ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άποψη: Η προσέγγιση των ελληνοτουρκικών

apopsi-i-proseggisi-ton-ellinotoyrkikon-561364618

Η παρέμβαση του κ. Καραμανλή, σε απάντηση άρθρου του κ. Σημίτη, έφερε στην επιφάνεια τις σημαντικές διαφορές για τη στρατηγική χειρισμού των δύσκολων σχέσεών μας με την Τουρκία. Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την Ιστορία. Eβγαλε στην επιφάνεια κάτι πιο κρίσιμο, την ενδημική σχεδόν έλλειψη εσωτερικού μετώπου στον χειρισμό ζητημάτων εθνικής ασφαλείας. Είναι ένα σοβαρό πρόσκομμα στην άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αντιφάσεις. Με τις συνομιλίες του παρελθόντος να είναι μυστικές και ως εκ τούτου η ενημέρωση να είναι ελλιπής, έχουν διατυπωθεί ερμηνείες που δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα, ή τέλος πάντων όσα υποστηρίζονται δημοσίως δεν δίνουν την πλήρη εικόνα. Ωστόσο, η Τουρκία πάντα καταγράφει προσεκτικά τα όσα λέμε και γράφουμε. Και στην κατάλληλη στιγμή τα επικαλείται.

Σε άρθρο του, την περασμένη Κυριακή, στην «Καθημερινή», για το Αιγαίο, ο κ. Παύλος Παπαδόπουλος αναφέρει ότι «πρόσωπα που συνεπικουρούν τη σημερινή κυβέρνηση» υποστηρίζουν ότι «η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας ήδη από το 1976 και ανανεώνει τακτικά την αναγνώριση αυτή», προσθέτοντας ότι «αυτή την πραγματικότητα αποτύπωσαν τα πολιτικά κείμενα στη Μαδρίτη και στο Ελσίνκι».

Τα «ζωτικά συμφέροντα» είναι πολιτικός κι όχι νομικός όρος. Είναι όρος που έχει εισαγάγει η Τουρκία για να υποστηρίξει ότι οι ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις πρέπει να είναι «πολιτικές», δηλαδή μια διαπραγμάτευση εκτός διεθνούς δικαίου. Το κίνητρό της είναι προφανές.

Εάν πράγματι αυτά εισηγούνται στην κυβέρνηση Μητσοτάκη «πρόσωπα που τη συνεπικουρούν», εκτιμώ ότι δεν της προσφέρουν καλές υπηρεσίες και πάντως δεν την προστατεύουν από δυσμενείς συνέπειες στα εθνικά θέματα. Η διαπραγμάτευση με πολιτικούς όρους οδηγεί την Ελλάδα στον ολισθηρό δρόμο εθνικών παραχωρήσεων.

Η άποψη ότι όλες οι κυβερνήσεις από το 1974 έχουν αναγνωρίσει ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας και η Μαδρίτη απλώς τα αποτύπωσε σε κείμενο συνιστά επικίνδυνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Το γεγονός ότι δεν έχουμε επεκτείνει τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια ή ότι δεν προχωρούμε σε έρευνες πέρα από χωρικά μας ύδατα στο Αιγαίο δεν απορρέει από κάποια ελληνική συμβατική δέσμευση ή από την αναγνώριση «τουρκικών ζωτικών συμφερόντων» μέχρι τη Μαδρίτη (1997). Απέρρεε από το γεγονός ότι κρεμόταν τότε (και συνεχίζει να κρέμεται) πάνω από το κεφάλι μας η απειλή πολέμου, η οποία επισημοποιήθηκε το 1995 με ψήφισμα από την τουρκική εθνοσυνέλευση. Το ψήφισμα επικαλείται «την ισορροπία στο Αιγαίο, όπως αυτή έχει προσδιορισθεί με τη Συνθήκη της Λωζάννης».

Πυροβολούμε τα πόδια μας όταν υποστηρίζουμε ότι το Πρωτόκολλο της Βέρνης, το Νταβός ή η Συνθήκη της Λωζάννης απαγορεύουν τις έρευνες εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων. Οι Τούρκοι έχουν τη συνήθεια να ερμηνεύουν κατά το δοκούν τις όποιες συμφωνίες.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε σύσκεψη τον Μάρτιο του 1982 στο Καστρί, απέρριψε την τουρκική ερμηνεία λέγοντας ότι το Πρωτόκολλο ήταν σαφώς διαδικαστικού χαρακτήρα, περιορισμένης χρονικής διάρκειας και συνεπώς ανενεργό. Είχε δώσει, μάλιστα, οδηγίες στον πρέσβη μας στην Αγκυρα να μεταφέρει τη θέση αυτή στον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Ιλέρ Τουρκμέν. Λίγες μέρες αργότερα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει το δικαίωμα ερευνών έξω από τα 6 μίλια.

Υστερα από σχεδόν δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, στην οποία προστέθηκαν οι δυσμενείς επιπτώσεις από την πανδημία, η χώρα πρέπει να φύγει μπροστά και να μπει σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά. Κρίσιμη προϋπόθεση, όμως, συνιστά η ηρεμία στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Στο εξαιρετικό βιβλίο για τον πρόεδρο Κένεντι, ο Τεντ Σόρενσεν αφηγείται τη διαπραγματευτική στρατηγική του προέδρου των ΗΠΑ. Αναφέρει ότι καθόριζε με μεγάλη σαφήνεια τις θέσεις και τα όρια των διαπραγματεύσεων. Ελεγε ότι «εάν οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν επειδή και οι δύο πλευρές θεωρούν τη συμφωνία θετική, τότε δεν είναι μόνο νίκη των ΗΠΑ. Εάν δεν καταλήξουν επειδή θα έθιγε αμερικανικά συμφέροντα, δεν είναι ήττα. Εάν συνεχίζονται με ατελείωτες, ανούσιες συνομιλίες, είναι κατά κανόνα καλύτερο από έναν πόλεμο».

Η αλλαγή πλεύσης στα εθνικά θέματα από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται σε προσωπικές στρατηγικές και σε διαστρεβλώσεις, εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε διολίσθηση όσον αφορά την εθνική κυριαρχία, αλλά και σε λανθασμένες εκτιμήσεις με κίνδυνο ρήξης.

Ο Σόρενσεν αφηγείται τον φόβο που είχε ο Αμερικανός πρόεδρος για μια «λανθασμένη εκτίμηση» στην αναμέτρηση των ΗΠΑ με την τότε Σοβιετική Ενωση, που θα είχε ολέθριες συνέπειες και για τις δύο χώρες. Επικαλείται, μάλιστα, τον διάλογο ανάμεσα σε δύο Γερμανούς ηγέτες, ύστερα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ρωτά ο πρώτος «Πώς φθάσαμε μέχρι εδώ;» και απαντά ο δεύτερος «Ποιος ξέρει;».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Δένδιας διαχειρίστηκαν την πιο σοβαρή κρίση των τελευταίων ετών με την Τουρκία. Από τους δύο γύρους των διερευνητικών πήραν μια γεύση από τις τουρκικές θέσεις. Προχωρήσουν ή όχι οι διερευνητικές, το πρόβλημα «Τουρκία» θα παραμείνει στην ημερήσια διάταξη.

Η Αγκυρα έχει πάγιες διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας που προωθεί, ασκώντας σταθερή, διαχρονική πίεση. Το πρόβλημα «Τουρκία» δεν λύνεται με κατευναστική πολιτική. Ούτε με πολιτική προσωπικών σχέσεων. Οι ανάσες ηρεμίας είναι πάντα προσωρινές και τις υπαγορεύουν οι σκοπιμότητες της συγκυρίας της τουρκικής πλευράς.

Η Αθήνα έχει, ωστόσο, την ευκαιρία να κάνει τη διαφορά με τον εαυτό της και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της, εάν εκπονήσει εθνική στρατηγική για τα ελληνοτουρκικά, που να συμπεριλαμβάνει και την άμυνα. Στόχοι, κόκκινες γραμμές, ποια όπλα λύνουν το ιδιαίτερο ελληνικό πρόβλημα είναι μερικά από τα ζητούμενα. Στην προσπάθεια αυτή είναι κρίσιμο να σκεφτούμε έξω από το κουτί, από την πεπατημένη, που πρακτικά σημαίνει να ακουστούν και να αξιολογηθούν όλες οι απόψεις.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Μπίτσιος είναι πρέσβης ε.τ.