ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Tι θα κρίνει την εκλογή ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ;

Σε λιγότερο από ένα μήνα το ΚΙΝΑΛ θα εκλέξει νέο αρχηγό απευθείας από τη «βάση» του. Οι υποψήφιοι είναι αρκετοί και η αναμέτρηση μοιάζει αμφίρροπη

Tι θα κρίνει την εκλογή ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ;

Σε λιγότερο από ένα μήνα το ΚΙΝΑΛ θα εκλέξει νέο αρχηγό απευθείας από τη «βάση» του. Οι υποψήφιοι είναι αρκετοί και η αναμέτρηση μοιάζει αμφίρροπη. 

Συνεπώς το ερώτημα είναι τι θα κρίνει την εκλογή ηγεσίας. 

Προκειμένου να απαντηθεί, χρειάζεται να εξεταστούν τα κριτήρια με τα οποία θα ψηφίσουν τα μέλη και οι φίλοι του κόμματος. 

Από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, για τα κριτήρια ψήφου σε εσωκομματικές εκλογές γενικώς, έχουν επικρατήσει δύο προσεγγίσεις. 

Η πρώτη υποστηρίζει ότι η «βάση» κάθε κόμματος ψηφίζει με κριτήριο ιδεολογικό. Τα μέλη και οι φίλοι δίνουν έμφαση στην ιδεολογία με συνέπεια να επιλέγουν τον υποψήφιο που είναι εγγύτερα στις «ρίζες» του κόμματος. 

Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η κομματική βάση ψηφίζει με κριτήριο την ικανότητα των υποψηφίων να ανταποκριθούν σε τρεις ιεραρχημένους στόχους: την ενότητα του κόμματος (party unity), τη νίκη στις εκλογές (election victory) – ή έστω την εκλογική ενίσχυση –  και την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος (policy implementation). 

Bεβαίως δεν έχουν όλοι οι στόχοι κάθε φορά την ίδια προτεραιότητα. Αν για παράδειγμα ένα κόμμα είναι εσωτερικά «διχασμένο», τότε κεντρικό ζητούμενο αποτελεί η διασφάλιση της ενότητας. Συνεπώς στην ηγεσία εκλέγεται ο πιο ενωτικός υποψήφιος. Εάν πάλι η ενότητα θεωρείται δεδομένη, τότε ο στόχος της εκλογικής νίκης (ή έστω της εκλογικής ανάκαμψης) παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Επομένως ο πιο «εκλόγιμος» εκ των υποψηφίων έχει συνήθως προβάδισμα.   

Σε κάθε αναμέτρηση, οι πολιτικές συνθήκες είναι εκείνες που προσδιορίζουν το κριτήριο ψήφου που κυριαρχεί. Όταν για παράδειγμα μια εκλογή ηγεσίας διεξάγεται την επομένη μιας εκλογικής ήττας που οδήγησε ένα κόμμα σε απώλεια της εξουσίας, τότε η «βάση» του αναζητά συνήθως εκείνον που θα το ανασυγκροτήσει ιδεολογικά. Είναι η περίπτωση της επικράτησης Σαμαρά στις εσωκομματικές κάλπες της ΝΔ το 2009. Όταν πάλι μια εκλογή διεξάγεται έπειτα από αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, τότε τα μέλη και οι φίλοι επιλέγουν εκείνον που μπορεί να κερδίσει τις επόμενες εθνικές εκλογές. Είναι η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2016. 

Οι πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα στο ΚΙΝΑΛ έχουν σαφή χαρακτηριστικά. Αφενός η ενότητα του κόμματος δεν φαίνεται να  απειλείται. Αφετέρου βρίσκεται αρκετά χρόνια σε μονοψήφια εκλογικά επίπεδα. Αναπόφευκτα σχεδόν, η εκλογική ανάκαμψη αναδεικνύεται σε κεντρικό ζητούμενο. Άρα το πιθανότερο είναι οι υποψήφιοι να αξιολογηθούν πρωτίστως με βάση το κριτήριο της εκλογιμότητας (electability). Δηλαδή με βάση την ικανότητα τους να προσελκύσουν ψηφοφόρους άλλων κομμάτων (ή και όσους επιλέγουν αποχή) προκειμένου να διευρύνουν την εκλογική απήχηση του δικού τους. 

Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη, σύμφωνα με τις σχετικές μετρήσεις, ότι στην κούρσα για την ηγεσία ξεχωρίζουν με σημαντική διαφορά, οι τρεις  υποψήφιοι που εμφανίζονται δημοσκοπικά περισσότερο εκλόγιμοι: Λοβέρδος, Ανδρουλάκης, Παπανδρέου. Βεβαίως, για την ώρα τουλάχιστον, είναι μάλλον δύσκολο να προσδιοριστεί ποιος από τους τρεις έχει σαφές προβάδισμα εισόδου στο δεύτερο γύρο. Τα δείγματα των ερευνών είναι μικρά, το εύρος του στατιστικού σφάλματος αρκετά μεγάλο και οι δημοσκοπικές διαφορές μεταξύ των υποψηφίων σχεδόν οριακές. Φαίνεται όμως ότι τον πρώτο λόγο θα έχει όποιος εκ των τριών καταφέρει να πείσει ότι είναι σε θέση, καλύτερα από τους άλλους δύο, να εγγυηθεί την εκλογική ενίσχυση του κόμματος.  

*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Ανάλυσης & Επικοινωνίας του Queen Μary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ).