσουν απλώς να κάνουν τη δουλειά τους αισθανόμενοι περισσότερο ελεύθεροι. Είναι πιο ελεύθεροι από πριν, που εργάζονταν μέσα σε ένα καθεστώς επιθέσεων που ενθαρρύνονταν από τον ίδιο τον πρόεδρο. Αυτό είναι πίσω μας. Και οι δημοσιογράφοι καλώς λένε «ο εφιάλτης είναι πίσω μας». Είναι μια διάσημη φράση που είπε ο Τζέραλντ Φορντ, στο τέλος της προεδρίας Νίξον. Δεν είμαι όμως βέβαιος πως είναι ακριβώς έτσι, υπάρχουν αρκετά διδάγματα: ένα από αυτά είναι πως οι πλειοψηφίες μπορεί να κάνουν λάθος. Στην πραγματικότητα το εκλογικό μας σύστημα εξέλεξε έναν άνθρωπο εντελώς ανίκανο να κάνει τη δουλειά, που ήταν ασεβής απέναντι στις αμερικανικές παραδόσεις, που έβλεπε τον εαυτό του ως «μέτρο» της αλήθειας. Ο Τύπος γνώριζε πως αυτός ο άνθρωπος θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται εξαρχής με δυσπιστία.

– Στο βιβλίο σας γράφετε ότι «δεν ζούμε στην εποχή της μετα-αλήθειας», αν και αρκετοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν το αντίθετο.
– Ολη αυτή η συζήτηση ξεκίνησε από τον κωμικό Στίβεν Κολμπέρτ, που χρησιμοποίησε τον όρο «truthiness» για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο τότε πρόεδρος Τζορτζ Μπους υποστήριζε τις θέσεις του. Ελεγε πως «δεν πρόκειται να σας πει την αλήθεια, θα σας πει κάτι που ακούγεται καλά στα αυτιά σας». Βεβαίως ξέρουμε πως τόσο ο Τζορτζ Μπους όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν οι πρώτοι πρόεδροι που έλεγαν ψέματα. Ομως υπάρχει μια γκρίζα περιοχή ανάμεσα σε μια πιο «σχετική» έννοια της αλήθειας και στα «εναλλακτικά» γεγονότα. Το είδαμε αυτό επί Τραμπ. Το αποδεχόμαστε; Δεν νομίζω. Οι άνθρωποι τελικά πέφτουν επάνω στην πραγματικότητα. Οπότε θεωρώ πως όλη αυτή η συζήτηση για τη μετα-αλήθεια είναι ιδιαίτερα υπερβολική. Η πραγματικότητα έχει τεράστια κρατήματα και επηρεάζει αυτά που κάνουμε κι αυτά που θέλουμε να κάνουμε. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο Τραμπ ήταν τόσο πολύ ενοχλητικός για τόσο κόσμο. Αν κάτι τον ικανοποιούσε, αν ικανοποιούσε το «εγώ» του, αν εκνεύριζε τους φιλελεύθερους, τότε ικανοποιούνταν πλήρως, ανεξαρτήτως του αν ήταν αλήθεια ή όχι.

– Οι άνθρωποι πάντως συνεχίζουν όλο και περισσότερο να παρακολουθούν ειδήσεις από τα καλωδιακά δίκτυα, εγκαταλείποντας τους μεγάλους σταθμούς για την ενημέρωσή τους. Επιλέγουν να ενημερώνονται από Μέσα που παίρνουν θέση υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου. Αναρωτιέμαι εάν οδηγούμαστε σε έναν κόσμο όπου όλοι ενημερώνονται από τη δική τους «μιντιακή φούσκα», μακριά από κάποια στάνταρ που ίσως ίσχυαν παλαιότερα.
– Κάποιοι υποστηρίζουν πως οδηγούμαστε σε μια αναβίωση της στρατευμένης δημοσιογραφίας όπως στις εφημερίδες του 19ου αιώνα, που ήταν κομματικά ενταγμένες, χρηματοδοτούμενες από πολιτικά κόμματα και σίγουρα με ξεκάθαρη θέση υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Και το φαινόμενο αυτό υποχώρησε όταν η δημοσιογραφία μετατράπηκε σε έναν πιο ισχυρό, ανεξάρτητο και επαγγελματικό θεσμό στην κοινωνία. Ο επαγγελματισμός όμως σήμερα δεν έχει εξαφανιστεί και στέκεται εκεί σαν βράχος. Και είναι μια μεγάλη προστασία απέναντι στην κομματικοποίηση. Κοιτάξτε, προφανώς υπάρχει το Fox News ή, από την άλλη πλευρά του φάσματος, το MSNBC. Υπάρχουν όμως και οι New York Times που υπερασπίζονται σε μεγάλο βαθμό τις συνταγματικές μας αξίες, τις φιλελεύθερες αξίες, τη διαφορετικότητα μέσα σε μια κοινωνία. Κοιτάξτε επίσης τους μηχανισμούς ελέγχου δεδομένων που εφαρμόζουν ακόμη και στον πρόεδρο Μπάιντεν, για το εάν υπερέβαλε κάπου ή για το εάν οδηγήθηκε σε κάποιο λάθος. Αυτό θα το κάνουν ακόμη κι αν είναι ευχαριστημένοι, όπως και η πλειοψηφία των Αμερικανών αυτή τη στιγμή, με τον τρόπο που ο σημερινός πρόεδρος ασκεί τα καθήκοντά του.

– Eνα ζήτημα που φαίνεται ότι απασχολεί τους επαγγελματίες δημοσιογράφους είναι η μετάβαση από την αναζήτηση ιστοριών που έχουν μια «αξία επικαιρότητας» στην αναζήτηση ιστοριών που έχουν μια «αξία διαμοιρασμού». Θέματα, δηλαδή, που θα ανέβουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κι αναρωτιέμαι αν αυτό το αντιμετωπίζετε ως μια απειλή ή μια ευκαιρία.
– Είναι και τα δύο. Ξέρετε, υπάρχει μια διάσημη φράση από το βιβλίο «Περηφάνια και προκατάληψη» της Τζέιν Oστιν. Η κυρία Μπένετ απαντά στο τι είναι αυτό που αγαπάει να κάνει στη διάρκεια της ημέρας και λέει πως «οι δύο χαρές στη ζωή είναι τα νέα και οι επισκέψεις». Και προφανώς συνειδητοποιεί πως τα δύο αυτά σχετίζονται: θέλει να μάθει τα νέα γιατί την καθιστούν πολύ σημαντικό πρόσωπο στις κοινωνικές της επαφές. Eχει κάτι να πει. Και έχει και ενδιαφέροντα κουτσομπολιά να μεταφέρει. Οπότε οι δύο έννοιες συνδέονταν ιστορικά. Αυτό που σήμερα έχει αλλάξει είναι ότι στο παρελθόν οι δημοσιογράφοι δεν είχαν τόσα δεδομένα για την αξία του διαμοιρασμού. Τώρα πια μπορούν να δουν τι ανεβαίνει και τι όχι, όπως και το πόσοι το μοιράζονται. Πόσα ζευγάρια μάτια είναι καρφωμένα στην ιστοσελίδα τους σε κάθε λεπτό. Κι όπως είναι φυσικό, εστιάζουν περισσότερο στην αξία αυτού που μπορεί να έχει απήχηση. Αυτό δεν σημαίνει πως οι δημοσιογράφοι αφήνουν στην άκρη τον επαγγελματισμό τους, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο οι περισσότεροι νομίζουν. Και θα συνεχίζουν να δημοσιεύουν πράγματα που μπορεί να μην είναι τόσο δημοφιλή. Λόγου χάρη, μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν θα απασχολήσει τόσους όσο ένα σεξουαλικό σκάνδαλο. Oμως θα δημοσιευτεί.

– Δώστε μου ένα λόγο για τον οποίο είστε αισιόδοξος για το μέλλον της δημοσιογραφίας.
– Διδάσκω σε ένα πανεπιστήμιο και μερικές φορές μου είναι αδύνατο να πιστέψω τον ιδεαλισμό αυτών των παιδιών που έρχονται από όλες τις χώρες στην ηλικία των 22, 23, 25, που θέλουν να βγουν έξω και να κάνουν τον κόσμο μας καλύτερο μέσω του ρεπορτάζ. Και είναι έτοιμοι να το κάνουν λόγω χαρακτήρα και φιλοδοξίας. Eτοιμοι να ρισκάρουν τις ζωές τους για να το πραγματοποιήσουν. Και κανένα επιχειρηματικό μοντέλο ή κανένα άλλου είδους εμπόδιο δεν μπορεί να τους αποτρέψει από το να το κάνουν.

Τα δεδομένα

– Το πανεπιστήμιο στο οποίο διδάσκετε έχει ξεκινήσει προγράμματα «δημοσιογραφίας δεδομένων», που προσφέρει δεξιότητες σε νέους δημοσιογράφους που δουλεύουν στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Πόσο μεγαλύτερη αξία μπορεί να δώσουν στο ρεπορτάζ τέτοια εργαλεία;
– Τα δεδομένα είναι πλέον πολύ περισσότερα. Σκεφτείτε πόσα κυβερνητικά δεδομένα είναι πλέον διαθέσιμα, ενώ παλαιότερα ήταν πολύ δύσκολο να τα βρει κανείς. Για κάποιον που διαθέτει μαθηματικές ικανότητες, υπάρχει πλέον η δυνατότητα να εστιάσει στη δημοσιογραφία των δεδομένων. Σκεφτείτε την περίπτωση στην κάλυψη της πανδημίας του κορωνοϊού. Τα αριθμητικά δεδομένα είναι βασικό στοιχείο του ρεπορτάζ. Πόσοι εμβολιάστηκαν αυτή την εβδομάδα; Τι ποσοστό του πληθυσμού έχει εμβολιαστεί; Πόσοι είναι οι θάνατοι; Πώς συγκρίνουμε την πορεία της πανδημίας ανά πολιτεία, ανά χώρα; Τα δεδομένα είναι περισσότερα από όσα μπορούμε να απορροφήσουμε, για αυτό έχει σημασία κάποιοι να μάθουν όχι μόνο να τα διαβάζουν αλλά και να τα εξηγούν.