ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άποψη: Η σχέση επιστήμης και θρησκείας

apopsi-i-schesi-epistimis-kai-thriskeias-561650923

Με αφορμή τη χειροτονία του ομότιμου καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Λινού σε ιερέα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και την ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου για ένα σκίτσο που προέβαλε ο Ηλίας Μόσιαλος και θεωρήθηκε προσβλητικό, ήρθε στο προσκήνιο και συζητήθηκε αρκετά η σχέση επιστήμης και θρησκείας.

Η απορία, ή ακόμη και η κατάπληξη που εκφράστηκε για τη χειροτονία, είναι απόρροια της ιδέας ότι η επιστήμη και η θρησκεία είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα. Από τη μια ο ορθός λόγος, η κριτική και ο Διαφωτισμός, από την άλλη η πίστη, το δόγμα και ο σκοταδισμός.

Στην πραγματικότητα αυτή η μανιχαϊστική ιδέα δεν είναι παρά μια ιδεολογική θέση, μια καρικατούρα του τι πράγματι ισχύει. Μεγάλοι διαφωτιστές όπως ο Βολταίρος ή ο Μοντεσκιέ δεν ήταν άθεοι. Στα φιλοσοφικά συστήματα του Ντεκάρτ ή του Λάιμπνιτς o Θεός έχει κομβική και περίοπτη θέση. Ο Καντ, ήρωας του Διαφωτισμού, έβαζε όρια στη θεωρητική γνώση του Θεού για να κάνει χώρο για την πίστη.

Ο φιλόσοφος Τζορτζ Μπάρκλεϊ ήταν επίσκοπος και ο Κοπέρνικος κληρικός. Μια πρόσφατη βιογραφία του Νεύτωνα έχει τίτλο «Ο ιερέας της φύσης: Οι θρησκευτικοί κόσμοι του Ισαάκ Νεύτωνα». Παρότι ο ίδιος δεν είχε το σχήμα, σύμφωνα με τη βιογραφία αυτή του Rob Iliffe (Oxford, 2017), πίστευε ότι ο κόσμος είναι ο ναός του Θεού και οι επιστήμονες που τον μελετούσαν ιερείς της φύσης.

Στην ίδια βιογραφία διαβάζουμε ότι ο Νεύτων ήταν πιστός χριστιανός, διακεκριμένο μέλος της Εκκλησίας της Αγγλίας (αν και αυτή τον θεωρούσε αιρετικό λόγω των απόψεών του για το δόγμα της Αγίας Τριάδας), που τηρούσε ευλαβικά τα τυπικά της θρησκευτικής λατρείας και του οποίου η βαθιά πίστη ήταν η πιο σημαντική πλευρά της ζωής του.

Ανάλογες περιπτώσεις μπορούμε να βρούμε και στον 20ό αιώνα, παρότι τα πεδία της επιστήμης και της φιλοσοφίας έχουν εδώ και αιώνες εν πολλοίς εκκοσμικευθεί. Ο κ. Λινός ανέφερε στο άρθρο του στην «Καθημερινή» (12/12/2021) περιπτώσεις χειρουργών που είναι ιερείς, ενώ μπορούμε να βρούμε και φιλοσόφους.

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Χίλαρι Πάτναμ, από οικογένεια κομμουνιστών Εβραίων, και ο ίδιος κομμουνιστής στα νιάτα του, στράφηκε στην ωριμότητά του στην εβραϊκή φιλοσοφία και στον Ιουδαϊσμό, το τελετουργικό και τις παραδόσεις του οποίου ακολουθούσε. Ο Ερναν Μακ Μάλιν, σημαντικός φιλόσοφος της επιστήμης, χωρίς καμία παραχώρηση σε θεολογικές ή μυστικιστικές θέσεις στο φιλοσοφικό έργο του, ήταν Ρωμαιοκαθολικός ιερέας.

Μπορεί λοιπόν να συνδυαστεί σε ένα πρόσωπο η επιστημονική καταξίωση με τη θρησκευτική πίστη. Αρκεί τα δύο πεδία να μένουν διακριτά. Να μην υπεισέρχεται ο ένας τρόπος σκέψης στον άλλον. Αυτό επεδίωξαν οι φιλόσοφοι που ανέδειξαν την προπέτεια του λόγου να εισβάλλει σε πεδία όπου δεν έχει δικαιοδοσία (π.χ., σε θεολογικά ζητήματα), κι αυτό ζητάμε σήμερα από τους θρησκευόμενους επιστήμονες: να μην επηρεάζεται η επιστημονική κρίση τους από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ιδίως εάν λειτουργούν σε επιτροπές κ.λπ. ως εκπρόσωποι ενός κοσμικού κράτους ή θεσμού. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.

Εμφανίζονται συγκρούσεις, όπως αυτή για το κατά πόσον η Θεία Κοινωνία είναι επικίνδυνη για τη διάδοση της COVID-19. Αυτές οι συγκρούσεις εγείρουν το ερώτημα εάν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως γιατρός και ιερέας.

Ο κ. Λινός στο άρθρο του με τίτλο «Κάθε γιατρός θα μπορούσε να είναι ιερέας» παραβλέπει το ζήτημα των συγκρούσεων και υποστηρίζει ότι «περισσότεροι γιατροί και άλλοι επιστήμονες στην Ελλάδα θα μπορούσαν ευκολότερα να γίνουν και ιερείς» αν επιτρεπόταν να μη φορούν ράσα.

Μα δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί οι δύο δεσμεύσεις, στην επιστήμη και τη θρησκεία, να μην μπορούν να συμβιβαστούν. Τότε πρέπει κανείς να καταθέτει την επιστημονική του γνώμη όταν μιλάει ως επιστήμονας, και όχι τη γνώμη του πιστού. Οταν δεν μπορεί να τα συνδυάσει, πρέπει να παραιτείται από τη μία του ιδιότητα.

Στην περίπτωση με το σκίτσο του κ. Μόσιαλου τέθηκε το θέμα γιατί να χαίρει ειδικής προστασίας και σεβασμού η θρησκευτική πίστη όταν διάφορα θρησκευτικά δόγματα (ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στη Βίβλο ή είναι στοιχεία της παράδοσης) παραβιάζουν τη λογική.

Αυτό που θέλουν να πουν είναι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν στηρίζονται σε τεκμήρια που αναγνωρίζει η επιστήμη και άρα δεν πρέπει να χαίρουν ειδικού σεβασμού.

Ομως, πρώτον, τα τεκμήρια της επιστήμης δεν έχουν εφαρμογή σε πεδία εκτός της επιστήμης. Οι αισθητικές μας κρίσεις, π.χ., δεν αξιολογούνται όπως οι επιστημονικές και το ίδιο μπορούμε να πούμε για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η θρησκεία, εξ ορισμού, δεν λειτουργεί όπως η επιστήμη. Γιατί να χρησιμοποιήσουμε τα κριτήρια της επιστήμης για να κρίνουμε τη θρησκεία;

Δεύτερον, το κράτος στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι ουδέτερο. Δεν ενδιαφέρεται για το αν είναι αληθείς ή ψευδείς οι πεποιθήσεις των πολιτών με όριο την πρόκληση βλάβης σε τρίτους.

Τρίτον, η θρησκεία χαίρει ειδικής προστασίας και σεβασμού στις φιλελεύθερες δημοκρατίες για ιστορικούς, κοινωνικούς και φιλοσοφικούς λόγους. Ζητήματα ειδικά θρησκευτικής συνείδησης (με ελάχιστες επεκτάσεις) έχουν ειδική μεταχείριση διότι συνδέονται με την ατομική ταυτότητα, την προσωπική αξιοπρέπεια και τα πιο μύχια αισθήματα υπαρξιακής αγωνίας.

Τέλος, η αναγνώριση της σημασίας της θρησκευτικής ελευθερίας δεν εμποδίζει στις φιλελεύθερες δημοκρατίες την αμφισβήτηση, τη σάτιρα ή την κριτική.

Μπορεί να συνδυαστεί σε ένα πρόσωπο η επιστημονική καταξίωση με τη θρησκευτική πίστη. Αρκεί τα δύο πεδία να μένουν διακριτά.

Η στερεοτυπική αντιπαραβολή ανάμεσα στο φως της επιστήμης και το σκότος της θρησκείας, στην ελευθερία της έρευνας και στο δόγμα, προκύπτει και από μια εξιδανικευμένη εικόνα για την επιστήμη.

Η τρομακτική πρόοδος της επιστήμης που επιμήκυνε και βελτίωσε θεαματικά τη ζωή μας μας κάνει να μη βλέπουμε τις παραδοχές στις οποίες κάθε φορά στηρίζεται, την αβεβαιότητα που τη χαρακτηρίζει και η οποία προκύπτει από τους περιορισμούς της ανθρώπινης νόησης. Δεν είναι παρά ρασιοναλιστική αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει έσχατη, οριστική θεμελίωση ή απόδειξη των πεποιθήσεών μας, επιστημονικών ή άλλων. Η επιστήμη, όπως έλεγε ο Popper, «δεν εδράζεται πάνω σε στέρεο έδαφος.

Η εντυπωσιακή δομή των θεωριών της υψώνεται, θα λέγαμε, επί ενός βάλτου. Είναι σαν ένα κτίριο που ανεγείρεται πάνω σε πασσάλους. Οι πάσσαλοι μπήγονται στον βάλτο, αλλά όχι πάνω σε μια φυσική ή “δεδομένη” βάση. Κι αν σταματήσουμε να μπήγουμε τους πασσάλους βαθύτερα, δεν είναι γιατί βρήκαμε σταθερό έδαφος. Σταματάμε απλώς όταν είμαστε ικανοποιημένοι ότι οι πάσσαλοι είναι αρκούντως σταθεροί για να στηρίξουν το οικοδόμημα, τουλάχιστον για την ώρα».

Η επιστημονική γνώση είναι η καλύτερη που διαθέτουμε, αλλά πάντοτε με την επιφύλαξη της αναθεώρησης και της κριτικής. Αυτός ο διαρκής έλεγχος, η διαρκής προσπάθεια να λυθούν τα προβλήματα που διατυπώνονται από ένα πλήθος ερευνητών που επικοινωνούν διαρκώς μεταξύ τους είναι η εγγύηση ότι μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη και να στηριζόμαστε πάνω της, έστω πάντοτε προσωρινά.

* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.