ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής με προσφυγή στη Δικαιοσύνη;

katapolemisi-tis-klimatikis-allagis-me-prosfygi-sti-dikaiosyni-561512611

Στη συζήτηση που διεξάγεται για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής αρχίζει να προβάλλει διαρκώς εντονότερα μία πτυχή του ζητήματος που σχετίζεται με τη βοήθεια, την οποία μπορεί να προσφέρει η Δικαιοσύνη. Οσοι είναι εξοικειωμένοι αφενός με τη φιλική προς την προστασία του περιβάλλοντος νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που αξιοποίησε σε μεγάλο βαθμό τις ρήτρες του άρθρου 24 του Συντάγματος και αφετέρου με την προωθημένη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το περιβάλλον, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί από το Δικαστήριο της Ενωσης, δεν θα παραξενευτούν με την ανάμειξη της Δικαιοσύνης. Ωστόσο το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια δικαστήρια (εθνικά, ευρωπαϊκά ή διεθνή) θα κινητοποιηθούν, ποιες διαδικασίες θα εφαρμόσουν και ποια αποτελέσματα μπορούν να επιφέρουν, ώστε να ανακόψουν την επιδείνωση του κλίματος.
 
Παρατηρώντας τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα, πρέπει να σταθούμε πρώτα σε μια τολμηρή απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου του Μαρτίου 2021, που έκρινε αντισυνταγματικό τον ομοσπονδιακό νόμο περί προστασίας του κλίματος, κυρίως επειδή ο νομοθέτης έθεσε στόχους μείωσης της εκπομπής ρύπων μόνο μέχρι το 2030 και δεν προέβλεψε καθόλου τι θα συμβεί αργότερα, μεταθέτοντας έτσι τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής σε μεταγενέστερο χρόνο και εις βάρος των νεότερων γενεών. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο δικαίωσε τους (νέους σε ηλικία) προσφεύγοντες και ανάγκασε την κυβέρνηση να επισπεύσει την επέλευση της λεγόμενης «κλιματικής ουδετερότητας» κατά πέντε έτη.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν ολλανδικά τακτικά δικαστήρια ήδη το 2018, όταν κατόπιν αγωγής μιας οργάνωσης για την προστασία του περιβάλλοντος υποχρέωσαν το ολλανδικό κράτος να ελαττώσει τις εκπομπές των ρύπων CO2 σε σχέση με το έτος 1990 και μέχρι το 2020 όχι (μόνο) κατά 20%, όπως προβλεπόταν από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις, αλλά κατά 25%. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας στήριξε την απόφασή του στα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 8 (προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της ΕΣΔΑ, ενώ απέρριψε ρητά το επιχείρημα πως η θέσπιση μέτρων κατά της κλιματικής αλλαγής είναι ευθύνη της πολιτικής εξουσίας και όχι των δικαστηρίων.
 
Πέρα από τις προσφυγές που στρέφονται κατά του κράτους και απαιτούν τη συντονισμένη και δραστική βελτίωση των κλιματικών συνθηκών, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγωγές ιδιωτών εναντίον συγκεκριμένων επιχειρήσεων, οι οποίες θεωρούνται υπεύθυνες για την επιδείνωση του κλίματος και την υπερθέρμανση του πλανήτη, και καλούνται να λάβουν μέτρα, θέτοντας στόχους που θα συμβάλουν αποφασιστικά στην προστασία του κλίματος. Τα παραδείγματα είναι εντυπωσιακά. Ολλανδικό δικαστήριο στηρίχθηκε στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης και δικαίωσε ΜΚΟ που στράφηκε κατά της εταιρείας Shell και αξίωσε τη μείωση των οφειλόμενων στην εταιρεία, αλλά και στους πελάτες της (!) αερίων ρύπων κατά 45% έως το 2030. Αντίστοιχα οι ΜΚΟ Greenpeace Γερμανίας και Deutsche Umwelthilfe ανακοίνωσαν ότι, αφού πρώτα απευθυνθούν στις αυτοκινητοβιομηχανίες BMW, Daimler και Volkswagen με έναν κατάλογο μέτρων βελτίωσης της κατάστασης, θα κινηθούν δικαστικά εναντίον τους με σκοπό τη μείωση των αερίων ρύπων, αξιώνοντας (μεταξύ άλλων) από τις συγκεκριμένες αυτοκινητοβιομηχανίες να παύσουν από το 2030 να παράγουν αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν συμβατικά καύσιμα (βλ. «Καθημερινή», 4/9/2021 σελ. 28). Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί η περίπτωση κατοίκου του Περού, ο οποίος ενήγαγε τη μεγάλη ηλεκτροπαραγωγό (γερμανική) εταιρεία RWE ενώπιον γερμανικών δικαστηρίων, θεωρώντας την (συν)υπεύθυνη για την ανησυχητική τήξη των παγετώνων στις Ανδεις, η οποία ελευθερώνει τεράστιους όγκους υδάτων και απειλεί να πλημμυρίσει την ιδιοκτησία του. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον γερμανικού εφετείου, που διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, δείχνοντας ότι δεν αποκλείει την πιθανότητα ευδοκίμησης της αγωγής.
 
