ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι ισχύει στο εξωτερικό με τις «διευθετήσεις»

ti-ischyei-sto-exoteriko-me-tis-dieythetiseis-2037061

«Για λόγους ίσης μεταχείρισης και για την αποφυγή του ηθικού κινδύνου, το εγχείρημα θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένο, επιλεκτικό και να παρέχει ανακούφιση χρεών μόνο σε εκείνους τους δανειολήπτες των οποίων η ικανότητα να εξυπηρετούν το χρέος τους είναι πιθανό να αποκατασταθεί μετά την αναδιάρθρωση». Αυτή είναι η συμβουλή που δίνουν οι συντάκτες του Working Paper 13/44 του ΔΝΤ («Dealing with Private Debt Distress in the Wake of the European Financial Crisis») για την εμπλοκή του κράτους στην αναδιάρθρωση ιδιωτικών χρεών σε μία οικονομία. Επιπλέον, όπως σημείωνε ο Τόμας Λαριέα του νομικού τμήματος του ΔΝΤ σε σημείωμα το 2010 («Approaches to Corporate Debt Restructuring in the Wake of Financial Crisis»), αν η κρατική παρέμβαση περιλαμβάνει δημόσια χρηματοδότηση, αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δημοσιονομικά περιθώρια του κράτους, καθώς και πιθανά παράπλευρα κόστη όπως τη διατήρηση στη ζωή μη βιώσιμων επιχειρήσεων, «παρακωλύοντας έτσι την προσαρμογή της οικονομίας που είναι απαραίτητη για να υπάρξει παραγωγική ανάπτυξη».

Στο WP 13/44, oι ερευνητές του Ταμείου δίνουν έμφαση στη διαχείριση προσδοκιών στο πλαίσιο ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών χρεών με συνδρομή του Δημοσίου. Οπως γράφουν: «Η απλή συζήτηση για διασώσεις με την έγκριση της κυβέρνησης μπορεί να υπονομεύσει την πιστωτική πειθαρχία. Αντίστοιχα, μπορεί να συμβάλει και σε ανεύθυνη συμπεριφορά εκ μέρους των δανειστών». Συμπληρώνουν ότι απαιτείται σαφής επικοινωνιακή στρατηγική, «συμπεριλαμβανομένης της αυστηρής δέσμευσης για τη μη λήψη πρόσθετων μέτρων από τη στιγμή που θα τεθεί σε λειτουργία ένα πλαίσιο στήριξης».

Μία μεταρρύθμιση που κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια στην πολιτική διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους των επιχειρήσεων είναι η διαδικασία της fast-track δικαστικής έγκρισης σχεδίου αναδιάρθρωσης που έχει συμφωνηθεί εξωδικαστικά από την επιχείρηση και τους πιστωτές της. Οπως σημειώνεται στο WP 13/44, η διαδικασία αυτή, την οποία έχουν υιοθετήσει μεταξύ άλλων η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Λεττονία, συνδυάζει τα οφέλη της δυνατότητας του δικαστηρίου να επιβάλει μία συμφωνία στη μειονότητα των πιστωτών που διαφωνεί με την ευελιξία των εξωδικαστικών διαπραγματεύσεων.

Επιπλέον, στις Βαλτικές χώρες και στη Ρουμανία έχει διευκολυνθεί η πρώιμη προσφυγή σε διαδικασίες αναδιάρθρωσης, πριν η επιχείρηση προλάβει να πνιγεί στα χρέη, ενώ στην Εσθονία, στη Γερμανία και στη Λεττονία δόθηκε περισσότερη ευελιξία σε εργαλεία όπως η μετατροπή χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο. Στη Λεττονία, που θεωρείται από τους πιο πετυχημένους μεταρρυθμιστές σε αυτόν τον τομέα, οι πιστωτές που παρέχουν νέες ροές χρηματοδότησης αποκτούν προτεραιότητα στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρείας. Από την άλλη, οι Βαλτικές χώρες έλαβαν ουσιώδη μέτρα για την απλοποίηση και άρα την επιτάχυνση της διαδικασίας ρευστοποίησης μη βιώσιμων επιχειρήσεων, μέσω της δυνατότητας ηλεκτρονικών καταθέσεων των σχετικών αιτήσεων και της παροχής κινήτρων στους εκκαθαριστές για την ταχεία πώληση των περιουσιακών στοιχείων.

Η συγκυρία ενεργοποίησης ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης των επιχειρηματικών χρεών είναι ζωτικής σημασίας. Οπως γράφει ο Τόμας Λαριέα του ΔΝΤ, «κατά την κορύφωση μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης -που συνήθως περιλαμβάνει μία αβέβαιη μακροοικονομική πορεία, πτώση των τιμών περιουσιακών στοιχείων και παγωμένες αγορές πίστης- εκτιμήσεις της βιωσιμότητας συγκεκριμένων επιχειρήσεων που είναι απαραίτητες για να αποφασιστεί μία αναδιάρθρωση είναι σχεδόν αδύνατες.» Μόνο όταν έχει παρέλθει αυτή η οξεία περίοδος της κρίσης μπορούν οι διαμορφωτές πολιτικής να προχωρήσουν σε πολιτικές αναδιάρθρωσης των χρεών των επιχειρήσεων.

Κατά τα άλλα, η πρόσφατη βιβλιογραφία, όπως τη συνοψίζουν οι συντάκτες του WP 13/44, τείνει στο συμπέρασμα ότι η άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης στην αναδιάρθρωση των χρεών των επιχειρήσεων πρέπει να αποφεύγεται. Οπως σημειώνεται στην εργασία, που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2013, «οποιαδήποτε παρεμβολή στον μηχανισμό της αγοράς συνεπάγεται στρεβλώσεις και συχνά συνδέεται με εκταμίευση επιπρόσθετων πόρων από τον προϋπολογισμό», ενώ «δικαιολογείται μόνο αν το πρόβλημα της υπερχρέωσης είναι συστημικό με την έννοια ότι η ταχεία εκκαθάριση μέσω των συνήθων νομικών εργαλείων δεν είναι εφικτή».

Για παράδειγμα, σημειώνουν οι ερευνητές του ΔΝΤ, «μία ξαφνική, απότομη και ευρεία επιδείνωση στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων των τραπεζών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σε τέτοιες συνθήκες, το μέγεθος και μόνο των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων μπορεί να προκαλέσει συμφόρηση στα δικαστήρια, ατομικές πρωτοβουλίες τραπεζών ενδέχεται να έλθουν σε σύγκρουση με ευρύτερους μακροοικονομικούς στόχους και το κόστος των αναδιαρθρώσεων μπορεί να υπερβεί τα αποθέματα των τραπεζών».

Σας θυμίζουν κάποια χώρα όλα αυτά;