ΑΠΟΨΗ

Ευρωατλαντική ασφάλεια και ο διάλογος Ελλάδας – Τουρκίας

eyroatlantiki-asfaleia-kai-o-dialogos-elladas-toyrkias-561397471

Η Σύνοδος Κορυφής του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες συνέρχεται με κύριο στόχο την ενδυνάμωση της συνοχής της Συμμαχίας, τόσο στο διατλαντικό όσο και στο καθαρά ενδοευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν θα σηματοδοτήσει εορταστικές επετείους, ενάρξεις ή περατώσεις νατοϊκών επεμβάσεων σε περιοχές διαχείρισης κρίσεων, συμμαχικών αποστολών για την επιβολή της ειρήνης κ.λπ.

Η Σύνοδος αποβλέπει σε κάτι ιστορικά σημαντικό και πρακτικά χειροπιαστό για τη σχέση Αμερικανών και Ευρωπαίων συμμάχων, ότι δηλαδή η περίοδος Τραμπ, με όσα προβλήματα και καχυποψίες επέφερε στη διατλαντική σχέση, αποτελεί παρελθόν και ότι οι ΗΠΑ θα επαναπροσεγγίσουν την Ευρώπη με γνώμονα την εξυπηρέτηση, όχι μόνον των παγκόσμιων συμφερόντων τους, αλλά και την εξυπηρέτηση της ενδοευρωπαϊκής και περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητος.

Στο προαναφερθέν πλαίσιο εξυπηρέτησης της ενδοευρωπαϊκής και περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητος εντάσσονται και οι αποφασισθείσες κατ’ ιδίαν συναντήσεις των ηγετών ΗΠΑ, Τουρκίας και Ελλάδος στο περιθώριο της Συνόδου.

Από τις αρχές του έτους και αφού ολόκληρο το προηγούμενο (2020) σπαταλήθηκε σε δυναμικές απόπειρες και επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος εκ μέρους της γείτονος, σε όλα τα πεδία και σε όλα τα επίπεδα, όπου τα ελληνικά και τα τουρκικά συμφέροντα συναντώνται και ενδεχομένως αντιπαρατίθενται, η τουρκική πλευρά προσήλθε σε έναν διάλογο με την Ελλάδα με τρεις βασικές επιδιώξεις:

α) Διάλογος για όλα τα συσσωρευμένα ζητήματα που η ίδια θέτει (εφ’ όλης της ύλης).

β) Διάλογος χωρίς προϋποθέσεις και πολιτικό πλαίσιο (χωρίς αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο).

γ) Διάλογος χωρίς χρονικό ορίζοντα (ad infinitum) και μέχρι επιτεύξεως των τελικών τουρκικών επιδιώξεων μέσω στρατιωτικής ισχύος, επιβολής ή πειθαναγκασμού.

Είναι φυσικό και εύλογο η ελληνική πλευρά να αποκρούει συστηματικά παρόμοιες προσεγγίσεις και να επιμένει ότι ένα μόνο θέμα υπάρχει προς διμερή διαπραγμάτευση, εκείνο της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών Ελλάδος – Τουρκίας.

Είναι απαραίτητο όπως οι δύο βασικοί παίκτες, αλλά και όσοι υποστηρίζουν γενικώς τη διεξαγωγή ενός διαλόγου μεταξύ των δύο, δηλαδή ο λεγόμενος διεθνής παράγων, να στηρίξουν τη διεξαγωγή ενός διαλόγου όχι χάριν του διαλόγου, αλλά ενός πλαισίου που θα έχει ως βάση τις ουσιαστικές, αλλά και τις θεσμικές προβλέψεις που προσφέρει το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της θαλάσσης.

Σε πρακτικούς όρους τα ανωτέρω συνεπάγονται ορισμένες παραδοχές, δηλαδή:

• Ομιλούμε για έναν διμερή διάλογο θαλασσίων οριοθετήσεων και όχι απόπειρας αντιμετώπισης όλων των ελληνοτουρκικών γεωπολιτικών εκκρεμοτήτων.

