ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τέλος στον υπερδανεισμό των κομμάτων

telos-ston-yperdaneismo-ton-kommaton-2037789

Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης του πολιτικού συστήματος εμπεριέχονται στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε χθες το απόγευμα στη Βουλή. Η μεγάλη μείωση του εύρους της κρατικής ενίσχυσης, η ονομαστικοποίηση της χρηματοδότησης κομμάτων από φυσικά και νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα και το «φρένο» στον υπερδανεισμό των πολιτικών φορέων είναι μεταξύ εκείνων των προτεινομένων τομών που η κυβέρνηση φιλοδοξεί να συμβάλουν στην ενίσχυση της διαφάνειας στην πολιτική ζωή της χώρας.

Ωστόσο, δεδομένων των έως σήμερα αντιδράσεων κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, κάθε που άνοιγε η σχετική συζήτηση, η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία αναμένεται  να  πυροδοτήσει  ένα  ακόμα  θερμό  μέτωπο  αντιπαράθεσης.

Η κατάθεση του νομοσχεδίου στην παρούσα συγκυρία δεν σημαίνει ότι «αυτομάτως» θα εισαχθεί προς επεξεργασία και ψήφιση στο εν εξελίξει Β΄ ή στο επόμενο Γ΄ και τελευταίο θερινό τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής.

Μόνο από την ολομέλεια

Σύμφωνα με εκτίμηση έμπειρων κοινοβουλευτικών παραγόντων, αλλά και κυβερνητικών στελεχών, τα θέματα που πραγματεύεται το εν λόγω νομοσχέδιο μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από την ολομέλεια – οι εργασίες της οποίας, ως γνωστόν, ανοίγουν εκ νέου τον προσεχή Οκτώβριο. Το «ανέτοιμο» της χθεσινής κατάθεσης, πάντως, πιστοποιείται με όρους κοινοβουλευτικής τάξης και από το γεγονός ότι το κείμενο του νομοσχεδίου δεν συνοδεύεται από τη θεσμικά απαραίτητη Εκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, μέσω της οποίας παγίως καταγράφονται οι οικονομικές επιπτώσεις κάθε σχεδίου νόμου (ή και τροπολογίας).

Στην κορυφή των προτεινομένων αλλαγών είναι η δραστική μείωση του ποσού της κρατικής χρηματοδότησης: Από ποσοστό 1,02 τοις χιλίοις επί των τακτικών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, σε 0,05 τοις χιλίοις επί των πραγματοποιηθέντων καθαρών εσόδων του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους.

Υπενθυμίζεται πως ανάλογη πρόταση είχε παρουσιαστεί και από τον κ. Αναστ. Γιαννίτση όταν ήταν υπουργός, και ως ρύθμιση αποσκοπεί στο να υπολογίζονται τα χρήματα της κρατικής ενίσχυσης επί υπαρκτών οικονομικών στοιχείων (όπως αυτά καταγράφονται στον ετήσιο απολογισμό), και όχι πλέον επί πιθανολογούμενων στοιχείων (όπως εκείνα που συμπεριλαμβάνονται σε σχέδια προϋπολογισμών). Κατά το παρελθόν, για ευνόητους λόγους, σε ετήσια βάση καταγραφόταν μεγάλη απόκλιση μεταξύ των προϋπολογιζομένων ποσών και εκείνων που τελικώς ανά έτος το κράτος κατάφερνε να βάζει στα ταμεία του. Ετσι, πέραν των άλλων, και τα κόμματα εισέπρατταν επιχορηγήσεις ιδιαιτέρως αυξημένες. «Φρένο», επίσης, μπαίνει και στον άκριτο τραπεζικό δανεισμό των κομμάτων, καθώς προβλέπεται απαγόρευση «υποθήκευσης» μελλοντικών ποσών από την κρατική επιχορήγηση προκειμένου να ληφθούν δάνεια από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Αντίδραση ΚΚΕ

Κρίσιμο, επίσης, θεωρείται το στοιχείο της καθιέρωσης ονομαστικοποίησης κάθε είδους οικονομικής ενίσχυσης από ιδιώτες προς τα κόμματα (μέσω κουπονιών, καταθέσεων σε τράπεζες κ.λπ.). Υπενθυμίζεται ότι ειδικά σε αυτό το μέτρο, εντονότατη είναι η αντίδραση κυρίως του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πλην όμως, ο νομοθέτης επιμένει στην άποψή του, κάνοντας λόγο για ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας και καταπολέμηση του φαινομένου της διαπλοκής.

Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, ότι πέραν των αμιγώς οικονομικών θεμάτων που επιχειρείται να ρυθμιστούν, είναι και ορισμένα ζητήματα που άπτονται της αντιμετώπισης πολιτικών ζητημάτων μέσω του Τύπου. Υπό αυτό το πρίσμα, επισημαίνεται η ύπαρξη διάταξης, σύμφωνα με την οποία «απαγορεύεται η παρουσίαση διά των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών του περιεχομένου καταγγελιών που δεν αφορούν την προεκλογική δραστηριότητα κομμάτων».

Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «η απαγόρευση αυτή επιδιώκει να προφυλάξει το εκλογικό σώμα από κακόβουλες προθέσεις δι’ αποκάλυψης πληροφοριών που νοθεύουν τον προεκλογικό ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων κομμάτων-συνασπισμών κομμάτων και προσώπων, και δύνανται  να  επηρεάσουν την πρόθεση  ψήφου  με  τρόπο  αθέμιτο».

Τριπλάσια κονδύλια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Το πέπλο αδιαφάνειας που καλύπτει τη χρηματοδότηση κομμάτων και υποψηφίων αποτυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου για το πολιτικό χρήμα. Οι συντάκτες της αναφέρονται χαρακτηριστικά σε «σοβαρές αδυναμίες του νόμου 3023/2002» και τις εντοπίζουν σε μια σειρά από σημεία. Καταρχήν, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι τοπικές επιτροπές ελέγχου ανά νομό ουδέποτε λειτούργησαν στην πράξη. Πέραν αυτού, ο έλεγχος της επιτροπής που ήταν υπεύθυνη για τη διερεύνηση τυχόν παραβάσεων γινόταν απολογιστικά, με βάση τα στοιχεία που προσκόμιζαν οι ενδιαφερόμενοι και όχι έπειτα από παρακολούθηση των δαπανών της προεκλογικής εκστρατείας, αρμοδιότητα που, όπως αναφέρεται, «ανήκει σε άλλο όργανο». Ως εκ τούτου, και οι διοικητικές κυρώσεις που κατά καιρούς επιβλήθηκαν έγιναν στη βάση των στοιχείων που οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι προσκόμισαν.

Συγκριτική ανάλυση

Πέραν αυτού, στην αιτιολογική έκθεση γίνεται παραπομπή στη συγκριτική ανάλυση της κρατικής χρηματοδότησης ανά ψήφο στην Ελλάδα, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Χωρίς να αποτυπώνεται συγκεκριμένο κόστος, αναφέρεται ότι το 2010 η χώρα μας βρισκόταν στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και «αρκετά μακριά από τον μέσο όρο των άλλων κρατών». Υπολογίζεται, πάντως, ότι το σχετικό κόστος έφτασε να είναι μέχρι και τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με βάση αυτό το στοιχείο, επισημαίνεται ότι «η υψηλή κρατική χρηματοδότηση είχε ως παράπλευρο αποτέλεσμα να οδηγήσει σε εξάρτηση των περισσοτέρων κομμάτων από το Δημόσιο, ενώ κατέστησε εντελώς δευτερεύουσα τη σημασία της ιδιωτικής χρηματοδότησης».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απουσία διαφάνειας στο σύστημα εποπτείας, που, όπως φαίνεται, διαμορφώνει κλίμα διάχυτης καχυποψίας στην κοινή γνώμη. Αυτό διότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου δεν είναι εύκολα προσβάσιμες, ενώ συχνά είναι δύσκολο να ανευρεθούν οι ετήσιοι ισολογισμοί των κομμάτων, όπως και πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότησή τους και τη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών. Αυτό, μάλιστα, καθίσταται ακόμη πιο προβληματικό, δεδομένης της διάχυσης παντός είδους πληροφοριών και στοιχείων που επιτρέπει η σύγχρονη τεχνολογία και το Διαδίκτυο. Η κριτική για το σύστημα εποπτείας επικεντρώνεται, τέλος, συχνά στο γεγονός ότι οι κρινόμενοι βουλευτές και πολιτικά κόμματα είναι ταυτοχρόνως και οι κριτές, καθώς έχουν την πλειοψηφία στην Επιτροπή Ελέγχου. Σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, ήδη από το 2012 σε υπόμνημα που είχε καταθέσει ο τότε υπουργός Εσωτερικών κ. Τάσος Γιαννίτσης στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, έθετε το ερώτημα της σύνθεσης της Επιτροπής, προκειμένου να διασφαλίζεται το κύρος και η αξιοπιστία της, ενώ, επίσης, έθετε ζήτημα αλλαγής του τρόπου λογιστικής αποτύπωσης των λογαριασμών των κομμάτων.

Πέραν αυτών, σημαντική είναι και η παρατήρηση στην αιτιολογική έκθεση ότι «είναι διάχυτη η υποψία στην κοινή γνώμη ότι μεγάλα χρηματική ποσά μπορεί να μην εμφανίζονται ποτέ στους ισολογισμούς των κομμάτων».
 

Οι δώδεκα προτεινόμενες ρυθμίσεις – αλλαγές

Ως «αποτέλεσμα διδαγμάτων» από την πολυετή εφαρμογή του ισχύοντος νόμου, αλλά και αποτέλεσμα μελέτης των συστάσεων της GRECO παρουσιάζουν οι υπογράφοντες το σχέδιο νόμου υπουργοί Οικονομικών, Εσωτερικών και Δικαιοσύνης τις προτεινόμενες αλλαγές. Κατά σειρά καταγραφής τους, ως διατάξεις του σχεδίου νόμου, οι αλλαγές-ρυθμίσεις, πέραν της μείωσης του ύψους της κρατικής και έκτακτης επιχορήγησης, μεταξύ άλλων είναι:

1. Πέραν των κομμάτων, προστίθενται πλέον και οι συνασπισμοί στη λίστα των δικαιούχων κρατικής χρηματοδότησης. Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, αν και είναι ισότιμοι των κομμάτων, δεν είχαν συμπεριληφθεί στον σχετικό νόμο.

2. Προβλέπεται ότι το χρηματικό ποσό που δίδεται στο κόμμα ή στον συνασπισμό από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως ιδιωτική χρηματοδότηση εκπίπτει ολόκληρο από το φορολογητέο εισόδημα.

3. Ολα τα έσοδα των κομμάτων και των συνασπισμών, για λόγους διαφάνειας των οικονομικών συναλλαγών, θα πραγματοποιούνται μέσω ενός έως το πολύ τριών τραπεζικών λογαριασμών. Αντιστοίχως, όλα τα έσοδα και οι δαπάνες ανά νομικό πρόσωπο που λειτουργεί από τα κόμματα ή τους συνασπισμούς ως κέντρο ερευνών και μελετών, καθώς και για τη διοργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης των στελεχών τους, διακινούνται μέσω ενός ή δύο τραπεζικών λογαριασμών.
Οι λογαριασμοί αυτοί γνωστοποιούνται στην αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου και, αν δεν συμβεί αυτό, θα συνεπάγεται την εφαρμογή του μέτρου της κατάσχεσης του περιεχομένου των μη δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών.

4. Η χρηματοδότηση μέσω των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών γίνεται μέσω ονομαστικών καταθέσεων ή με άλλη μέθοδο που επιτρέπει τη σύνδεση του κάθε ποσού με κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ώστε να μπορεί να ταυτοποιηθεί. Στόχος είναι, όπως σημειώνεται, «να είναι γνωστές οι πηγές χρηματοδότησης και να εξαλειφθεί το φαινόμενο των αδικαιολόγητων και εικονικών εσόδων και εξόδων».

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η νέα ρύθμιση, μέσω της οποίας καταργείται η δυνατότητα χορήγησης ανώνυμων κουπονιών για την οικονομική ενίσχυση των κομματικών φορέων. «Καθίσταται, πλέον, υποχρεωτική η αναγραφή στο σώμα του κουπονιού του ονοματεπώνυμου και του ΑΦΜ ή του αριθμού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του αγοραστή-χρηματοδότη», υπογραμμίζεται.

5. Προβλέπεται απαγόρευση χρηματοδότησης κομμάτων και συνασπισμών από νομικά πρόσωπα που δεν έχουν την έδρα τους στην ελληνική επικράτεια.

6. Καταργείται η απαγόρευση που ίσχυε (με τον Ν. 3023/2002) για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου να χρηματοδοτούν πολιτικά κόμματα. «Η απαγόρευση ήταν προδήλως ανεφάρμοστη και δυσχερώς -αν όχι διόλου- ελέγξιμη», επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νομοθέτημα.

7. Απαγορεύεται η χορήγηση δανείων από τις τράπεζες προς τους δικαιούχους κρατικής χρηματοδότησης με εγγύηση την κρατική χρηματοδότηση πέραν του τρέχοντος οικονομικού έτους.

Ως γνωστόν, τα κόμματα συνήθιζαν έως τώρα να δανείζονται από τράπεζες με εγγύηση χρηματοδοτήσεις του απώτερου μέλλοντος.

8. Το όριο χρηματοδότησης ενός πολιτικού κόμματος ή ενός συνασπισμού από το ίδιο πρόσωπο κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους αυξάνεται από τις 15.000 στις 20.000 ευρώ.

9. Θεσπίζεται το μέτρο σύμφωνα με το οποίο δωρεές που κατ’ έτος υπερβαίνουν τα όρια χρηματοδότησης «πρέπει να επιστραφούν στους δωρητές το συντομότερο δυνατό». Αν αυτό αποδειχθεί αδύνατο, πρέπει να ποσά να δεσμεύονται από τα πιστωτικά ιδρύματα και να κατατίθενται αμελλητί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

10. Απαγορεύεται η χρηματοδότηση εισιτηρίων μετακίνησης ετεροδημοτών.

11. Απαγορεύεται η διαφοροποίηση στην τιμολόγηση εξόδων και στην παροχή ποσοστού έκπτωσης από τις επιχειρήσεις Τύπου μεταξύ κομμάτων, συνασπισμών κομμάτων και υποψηφίων βουλευτών και ευρωβουλευτών.

12. Τα κόμματα και οι συνασπισμοί τηρούν βιβλία λογιστικά Γ΄ και όχι Β΄ κατηγορίας στην έδρα τους.