Τα ανωτέρω παραδείγματα φαίνονται ίσως ελκυστικά, δεν μπορούν όμως να αποκρύψουν τα σοβαρά νομικά προβλήματα που θέτει η ενεργοποίηση των δικαστηρίων στην προσπάθεια ελάττωσης των επιπτώσεων από την κλιματική αλλαγή. Ζήτημα γεννάται ήδη από τη δυσκολία ακριβούς ποσοτικοποίησης των επιπτώσεων μιας δικαστικής απόφασης. Τι σημαίνει, π.χ., η μείωση κατά 45% αντί του 30% ή και 40% των εναέριων ρύπων CO2; Αυτό εξαρτάται ασφαλώς από το εκτόπισμα που έχει η συγκεκριμένη δίκη. Αλλη είναι η εμβέλεια μιας απόφασης που υποχρεώνει ένα κράτος να μειώσει τους ρύπους και άλλη (συνήθως μικρότερη) της απόφασης που αφορά συγκεκριμένη επιχείρηση. Αλλά ακόμη και η επιβολή της υποχρέωσης σε ένα μεγάλο κράτος (π.χ. στη Γερμανία από το Συνταγματικό της Δικαστήριο) ελάχιστα συνεισφέρει στη βελτίωση του κλίματος σε παγκόσμιο επίπεδο, εάν παραμείνει μεμονωμένη. Μετά: Ποιο είναι το όφελος για το κλίμα, αν ο Περουβιανός ιδιοκτήτης γης κερδίσει την αγωγή του, εφόσον μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι θα αρκεσθεί πιθανότατα στη χρηματική αποκατάσταση της ζημίας του; Η δε αγωγή κατά των αυτοκινητοβιομηχανιών θα είχε νόημα εάν επηρέαζε την παραγωγή των αυτοκινήτων παγκοσμίως και όχι μόνο στη Γερμανία, αφού είναι γνωστό ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα παράγονται και αλλού. Ποιο δικαστήριο θα είχε εδώ δικαιοδοσία να λάβει απόφαση για το σύνολο της παραγωγής των BMW, Daimler και Volkswagen; Τέλος, ποιο είναι το κριτήριο επιλογής των επιχειρήσεων που ενάγονται στις επιμέρους δίκες; Προφανώς η έδρα τους, δηλαδή η Ολλανδία για τη Shell και η Γερμανία για τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Τι θα συμβεί όμως με τις ανταγωνίστριές τους; Θα πρέπει να ακολουθήσουν παρόμοιες δίκες σε όλες τις έδρες όλων των αυτοκινητοβιομηχανιών; Σε ποια νομική βάση θα στηρίζονται οι σχετικές αγωγές και θα είναι αυτή η ίδια σε όλες τις περιπτώσεις; Και αν αυτό συμβεί, τι εγγυάται ότι όλα τα εμπλεκόμενα δικαστήρια του πλανήτη θα ακολουθήσουν την ίδια γραμμή;
 
Τα ενδεικτικά αυτά ερωτήματα είναι προφανώς περισσότερα από τις απαντήσεις. Ετσι, κάθε άλλο παρά εκπλήσσει ότι έγινε προσπάθεια εμπλοκής των δύο ευρωπαϊκών δικαστηρίων, του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το πρώτο αντιμετώπισε την προσφυγή παιδιών και εφήβων από την Πορτογαλία εναντίον 33 κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης με αφορμή τις καταστροφικές δασικές πυρκαγιές του 2017 στην Πορτογαλία που στοίχησαν τη ζωή εκατό και πλέον ανθρώπων. Οι προσφεύγοντες ισχυρίσθηκαν ότι τα εναγόμενα κράτη δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του κλίματος και παραβίασαν έτσι τα δικαιώματά τους στη ζωή και στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρα 2 και 8 ΕΣΔΑ). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, οπότε αναμένουμε απόφαση επί της ουσίας. Σε διαφορετική γραμμή κινήθηκε το Δικαστήριο της Ε.Ε., όταν απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή που είχαν ασκήσει ιδιώτες κατά του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ενωσης, καταλογίζοντας στα νομοθετικά όργανα ότι δεν είχαν ορίσει επαρκείς στόχους για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής.
 
Με τα δεδομένα που εκθέσαμε είναι ασφαλώς νωρίς για να βγάλουμε συμπεράσματα. Οι εξελίξεις επιτρέπουν, πάντως, να πούμε ότι η κλιματική αλλαγή απασχολεί πλέον τα δικαστήρια και, όπως συνέβη παλαιότερα με την προστασία του περιβάλλοντος, αντιμετωπίζεται συχνά με νεωτερικά νομικά εργαλεία και οδηγεί σε τολμηρές λύσεις. Είναι, βέβαια, δύσκολο να φαντασθούμε ότι η κλιματική αλλαγή θα αποτραπεί με δικαστικές αποφάσεις. Ωστόσο, αν πολλαπλασιασθούν δίκες παρόμοιες με αυτές που αναφέραμε και έχουν θετική έκβαση, είναι πιθανό τα κράτη να (αναγκασθούν να) ανταποκριθούν στην αποστολή τους, θέτοντας μακροπρόθεσμους, φιλόδοξους και δεσμευτικούς στόχους για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.
 
* Ο κ. Βασίλης Σκουρής είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (2003-2015).