ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το «γαλλικό κλειδί» ασφαλείας

Γιατί η κυβέρνηση προχώρησε στην αμυντική συμφωνία με το Παρίσι – Οι λεπτές ισορροπίες με Ουάσιγκτον και Βερολίνο

to-galliko-kleidi-asfaleias-561521989

Μια δύσκολη και πολυπαραγοντική εξίσωση αποτέλεσε για την Αθήνα η ολοκλήρωση της αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία, η οποία εμπεριέχει την αγορά τριών υπερσύγχρονων φρεγατών, αλλά και τη ρήτρα αμυντικής συνδρομής, που αποτελεί ισχυρό δίχτυ προστασίας για τη χώρα έναντι της τουρκικής επιθετικότητας. Η συμφωνία που φέρει την προσωπική σφραγίδα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, πέραν των όσων ανακοινώθηκαν τις προηγούμενες ημέρες, έχει τις πρόσθετες πτυχές:

– Της περαιτέρω ενίσχυσης του Πολεμικού Ναυτικού καθώς, όπως αναφέρουν πληροφορίες, στα τέλη του χρόνου ή στις αρχές του 2022 θα γίνουν πρόσθετα βήματα στη συγκεκριμένη κατεύθυνση κατά τα πρότυπα της συμφωνίας για τα Rafale, όπου σε πρώτη φάση υπήρξε συμφωνία για την αγορά 18 και στη συνέχεια άλλων 6. Πρακτικά πρόκειται για την προμήθεια μιας ακόμη φρεγάτας ή τριών ή τεσσάρων κορβετών τύπου «Gowind», οι οποίες ανάλογα με τον αριθμό θα έχουν κόστος περί το 1,2-1,5 δισ. ευρώ. Η προσωρινή καθυστέρηση οφείλεται αρχικά στην ανάγκη εξεύρεσης δημοσιονομικού χώρου για τα επόμενα χρόνια, καθώς η χώρα από το 2023 πρέπει να επιστρέψει στα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά και στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμα λύση για εγχώρια ναυπήγηση. 

– Της προσπάθειας πλήρους «εξομάλυνσης» των όποιων παρασκηνιακών τριβών προκάλεσε η συμφωνία με κρίσιμους παίκτες της διεθνούς σκηνής, όπως η Ουάσιγκτον κυρίως, αλλά και το Βερολίνο.

Θα πρέπει να επισημανθεί πως το τελευταίο δεκαπενθήμερο, όταν και η Αθήνα αποφάσισε να «παίξει το γαλλικό χαρτί», γνώριζε πως θα μπορούσαν να υπάρξουν παρενέργειες στη διπλωματική σκακιέρα, αφού η συμφωνία στο σκέλος της αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής θα μπορούσε να εκληφθεί ως «υπονομευτική» του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εκ των πραγμάτων, συνεπώς, το βλέμμα στράφηκε προς την Ουάσιγκτον και το Βερολίνο. Αναφορικά με τις ΗΠΑ, κυβερνητικές πηγές σημειώνουν τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε το γεγονός ότι στην παρούσα συγκυρία βρίσκονται παράλληλα σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συμφωνίας για τις βάσεις. Είναι προφανές πως η αμερικανική διοίκηση θα επιθυμούσε να πάρουν εταιρείες των ΗΠΑ το «ακριβό» συμβόλαιο των φρεγατών. Παράλληλα, όμως, η Ουάσιγκτον αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην πενταετή παράταση και δεν επιθυμούσε να επιβαρύνει το κλίμα, ούτε και να προσθέσει ένα ακόμη αγκάθι στις σχέσεις με το Παρίσι, μετά την ακύρωση της συμφωνίας με την Αυστραλία. Εξάλλου η Αθήνα φαίνεται πως σε μια κίνηση καλής θελήσεως αποδέχεται τη μακρά χρονική διάρκεια της νέας MDCA, παρότι στον σχεδιασμό της δεν θα έχει θέση η Σκύρος. Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ ήταν ενήμερες για την επερχόμενη συμφωνία ήδη από τις 23 Σεπτεμβρίου μέσω συνάντησης που είχε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας με την Αμερικανίδα βοηθό υπουργό Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ, στη Νέα Υόρκη.

Σε σχέση με την Ε.Ε., στην Αθήνα ήταν εξαρχής κατανοητό πως θα μπορούσαν να υπάρξουν προβλήματα κυρίως με το Βερολίνο και κάποιες από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ομως η συγκυρία αποδεικνύεται ευνοϊκή, καθώς η Γερμανία είναι στην παρούσα φάση απορροφημένη με τις διεργασίες για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Επίσης, θετικά κρίνεται, συνολικότερα για την Αθήνα, ότι σε οποιονδήποτε κυβερνητικό συνασπισμό προκύψει στη Γερμανία αναμένεται να μετέχουν οι Πράσινοι. Τέλος, οι όποιες αντιδράσεις από τις ανατολικές χώρες εκτιμώνται ως ελεγχόμενες, καθώς αυτές θα ακολουθήσουν τον τόνο που έχουν δώσει ήδη οι ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα έχει το ισχυρό επιχείρημα πως η συμφωνία καλύπτει ολιγωρίες και κενά της Ε.Ε. στον κρίσιμο τομέα της συλλογικής ασφάλειας, αλλά και ότι μπορεί να αποτελέσει το πρόπλασμα για την «ευρωπαϊκή αυτονομία», που είναι το μεγάλο ζητούμενο των επόμενων χρόνων.

Τέλος, υπάρχει βεβαίως και η «παράμετρος Τουρκία». Η κυβέρνηση ανέμενε την όξυνση από πλευράς Αγκυρας, που καθίσταται ορατή με τη σκληρή ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και το μπαράζ υπερπτήσεων και «εμπλοκών» των τελευταίων ημερών. Γνωρίζει όμως, παράλληλα, πως η ένταση αποτελεί ούτως ή άλλως δομικό στοιχείο της πολιτικής της κυβέρνησης Ερντογάν και ότι η δημιουργία συνθηκών επαρκούς αποτροπής τα επόμενα χρόνια αποτελεί κρίσιμο στοίχημα για τη χώρα. Με άλλα λόγια, η Αθήνα δεν έτρεφε ούτε τρέφει την ψευδαίσθηση ότι εάν «φρέναρε» τα προωθούμενα αναγκαία εξοπλιστικά προγράμματα η Αγκυρα θα έριχνε τους τόνους στο Αιγαίο και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Θα πρέπει να επισημανθεί πως η κυβέρνηση αποφάσισε να «παίξει το γαλλικό χαρτί» το τελευταίο δεκαπενθήμερο, όταν κατέστη σαφές ότι ήταν δυνατή η προμήθεια των φρεγατών σε ιδιαίτερα συμφέρουσα τιμή, της τάξεως των 2,9 δισ. ευρώ. «Επιταχυντή» για την επίτευξη της συμφωνίας ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι αποτέλεσαν οι εξελίξεις με την Αυστραλία και το τετ α τετ Μητσοτάκη με Μακρόν καθ’ οδόν προς την Ακρόπολη, στο περιθώριο της πρόσφατης συνόδου EUMED9 στην Αθήνα. Από εκεί και πέρα το νήμα έπιασε το Γραφείο του Πρωθυπουργού, με βασικούς πυλώνες τους Γιώργο Γεραπετρίτη, Γρηγόρη Δημητριάδη και Ελένη Σουρανή, με τις υπογραφές στη συμφωνία να μπαίνουν στο Παρίσι την περασμένη Τρίτη. Η αγορά φρεγατών από τη Γαλλία με «αντάλλαγμα» τη ρήτρα αμυντικής συνδρομής συζητήθηκε και πέρυσι, αλλά το κόστος κρίθηκε πως υπερέβαινε τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας.