ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στον Αρειο Πάγο οι βαριές δικογραφίες

Η απάντηση του εισαγγελέα του ανωτάτου δικαστηρίου στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη για το οργανωμένο έγκλημα

ston-areio-pago-oi-varies-dikografies-561397633

Η αναφορά του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη προς τη Δικαιοσύνη για το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να μην οδήγησε σε επανάληψη του επιτυχημένου εγχειρήματος ποινικής αντιμετώπισης που ακολούθησαν οι εισαγγελικές Αρχές για την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής, ωστόσο επέφερε κάποιες σημαντικές δικαστικές πρωτοβουλίες.

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας, αποδέκτης της αναφοράς Χρυσοχοΐδη με τα ονόματα εμπλεκομένων σε δράσεις οργανωμένου εγκλήματος την τελευταία δεκαετία, γνώστης των προβλημάτων του δικαστικού συστήματος και των παθογενειών που ταλανίζουν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά και των νομικών δυνατοτήτων που υπάρχουν για την οργανωμένη δικαστική αντιμετώπιση ενός τόσο ετερόκλητου στη δράση του φαινομένου όπως το οργανωμένο έγκλημα, αποφάσισε να προχωρήσει σε κάτι ουσιαστικό και πρακτικό.

Οπως προκύπτει από την απάντησή του προς την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και βεβαίως προς τον υπουργό, στο εξής, για να μην χάνονται στη χοάνη των δικαστικών διαδικασιών, οι υποθέσεις της οργανωμένης εγκληματικότητας θα περνούν υποχρεωτικά από μια εξαιρετικά σύντομη «αξιολόγηση» στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.

Η Ελληνική Αστυνομία, όπως αποφάσισε ο εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου, όταν σχηματίζει μια δικογραφία για οργανωμένο έγκλημα, θα την κοινοποιεί αμέσως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Εκεί, ένας αντεισαγγελέας θα αναλαμβάνει «να ρίξει μια ματιά», να αξιολογήσει τη βαρύτητά της και να τη «μαρκάρει» ως δικογραφία οργανωμένου εγκλήματος, προκειμένου να μην χαθεί στον σωρό των χιλιάδων δικογραφιών, αλλά να προχωρήσει άμεσα στην προδικασία και να φθάσει το ταχύτερο στο ακροατήριο.

Ευλόγως θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι το προτεινόμενο από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέτρο δεν είναι και η λύση του προβλήματος των δικαστικών παθογενειών που ταλαιπωρούν και τις υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος.

Η απάντηση που δίνουν από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου είναι πως η Δικαιοσύνη οφείλει να συμβάλει «εδώ και τώρα» για την αντιμετώπιση της οργανωμένης και βαριάς εγκληματικότητας. Ετσι, ώσπου να λυθούν χρονίζοντα προβλήματα στη λειτουργία της –που δεν είναι μόνο δουλειά των δικαστικών Αρχών–, οι όποιες αποφάσεις οφείλουν, όπως τονίζεται από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, να είναι άμεσες και κυρίως αποτελεσματικές.

Με αυτό το σκεπτικό, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αποφάσισε να δημιουργηθεί η «παράπλευρη ταχεία κυκλοφορία» των δικογραφιών για το οργανωμένο έγκλημα, με την εποπτεία αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ στην απάντηση του εισαγγελέα Βασίλειου Πλιώτα προς τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. περιλαμβάνεται ένα ακόμα σημαντικό, αν εφαρμοστεί, μέτρο. 

Και εφέτης ανακριτής

Οταν αξιολογείται μια δικογραφία οργανωμένου εγκλήματος ως σοβαρή, θα κινείται άμεσα μέσω της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που θα την αξιολογεί, η διαδικασία για ορισμό ειδικού εφέτη ανακριτή, διαδικασία που προβλέπεται για σημαντικές υποθέσεις, όπως για παράδειγμα αυτές της τρομοκρατίας, ενώ έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν και για άλλες σοβαρές υποθέσεις. Θα συγκαλείται, δηλαδή, η ολομέλεια των εφετών για τον ορισμό έμπειρου ανώτερου δικαστή ως ανακριτή, ώστε να διεκπεραιώνονται οι ανακρίσεις σύντομα και εις βάθος.

Τα μέτρα που αποφασίστηκαν από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ως άμεση αντίδραση και συνεισφορά της Δικαιοσύνης στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος ασφαλώς δεν περιορίζονται μόνον σε θέματα ταχύτητας στην εκκαθάριση σχετικών υποθέσεων, αλλά επεκτείνονται και σε άλλα ακανθώδη ζητήματα που αφορούν τη νομοθέτηση ρυθμίσεων αποτελεσματικών για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, τόσο ως προς τις ποινές που επιβάλλονται όσο και για την έκτισή τους.

Ο εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου στην απάντησή του προς τον κ. Χρυσοχοΐδη δεν επέλεξε την τακτική της μετάθεσης ευθυνών, τη λογική δηλαδή «φταίτε εσείς, δεν φταίμε εμείς», αλλά πέραν των πρακτικών μέτρων που περιέλαβε στην απάντησή του προς τον υπουργό, έθιξε και μείζονος σημασίας θέματα, όπως των νομοθετικών ρυθμίσεων που ισχύουν και έχουν οδηγήσει πολλούς από τους καταδικασθέντες για οργανωμένη εγκληματικότητα πολύ νωρίς εκτός φυλακής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανασφάλεια των πολιτών αλλά και τη διόγκωση του οργανωμένου εγκλήματος.

Μάλιστα ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, χωρίς να παραγνωρίζει ότι οι δικαστές φέρουν μεγάλο βάρος θεσμικής και κοινωνικής ευθύνης όταν καλούνται να δικάσουν τέτοιες βαριές υποθέσεις, έθεσε το θέμα που απασχολεί και την κυβέρνηση: εκείνο του ισχύοντος νόμου. Τονίζοντας βεβαίως ότι «οι δικαστές δεν νομοθετούν», θέτοντας όμως σοβαρότατα ζητήματα, όπως οι πρόωρες αποφυλακίσεις καταδίκων για βαριά εγκλήματα σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, η πρόωρη διακοπή της προσωρινής κράτησής τους πάλι για τον ίδιο λόγο, η πρόωρη αποφυλάκισή τους μετά λίγα χρόνια κράτησης και πολλά άλλα που σχετίζονται με την εφαρμογή της νομοθεσίας που ισχύει.

Οι ποινές

Το υπουργείο Δικαιοσύνης από καιρό έχει πιάσει τον μίτο των αλλαγών αυτών των διατάξεων και η «Κ» έχει φιλοξενήσει τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, που στοχεύουν σε ένα και σημαντικό: οι καταδικασθέντες για οργανωμένο και βαρύ έγκλημα να κρατούνται περισσότερο χρόνο στη φυλακή από όσο τώρα.

Αρκούν όμως αυτά τα μέτρα για να αντιμετωπιστεί το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο, για να αποτυπωθεί και η πραγματικότητα, κινείται στη χώρα μας, όπως και η εγκληματικότητα εν γένει, σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις επίσημες στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Η απάντηση νομικών και δικαστικών είναι πως η βαριά εγκληματικότητα θέλει πολλά και συντονισμένα μέτρα για να χτυπηθεί και σε νομοθετικό επίπεδο, όμως το δικαστικό σύστημα είναι ένας πολύ βασικός κρίκος στην αλυσίδα των Αρχών που δίνουν μάχη για τον περιορισμό της. Συντονισμένα μέτρα, περισσότερες φυλακές και συνεργασία διωκτικών αρχών και Δικαιοσύνης για να σταματήσει –μακάρι σύντομα– να ακούγεται η προσέγγιση «η Αστυνομία τούς πιάνει και η Δικαιοσύνη τούς αφήνει». Και όπως φαίνεται από την απάντηση Πλιώτα σε Χρυσοχοΐδη, έχει επικρατήσει η λογική των θεσμικών συνεργειών. Κάτι είναι κι αυτό, και μάλιστα σημαντικό.