• Με δεδομένο ότι ο διερευνητικός κύκλος του διαλόγου διεξάγεται ήδη επί σχεδόν δύο δεκαετίες και έχει σαφώς αναδείξει εκ διαμέτρου αποκλίνουσες θέσεις των δύο πλευρών, είναι σκόπιμο οι δύο πλευρές να προσδιορίσουν, εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, τα σημεία που διαφωνούν και να τα παραπέμψουν για επίλυση σε δικαστική διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας θα σεβαστούν αμφότερες.

• Είναι αναγκαίο να κατανοήσουν οι δύο πλευρές ότι παραπομπή σε δικαστική διαδικασία επίλυσης δεν είναι διαπραγμάτευση συνθήκης ειρήνης μεταξύ εμπολέμων ή εξαναγκασμός του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο. Είναι τρόπος λειτουργίας του διεθνούς συστήματος στη βάση του σεβασμού και της ισότητος μεταξύ των κρατών. Αυτό θα πρέπει να εξηγηθεί και στο εσωτερικό του πολιτικού μας συστήματος.

• Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο χώρες, μετά εκατό χρόνια από τη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης (1923), χρειάζονται μια δεύτερη Λωζάννη για τα θαλάσσια δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αμφοτέρων. Βάση θα είναι οι εδαφικές προβλέψεις των δύο Συνθηκών Ειρήνης Λωζάννης (1923) και Παρισίων (1947) και οι συγκεκριμένες προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου επί των σχετικών ζητημάτων.

Με άλλα λόγια, καλή γειτονία με βάση αρχές, αλληλοσεβασμό και αναγνώριση νομίμων και όχι αυθαιρέτων συμφερόντων στο γεωπολιτικό πεδίο. Τα πράγματα καθίστανται καθημερινά δυσκολότερα όσο αφήνονται αρρύθμιστα. Η ρητορική, η σύγκρουση, οι εκβιασμοί και η μονομέρεια οδηγούν ευθέως στην αστάθεια και τη διαρκή περιδίνηση τόσο στο διμερές όσο και στο περιφερειακό επίπεδο.

Είναι σημαντικό να αντιληφθεί ο διεθνής παράγων (ΗΠΑ-Ε.Ε.) ότι ο συνιστώμενος στην Ελλάδα και την Τουρκία διάλογος δεν συνιστά ακαδημαϊκή διαδικασία ή θάλαμο εκτονώσεως της επικρατούσης σήμερα εντάσεως, αλλά μέθοδο και όχημα επιτεύξεως αποτελέσματος μέσω και της δικαστικής παραπομπής.

Οι δε δύο άμεσα εμπλεκόμενοι να δεχθούν ότι προέχει η ανάγκη αντιμετωπίσεως του γεωπολιτικού ζητήματος της οριοθετήσεως των θαλασσίων ζωνών τους, στη βάση των όσων συμβαίνουν παγκοσμίως, δηλαδή διπλωματική (όχι εκβιαστική) διαπραγμάτευση και δικαστική επίλυση.

Κατόπιν και εξελικτικά, στο πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, η αντιμετώπιση όλων των άλλων εκκρεμών ζητημάτων. Για όσα από αυτά εκπηγάζουν από εφαρμογή ή ερμηνεία συνθηκών, θα πρέπει να υπάρχει ανοικτή δυνατότητα δικαστικής παραπομπής με βάση την αμοιβαιότητα, με μια μόνο εξαίρεση εκείνων που συνιστούν άσκηση κυριαρχίας.

Μία παρόμοια μεθόδευση, λειτουργούσα στη βάση της αμοιβαιότητος, θα μπορούσε να συνεισφέρει και στο πεδίο της κρατικής (διμερούς) συμπεριφοράς, μέσω της αποθαρρύνσεως εγέρσεως ανυπάρκτων ή ανεδαφικών ζητημάτων.

Τα επόμενα βήματα στα ελληνοτουρκικά επιβάλλεται να είναι στρατηγικού και όχι απλώς διαχειριστικού χαρακτήρος. Απαιτείται αποφασιστικότητα, πολιτική βούληση και οραματική προσέγγιση αμφοτέρωθεν.

* Ο κ. Γεώργιος Σαββαΐδης είναι πρέσβης ε.τ., πρώην γεν. γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών.