ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολιτικές στοχεύσεις με μάρτυρες δίχως πρόσωπο

Οι απίστευτες πολύχρονες δικαστικές περιπέτειες πολιτικών και μη παραγόντων και η επιχείρηση ενοχοποίησής τους

politikes-stocheyseis-me-martyres-dichos-prosopo-561421246

Η πλήρης απαλλαγή του δικηγόρου Σταύρου Παπασταύρου, που είχε εμπλακεί σε μία από τις πλέον σύνθετες πολιτικοδικαστικές περιπέτειες των τελευταίων ετών, έφερε στο προσκήνιο ενοχοποιήσεις δημοσίων προσώπων προς εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης για αθέμιτες πολιτικές πρακτικές δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε στη χώρα μας ούτε αλλού, αλλά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όταν η ευθύνη της οικονομικής κατάρρευσης ήταν απαραίτητο να αναληφθεί –γεγονός πολιτικά πολύ επώδυνο και ως εκ τούτου εξαιρετικά δυσχερές– το φαινόμενο των ενοχοποιήσεων προσέλαβε πρωτόγνωρες διαστάσεις.

Η υπόθεση Παπασταύρου, που υπήρξε στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και κυνηγήθηκε όσο ελάχιστοι, προβλήθηκε από το 2015 και μετά ως συνώνυμο της διαπλοκής και των υπόγειων διαδρομών πολιτικού χρήματος. Αποτέλεσε μία εμφατική, αλλά δυστυχώς όχι μοναδική περίπτωση, έτσι όπως εξελίχθηκαν στη συνέχεια τα πράγματα, δικαστικής περιπέτειας για πολιτικούς λόγους.

Ο πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέας Γεωργίου, η υπόθεση του οποίου έγινε πολλές φορές αντικείμενο πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, στιγματίζοντας τη χώρα μας, υπήρξε επίσης θύμα πολιτικοδικαστικών διώξεων και έκανε χρόνια να απαλλαγεί και να γλιτώσει από τις δικαστικές περιπέτειες. Είχε ενοχοποιηθεί, καθώς του είχε αποδοθεί ότι «πείραξε» το έλλειμμα του 2009 και γι’ αυτό η χώρα αναγκάστηκε να μπει στον σκληρό δρόμο των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Επειτα από χρόνια κάτι τέτοιο ακούγεται παράλογο, όμως ο Ανδρέας Γεωργίου τότε διώχθηκε ποινικά, η υπόθεσή του έφθασε τρεις φορές στον Αρειο Πάγο με ισάριθμες αναιρέσεις, δικάστηκε και καταδικάστηκε για αδικήματα παράβασης καθήκοντος, που δεν είχαν σχέση με τα του πειραγμένου ελλείμματος και τελικά απαλλάχθηκε από τη Δικαιοσύνη, αφού διασύρθηκε για καιρό, πληρώνοντας ακριβά το μάρμαρο των πολιτικών διώξεων και της ενοχοποίησής του.

Εντύπωση προκαλεί ακόμα και σήμερα η εμμονή διώξεων εις βάρος του Ανδρέα Γεωργίου, ενώ εξαρχής η Eurostat, η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, είχε στείλει έγγραφο –το χαρτί ήταν στη δικογραφία– και βεβαίωνε ότι το έλλειμμα δεν είχε πειραχθεί και η προσμέτρηση των οικονομικών δεδομένων για την οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν εντάξει.

Αλλά ας πάμε πάλι στον Σταύρο Παπασταύρου. Το όνομά του έφθασε πολλές φορές στη Βουλή, αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, ελέγχθηκε σχολαστικά για τη λεγόμενη λίστα Λαγκάρντ, γιατί εκεί είχε λογαριασμό ο πελάτης του Σάμπυ Μιωνή, ελέγχθηκε για τα Panama Papers (είναι άλλη και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία τι έγινε επί της ουσίας με αυτές τις λίστες), κλήθηκε και για τη Novartis, χωρίς να έχει κάποια σχέση με την υπόθεση και του ζητήθηκε, όπως κατατέθηκε στην προανακριτική της Βουλής χωρίς να διαψευσθεί, να ενοχοποιήσει τη σύζυγο του πρωθυπουργού Μαρέβα Γκραμπόφσκι για να γλιτώσει από τα χειρότερα. Επειτα από έξι χρόνια δικαστικών διώξεων, τελικά απαλλάχθηκε. Ο ίδιος μίλησε για «ήττα του παρακράτους» και για «αδίστακτη ενοχοποίησή του». Η απαλλαγή του έφερε στο προσκήνιο τις πρακτικές ενοχοποίησης δημοσίων παραγόντων και προκάλεσε, εκ νέου, πολιτική αντιπαράθεση.

Αν όμως οι Ανδρέας Γεωργίου και Σταύρος Παπασταύρου, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, πέρασαν πολλά με δικαστικές εμπλοκές και διώξεις, η ενοχοποίηση και ο διασυρμός που επιχειρήθηκε για τον επίτιμο πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, που διετέλεσε και πρωθυπουργός, Παναγιώτη Πικραμμένο, ήταν η περίπτωση που προκάλεσε αίσθηση και αποτέλεσε ηχηρό ράπισμα στις πολιτικές πρακτικές των ενοχοποιήσεων για πολιτικές στοχεύσεις.

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος, πρωθυπουργός για ελάχιστο χρόνο, κατηγορήθηκε μαζί με άλλους σημαίνοντες πολιτικούς, από τους προστατευόμενους μάρτυρες, δηλαδή ανώνυμα και χωρίς συνέπειες ή άλλα στοιχεία, ότι πήρε –επί της πρωθυπουργίας του– χρήματα από τη Novartis.
Eίναι δύσκολο να ξεχαστεί η εικόνα του Παναγιώτη Πικραμμένου στο βήμα της Βουλής, όπου με τρεμάμενη φωνή προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του και να αντιμετωπίσει δημόσια τη διαπόμπευσή του. Η επιχείρηση ενοχοποίησής του αποδείχθηκε καθοριστική για τη συνολική κατάρρευση της ποινικής εμπλοκής δέκα πολιτικών, μεταξύ των οποίων σημαντικά ονόματα της πολιτικής ζωής του τόπου, που καταγγέλθηκαν από τους προστατευόμενους μάρτυρες  –χωρίς άλλο στοιχείο– ως δωρολήπτες από τη Novartis.

Επτά απαλλαγές

Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, που κατά τους προστατευόμενους μάρτυρες πήρε τα χρήματα μέσα στο Μαξίμου και μάλιστα σε βαλίτσα τροχήλατη, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, ο βουλευτής του ΚΙΝΑΛ Ανδρέας Λοβέρδος, ο υπουργός, σήμερα, Αδωνις Γεωργιάδης και ο πρώην επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ενωση Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι ορισμένοι από τους πολιτικούς που ενοχοποιήθηκαν για τη Novartis. Οι επτά από αυτούς απαλλάχθηκαν από τους ίδιους εισαγγελείς Διαφθοράς που διαχειρίστηκαν, όπως διαχειρίστηκαν, τις καταγγελίες των προστατευόμενων μαρτύρων, ενώ άλλοι δύο (Δ. Αβραμόπουλος και Α. Γεωργιάδης), αν και έχουν περάσει πάνω από πέντε χρόνια προκαταρκτικών ερευνών, ακόμα είναι δικαστικά μετέωροι. Ο Ανδρέας Λοβέρδος βρίσκεται στην ανάκριση χωρίς να έχει –και αυτός– κληθεί ακόμα.

Παράλληλα, ενοχοποίηση που δεν έφθασε να λάβει ανοικτά δικαστική χροιά, καθώς ο Σταύρος Παπασταύρου αρνήθηκε να συνδράμει, επιχειρήθηκε και για τη σύζυγο του πρωθυπουργού Μαρέβα Γκραμπόφσκι, ενώ στο περιθώριο αυτών των πολιτικών πρακτικών και για να μπορέσουν να πετύχουν, ενοχοποιήθηκαν και διώχθηκαν δικαστικοί και εισαγγελείς, άνθρωποι του Τύπου, συγγενικά πρόσωπα πολιτικών παραγόντων, όπως η σύζυγος του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Σταυρούλα Νικολοπούλου.

Αλλωστε, στον απόηχο αυτών των πολιτικών πρακτικών, η Βουλή έχει στείλει στη Δικαιοσύνη τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δημήτρη Παπαγγελόπουλο και άλλους για την ενοχοποίηση των πολιτικών στην υπόθεση Novartis και την οργάνωση των ποινικών εμπλοκών του επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή.

Και κάτι τελευταίο. Η υπόθεση με την ενοχοποίηση των πολιτικών (Σαμαρά, Βενιζέλου, Στουρνάρα και άλλων) βρίσκεται τώρα σε νευραλγικό σημείο ανακριτικών διαδικασιών. Η εισαγγελέας Βασιλική Θεοδώρου πρότεινε στο Δικαστικό Συμβούλιο οι δύο προστατευόμενοι μάρτυρες που κατήγγειλαν τους πολιτικούς να καταθέσουν τώρα χωρίς «κουκούλες». Και αιτιολόγησε επί μακρόν το γιατί η προστασία τους σε αυτή την υπόθεση πρέπει να αρθεί για να μην παρεμποδιστεί η ουσιαστική αλήθεια για το τι πραγματικά έγινε τότε.

Την απόφαση θα λάβει προσεχώς το Δικαστικό Συμβούλιο. Η συνέχεια, αν πράγματι αρθεί η προστασία των δύο αυτών μαρτύρων, εκτιμάται ότι θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Πάντως, αν η Δικαιοσύνη, με δικαστές και εισαγγελείς, δεν είχε συμπράξει στην επιχείρηση ενοχοποιήσεων, η πολιτική, οι θεσμοί και η δημοκρατία μας θα είχαν γλιτώσει από πολλά…