ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πτώχευση της Αργεντινής, η Ελλάδα και η περίπτωση της Postova Bank

0308s10arg1

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ – ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Αυτή τη φορά, η χρεοκοπία της Αργεντινής ήταν ένα ατύχημα που εξελίχθηκε σε αργή ταχύτητα, σε αντίθεση με τις καταιγιστικές εξελίξεις της προηγούμενης χρεοκοπίας της το 2001. Χρειάστηκε γι’ αυτό «ο χειρότερος πιστωτής, ο χειρότερος δανειστής και το χειρότερο δικαστήριο», λένε με κάποια υπερβολή οι Financial Times. Οι αναλυτές είναι διχασμένοι σχετικά με τις προθέσεις της Αργεντινής, τον ρόλο των ομολογιούχων που δεν συμμετείχαν στην αναδιάρθρωση του χρέους της και τη συλλογιστική των δικαστηρίων που δικαίωσαν τους τελευταίους.

Ωστόσο, καθώς ολοένα και περισσότεροι ομολογιούχοι προσφεύγουν σε διαιτητικά δικαστήρια στη βάση διμερών επενδυτικών συμφωνιών για τέτοιου είδους υποθέσεις, πολλά κράτη έχουν αρχίσει να ανησυχούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη απόφαση της Γερμανίας να ζητήσει να εξαιρεθούν αυτές οι συμφωνίες από την υπό διαπραγμάτευση συμφωνία της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ για το εμπόριο και τις επενδύσεις, γνωστή ως TTIP. Οπως εκτιμούν εξειδικευμένοι νομικοί, αυτές οι προσφυγές θέτουν σειρά ερωτήσεων για τον κυριαρχικό έλεγχο των κρατών σε θεμελιώδη οικονομικά ζητήματα. Ετσι, αναμένουν μία στροφή πίσω στα δικαστήρια, που θα πρέπει να μπορούν, αξιόπιστα και γρήγορα, να προστατέψουν τους επενδυτές, χωρίς να αποδίδουν αυτό τον ρόλο σε τρίτα μέρη, τα οποία όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά «δίνουν σε ξένες εταιρείες και επενδυτές δικαιώματα που δεν έχουν εθνικές εταιρείες και ιδιώτες». Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα είναι διάδικος σε μία τέτοιου είδους διαιτησία, καθώς η σλοβακική τράπεζα Postova Bank έχει προσφύγει εναντίον της χώρας μας στο διαιτητικό δικαστήριο ICSID για ομόλογα ύψους περίπου μισού δισ. Μία ήττα εκτιμάται ότι θα ανοίξει τον δρόμο και για άλλες παρόμοιες προσφυγές.

Σε ό,τι αφορά και πάλι την Αργεντική, γεγονός είναι ότι η χρεοκοπία δεν είναι το ίδιο δραματική με το 2001, και οι συνέπειές της δεν αναμένεται να συγκλονίσουν αντίστοιχα ούτε την ίδια τη χώρα ούτε την παγκόσμια οικονομία. Για τους νομικούς κύκλους, όμως, που ασχολούνται με το κρατικό χρέος, οι συνέπειες από τις αποφάσεις των δικαστηρίων που οδήγησαν την Αργεντινή στη χρεοκοπία ενδεχομένως να αλλάξουν το νομικό τοπίο εις βάρος των κρατών, καθιστώντας πολύ δυσκολότερες μελλοντικές αναδιαρθρώσεις του χρέους.

Η μία από τις αποφάσεις των αμερικανικών δικαστηρίων αναγκάζει την Αργεντινή να πληρώσει την NML Capital, μια επενδυτική εταιρεία που δεν συμμετείχε στις αναδιαρθρώσεις του χρέους της το 2004 και το 2010, αλλά αντίθετα είχε αγοράσει τα αργεντίνικα ομόλογα σε πολύ χαμηλές τιμές προσδοκώντας κέρδη. Το σκεπτικό είναι ότι η ρήτρα pari passu, που υποχρεώνει τον δανειζόμενο να αντιμετωπίσει όλους τους ομολογιούχους του με τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να ισχύσει και για όσους δεν συμμετείχαν στην αναδιάρθρωση.

Οπως σχολιάζουν νομικοί κύκλοι, η απόφαση θα προκαλέσει δυσκολίες για τις μελλοντικές αναδιαρθρώσεις χρέους και θα περιπλέξει τις προσπάθειες των κρατών να έλθουν σε κάποιο διακανονισμό με τους κατόχους των ομολόγων τους όταν βρίσκονται σε οικονομικές δυσκολίες. Ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι θα αυξήσει το κόστος του δανεισμού και την ευκολία χρηματοδότησης, κυρίως των αναπτυσσόμενων χωρών με τον υψηλότερο πιστοληπτικό κίνδυνο.

Η δεύτερη απόφαση, η οποία έφτασε μέχρι και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, απέρριψε την έφεση που έχει καταθέσει η Αργεντινή για τη δικαιοδοσία αμερικανικού διαιτητικού δικαστηρίου που είχε ταχθεί υπέρ της ομάδας επενδυτών BG Group, στη βάση της διμερούς επενδυτικής συμφωνίας μεταξύ της Αργεντινής και του Ηνωμένου Βασιλείου. Παρά το γεγονός ότι σε δευτεροβάθμιο επίπεδο το Columbia Court of Appeals –ένα από τα πλέον έμπειρα σε υποθέσεις διεθνούς ενδιαφέροντος– απέρριψε την απόφαση με το σκεπτικό ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει την υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε το τελευταίο – παρά το γεγονός ότι οι όροι προσφυγής σε αυτό δεν είχαν τηρηθεί (στην εν λόγω περίπτωση, οι επενδυτές ήταν υποχρεωμένοι να καταφύγουν πρώτα σε τοπικό δικαστήριο προτού προσφύγουν στη διαιτησία, κάτι που δεν έκαναν). Η κριτική που δέχεται πλέον το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είναι ότι η απόφασή του αντιβαίνει στην πρόθεση των κρατών όταν υπογράφουν τέτοιου είδους διμερείς συμφωνίες.