ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ντιμπέιτ: Υπάρχουν όρια στις συνεντεύξεις Τύπου;

Με αφορμή την αψιμαχία που είχε η Ολλανδή δημοσιογράφος Ινγκεμπορχ Μπέχελ με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Μαρκ Ρούτε, δύο αρθρογράφοι της «Κ» γράφουν την άποψη τους για τα όρια στις συνεντεύξεις Τύπου

Ντιμπέιτ: Υπάρχουν όρια στις συνεντεύξεις Τύπου;

Με αφορμή την αψιμαχία που είχε η Ολλανδή δημοσιογράφος Ινγκεμπορχ Μπέχελ με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Μαρκ Ρούτε, δύο αρθρογράφοι της «Κ» γράφουν την άποψη τους για το αν υπάρχουν όρια στις συνεντεύξεις Τύπου.

Αποστολή και άσκηση

Του Άγγελου Στάγκου

Ο έλεγχος της εξουσίας είναι βασικότατη αποστολή του Τύπου και των μίντια γενικότερα. Επομένως, δεν υπάρχουν όρια στα ερωτήματα που μπορούν να θέτουν οι δημοσιογράφοι σε αξιωματούχους. Το κυνήγι της αλήθειας, η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, η υπεράσπιση του δικαιώματος της κοινής γνώμης να γνωρίζει, αποτελούν κύρια συστατικά της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος σε πλαίσιο ελευθεροτυπίας και δημοκρατίας.

Αυτά όλα συνιστούν το θεσμικό και θεωρητικό περίβλημα των σχέσεων Τύπου/μίντια με την εξουσία. Στην πράξη τα πράγματα είναι συχνότατα πολύ διαφορετικά. Πέρα από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι απανταχού της οικουμένης οι εξουσίες προσπαθούν να ελέγχουν ή να επηρεάζουν σε ποικίλους βαθμούς (ανάλογα με το καθεστώς) δημοσιογράφους και μίντια, υπάρχουν όντως θέματα και για την άλλη πλευρά. 

Θέματα που αφορούν την επάρκεια των δημοσιογράφων, αν υπηρετούν την αλήθεια ή συμφέροντα δικά τους και των μίντια που εκπροσωπούν, πόσο ανεξάρτητοι και αντικειμενικοί (η απόλυτη αντικειμενικότητα δεν υφίσταται, είναι η αλήθεια) είναι και πόσο ταγμένοι είναι σε ιδεολογίες και ιδεοληψίες, σε τι κοινό απευθύνονται. Ακόμη και με τι τρόπο κάνουν ρεπορτάζ ή απευθύνουν ερωτήσεις, είτε σε αξιωματούχους είτε σε απλούς πολίτες.

Είναι φανερό ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Ολλανδή συνάδελφος (αν είναι συνάδελφος) συμπεριφέρθηκε πολύ λιγότερο επαγγελματικά και πολύ περισσότερο ως ακτιβίστρια, που αγωνίζεται υπέρ ενός σκοπού. 

Δεν απευθύνθηκε με ερώτηση στον Ελληνα πρωθυπουργό για να πάρει απάντηση, αλλά τοποθετήθηκε με ιερό πάθος, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα κατηγορίες που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της επαγγελματικής συμπεριφοράς. Είναι φανερό ότι επιδίωξή της εξαρχής ήταν να δημιουργήσει επεισόδιο εις βάρος του και εις βάρος της χώρας, ανεξαρτήτως της όποιας απάντησης.

Αναπόφευκτα, η πρακτική της συναδέλφου(;) οδηγεί και σε υπόνοιες για προβοκάτσια, προπαγάνδα και εκπλήρωση (με το αζημίωτο) εντολών από υπηρεσία άλλης χώρας. 

Αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και είναι μόνο (το πιθανότερο) μια αγνή ακτιβίστρια που υπερασπίζεται δικαιώματα, ασφαλώς σύντομα θα τη δούμε (και θα τη χαρούμε) να μεταφέρει την αγωνιστικότητά της στα σύνορα Πολωνίας – Λευκορωσίας. 

Εκεί είναι η κορύφωση της δράσης σήμερα και εκεί πρέπει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του/της ο/η δημοσιογράφος που ειδικεύεται στο προσφυγικό ρεπορτάζ…

Ντιμπέιτ: Υπάρχουν όρια στις συνεντεύξεις Τύπου;-1
Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ.

Εως ότου η μπάλα αγγίξει το τέρμα

Του Τάσου Τέλλογλου

«Να μη γίνεσαι χυδαίος ακόμα και για μία ευγενή υπόθεση», έλεγε ένας από τους ανθρώπους που συγκρότησαν την ηγετική ομάδα της πρώτης μεταπολεμικής γερμανικής δημοσιογραφίας, ο Χάγιο Φρίντριχς.

Ναι, στη δημοσιογραφία μπορείς να ρωτάς οτιδήποτε, ακόμα και τις πιο σκληρές ερωτήσεις. Πρέπει να ρωτάς οτιδήποτε ενδιαφέρει το κοινό και «ταιριάζει για να δημοσιοποιηθεί» (είναι δημοσίου ενδιαφέροντος δηλαδή). Δεν υπάρχουν εθνικά, παραταξιακά, ιδεολογικά, πολιτικά ορθά αναχώματα στο τι ρωτάς. Ρωτάς έως ότου η μπάλα περάσει τη γραμμή του τέρματος.

Αλλά ο τρόπος που ρωτάς πρέπει να διευκολύνει αυτόν τον σκοπό, όχι να τον εμποδίζει. Δεν είναι ο δημοσιογράφος το θέμα, αλλά η ιστορία του και η ιστορία –όταν θέλεις να στριμώξεις έναν εκπρόσωπο της εκτελεστικής εξουσίας– είναι τα στοιχεία που επικαλείσαι για να τεκμηριώσεις τον ισχυρισμό σου.

Το μειονέκτημα εκείνου που ρωτάει σε συνεντεύξεις Τύπου σαν την προχθεσινή Μητσοτάκη – Ρούτε είναι πως δεν μπορεί να κάνει follow up ερώτηση· αλλά αυτό το γνωρίζει και οργανώνει ανάλογα τον χώρο και τον χρόνο που του έχει δοθεί στη μία και μοναδική ερώτηση που μπορεί να κάνει.

Το 2013 είχαμε πάει 6 εκπρόσωποι ευρωπαϊκών εφημερίδων στην Αγκελα Μέρκελ. Είχαμε δύο ερωτήσεις ο καθένας. Συνεννοηθήκαμε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ένας να κάνει follow up στην ερώτηση του προηγούμενου, έχοντας προεξοφλήσει τις απαντήσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου.

Κάποιος Γερμανός συνάδελφος ρώτησε για τον ρόλο του ΔΝΤ στο πρώτο πρόγραμμα διάσωσης. Η Μέρκελ απάντησε ότι το Ταμείο έπρεπε να έρθει, γιατί η Ε.Ε. δεν είχε τεχνογνωσία. Επειτα ο γράφων έκανε την επόμενη ερώτηση: «Τότε γιατί δεν το ακούτε τώρα που προτείνει την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους;».

Είχαμε συνεργασθεί καλά και σε αυτό το σημείο πήραμε την πρωτοβουλία των «έτοιμων απαντήσεων». Φυσικά αντιλαμβανόμασταν όλοι με τον ίδιο τρόπο τη δουλειά μας. Η υπέρβαση εξουσίας, ακόμα και για έναν «καλό σκοπό», είναι κάτι που πρέπει να ελέγχεται, με χειροπιαστές αποδείξεις· αυτό είναι το πιο δύσκολο μέρος της δουλειάς.