ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα λάθη στην Ελλάδα έγιναν με συνεργασία δανειστών – πιστωτών

ta-lathi-stin-ellada-eginan-me-synergasia-daneiston-amp-8211-pistoton-2032293

Εξαιρετικά γόνιμη ήταν η κλειστή συζήτηση στρογγύλης τραπέζης που διεξήχθη την περασμένη Τρίτη στο ξενοδοχείο Divani Caravel, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Ελλάδα: Από την έξοδο στην ανάκαμψη;» των Θοδωρή Πελαγίδη και Μιχάλη Μητσόπουλου. Το βιβλίο εκδόθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος European Growth του ινστιτούτου Brookings, με τη συνεργασία του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος».

Θέμα του είναι οι ρίζες και η διαχείριση της ελληνικής κρίσης, αλλά και οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της βιώσιμης ανάπτυξης στην Ελλάδα. Στη συζήτηση συμμετείχαν μεταξύ άλλων, ο Κεμάλ Ντερβίς, αντιπρόεδρος σήμερα του Brookings, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, η πρώην υπουργός Αννα Διαμαντοπούλου, ο Ζοσέπ Μπορέλ, πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής του αμερικανικού ινστιτούτου Μπιλ Ανθόλις, ο Γάλλος οικονομολόγος Ζακ Μιστράλ και ο Γιάννης Μηλιός, υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

«Φτάσαμε έως εδώ γιατί η χώρα βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία σύγκρουσης χωρίς κανόνες, μέσα κι έξω από το πολιτικό σύστημα, ενώ απουσιάζει πλήρως η αξιοκρατία», δηλώνει στην «Κ» ο Θοδωρής Πελαγίδης, τονίζοντας ότι «τα λάθη πολιτικής στην ελληνική κρίση έγιναν με τη συνεργασία πιστωτών και οφειλετών». Ενα από τα κεντρικά επιχειρήματα του βιβλίου είναι ότι ήταν λάθος η προτεραιότητα που δόθηκε στη μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Το ζήτημα του σωστού μοντέλου για την ελληνική αγορά εργασίας απασχόλησε εκτεταμένα την κλειστή συζήτηση.

Οπως δηλώνει στην «Κ» η Ανκε Χάσελ, που ειδικεύεται στα θέματα αυτά και ήταν παρούσα στη συζήτηση στρογγύλης τραπέζης, «η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν είναι αναγκαστικά ο μοναδικός ή ο καλύτερος τρόπος για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας». Η Γερμανίδα καθηγήτρια, που διδάσκει στη Σχολή Διακυβέρνησης Hertie στο Βερολίνο, σημειώνει ότι «η Φινλανδία, η Γερμανία και η Σουηδία, χώρες που κατατάσσονται στην τρίτη, την τέταρτη και την έκτη θέση αντίστοιχα στον Παγκόσμιο Δείκτη Ανταγωνιστικότητας, δεν έχουν απορρυθμισμένες αγορές εργασίας. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετείται η θέση ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας από μόνη της βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα ή αυξάνει την απασχόληση».

Με αφετηρία την Ελλάδα, η κουβέντα επεκτάθηκε στο ευρωπαϊκό τοπίο. Τις τελευταίες μέρες έχει αναθερμανθεί η φιλολογία περί χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων στην Ευρωζώνη και ενίσχυσης των επενδύσεων. Ο Ζ. Μπορέλ δεν είναι αισιόσοξος. «Δεν νομίζω να αλλάξει η στάση της Γερμανίας σε σχέση με τα δημοσιονομικά», δηλώνει στην «Κ». «Μόνο αν γίνονταν αισθητές οι συνέπειες της κρίσης στη γερμανική οικονομία θα έκαναν κάτι τέτοιο. Οσο όμως η ζήτηση από τη ΝΑ Ασία συνεχίζει να δίνει ώθηση στις εξαγωγές τους, αποκλείεται». Ο κ. Μπορέλ, που ηγήθηκε του ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δεν θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία διαθέτει μία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση στο συντηρητικό-νεοφιλελεύθερο μοντέλο. «Ισχυρίζονται ότι διαθέτουν μία τέτοια πρόταση, αλλά στην πραγματικότητα συνιστάται σε κάποιες ελάσσονος σημασίας προσαρμογές στο κυρίαρχο μοντέλο, π.χ. μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή του δημοσιονομικού συμφώνου. Η κοινή γνώμη δεν πείθεται – κάτι που αναδεικνύεται γλαφυρά από τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα σε Γαλλία και Ισπανία».

Η ανησυχία για το μέλλον της Ευρωζώνης ήταν γενικευμένη. Από ορισμένους ομιλητές εκφράστηκε έντονος προβληματισμός για την επιμονή του Βερολίνου να μην προχωρήσει σε καμία μορφή ένωσης μεταβιβάσεων. Αλλοι, αντίθετα, τόνισαν την έλλειψη πολιτικής βούλησης για μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία και τη Γαλλία, σε ένα πλαίσιο όπου μία ενδεχόμενη ενεργοποίηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων OMT της ΕΚΤ θα εκπέσει στο γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο.