ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Το στοίχημα του εμβολιασμού και το μετέωρο άνοιγμα

to-stoichima-toy-emvoliasmoy-kai-to-meteoro-anoigma-561352474

«Ο εμβολιασμός επιταχύνεται ανά την Ε.Ε.»: με ένα χαρμόσυνο τιτίβισμα, η πρόεδρος της Κομισιόν – πάντα παρούσα στα ευχάριστα, κάπως πιο δυσεύρετη στα δύσκολα – ενημέρωσε χθες τους Ευρωπαίους ότι έχουν ήδη χορηγηθεί περισσότερες από 150 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων κατά της Covid-19 στα κράτη-μέλη της Ένωσης.

Διαβάστε ακόμη: Αρχίζουν οι δοκιμές του ισραηλινού φαρμάκου σε «Αττικόν» και «Σωτηρία»

Ο Απρίλιος, όπως είχε ήδη προβλέψει τον Οκτώβριο μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η Σάντρα Γκαλίνα, επικεφαλής της ομάδας διαπραγμάτευσης της Ε.Ε. για τα εμβόλια, θα ήταν το σημείο-καμπής για τις παραδόσεις. Μετά τους δύσκολους πρώτους τρεις μήνες, ειδικά εξαιτίας της θεαματικής αποτυχίας της AstraZeneca να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, η ροή αυξήθηκε σημαντικά. Ως τις 31 Μαρτίου είχαν παραδοθεί 107 εκατομμύρια δόσεις στην Ε.Ε.· ο τελικός αριθμός για τον Απρίλιο αναμένεται να φτάσει τις 85 εκατομμύρια δόσεις.

Στο επόμενο δίμηνο οι αριθμοί θα εκτοξευθούν περαιτέρω: ως το τέλος Ιουνίου, αν δεν υπάρξουν δυσάρεστες εκπλήξεις, η Ε.Ε. περιμένει 325 εκατομμύρια δόσεις. Στο χθεσινό της tweet, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η Ευρώπη είναι καθ’ οδόν προς την επίτευξη του στόχου του πλήρους εμβολιασμού του 70% του ενήλικου πληθυσμού της ως τον Ιούλιο.

Παρά τα ενθαρρυντικά αυτά δεδομένα, είναι κάπως πρόωρο να αρχίσουμε να πανηγυρίζουμε ότι σώθηκε το καλοκαίρι. Η ψηφιακή οργάνωση της εκστρατείας εμβολιασμού στην Ελλάδα έχει επαινεθεί ευρέως – όπως και η ποιότητα της εξυπηρέτησης όσων προσέρχονται στα εμβολιαστικά κέντρα. Αυτό όμως δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι, βάσει του ωμού μέτρου της ποσότητας, αλλά και της κάλυψης των πιο ευάλωτων ομάδων, η χώρα μας έχει μείνει πίσω. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Bloomberg Vaccine Tracker, είναι πλέον 23η μεταξύ των 27 σε χορήγηση πρώτης δόσης (20,4% του συνολικού πληθυσμού έναντι μέσου όρου Ε.Ε. 24,9%), ενώ έχει πέσει κάτω από τον ευρωπαϊκό μ.ο. και στο ποσοστό πλήρους εμβολιασμού.

Ακόμα πιο ανησυχητικοί είναι οι δείκτες εμβολιασμού των ηλικιωμένων και των υγειονομικών. Σύμφωνα με τα (ενδεχομένως όχι πλήρως ενημερωμένα) στοιχεία του ECDC, μόλις το 62,8% των ατόμων άνω των 80 ετών έχει λάβει έστω την πρώτη δόση στην Ελλάδα. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους 70-79 ετών είναι 63,4%, ενώ για τους υγειονομικούς είναι 62,5% – το δεύτερο χαμηλότερο μεταξύ των 15 κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν τα σχετικά δεδομένα. Η απροθυμία των ομάδων αυτών του πληθυσμού να εμβολιαστούν – και η αποτυχία της κυβέρνησης να τους προσελκύσει, με καρότο ή μαστίγιο – είναι βασικός παράγοντας που εξηγεί τον επίμονα υψηλό δείκτη θανάτων των τελευταίων εβδομάδων. Πρόκειται για έναν από τους χειρότερους στην Ε.Ε., χωρίς μάλιστα να δείχνει τάσεις αποκλιμάκωσης.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει επιλέξει μία επιθετική στρατηγική επανεκκίνησης του τουρισμού, με άνοιγμα προς χώρες εκτός Ε.Ε. (ενώ εξακολουθεί να ισχύει η πανευρωπαϊκή σύσταση που το απαγορεύει) και με αποδοχή, ως αποδεικτικά ανοσίας, εμβολίων – του ρωσικού και κινεζικών – που δεν περιλαμβάνονται ούτε στη λίστα των εγκεκριμένων από τον EMA ούτε σε αυτήν του ΠΟΥ. Αν σε αυτό το μίγμα προσθέσουμε την άρση του lockdown στο εσωτερικό και τα απωθημένα μηνών που δύσκολα θα συγκρατηθούν από συστάσεις για μάσκες και αποστάσεις (ήδη εδώ και μήνες ούτως ή άλλως τα περισσότερα μέτρα δεν τηρούνταν), καθίσταται σαφές ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να εκτροχιαστεί.

Μέρος της λύσης είναι αναμφίβολα η επιτάχυνση του εμβολιασμού. Ο στόχος για 1,5 εκατομμύρια δόσεις τον Απρίλιο δεν επετεύχθη (φτάσαμε οριακά κάτω από τις 1,4 εκατομμύρια). Ο υπουργός Υγείας έχει μιλήσει για 2,5 εκατ. δόσεις τον Μάιο και 4 εκατομμύρια τον Ιούνιο. Αυτοί οι στόχοι πρέπει πάση θυσία να επιτευχθούν – και να ξεπεραστούν. Και πρέπει να γίνει μία συστηματική προσπάθεια – με καμπάνιες ενημέρωσης, μέτρα που δίνουν προνόμια σε όσους έχουν εμβολιαστεί και (για τους υγειονομικούς) κυρώσεις για τους αρνητές – ώστε να αυξηθούν οι δείκτες κάλυψης στις κρίσιμες κατηγορίες.

Αλλά ακόμα κι αν γίνουν όλα αυτά, τα εμβόλια από μόνα τους δεν αρκούν. Πρέπει – σε αντίθεση με ό,τι συνέβη το περασμένο καλοκαίρι – η κυβέρνηση να επιμείνει στην ανάγκη να τηρούνται στο μέγιστο βαθμό τα μέτρα που περιορίζουν τη διασπορά του ιού (και οι πολίτες πρέπει να δείξουν την αναγκαία συμμόρφωση). Το φάντασμα της Χιλής, που, παρ’ ότι εκ των πρωταθλητριών διεθνώς στον εμβολιασμό, χαλάρωσε πρόωρα τα μέτρα και βίωσε μία βιαία έξαρση της επιδημίας, θα έπρεπε να μας στοιχειώνει.