ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η κατανομή των βαρών είναι το θέμα»

i-katanomi-ton-varon-einai-to-thema-2043046

Ως επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Καϊσούκ Μπασού έχει ασχοληθεί συστηματικά με τα οικονομικά της ανάπτυξης και με τις συνθήκες που καθορίζουν τη θέση μίας χώρας στην αναπτυξιακή κλίμακα. Η μεγάλη ελληνική κρίση των τελευταίων ετών έχει αναδείξει κάτι φαινομενικά παράδοξο: μία οικονομία που, εισοδηματικά, βρισκόταν –και εξακολουθεί να βρίσκεται– ανάμεσα στις πλουσιότερες του κόσμου, αλλά της οποίας οι θεσμοί, από πολλές απόψεις, ταίριαζαν πολύ περισσότερο σε υπανάπτυκτη χώρα. Στη συνάντηση που είχε η «Κ» με τον δρα Μπασού, που βρέθηκε στην Αθήνα για το συνέδριο του Human Development and Capabilities Association, τον ρωτήσαμε τι διαχωρίζει πραγματικά μία ανεπτυγμένη από μία αναπτυσσόμενη οικονομία.

«Το κριτήριο παραμένει το κατά κεφαλήν εισόδημα, όπως ορίζεται από την Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης», απαντά ο προσηνής οικονομολόγος. «Ξέρω ότι αυτό το κριτήριο είναι ευάλωτο στην κριτική, ότι η ζωή έχει πολλές άλλες διαστάσεις. Πιστεύω ότι χρειάζεται ένας απλός τρόπος σαν αυτόν για την ταξινόμηση των χωρών, αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο ότι υπάρχουν χώρες υψηλών εισοδημάτων διαφορετικών ειδών, όπως και μεταξύ των χαμηλών εισοδημάτων». Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, της οποίας τα οικονομικά στοιχεία ξεσκόνισε πριν από την επίσκεψή του, ο κ. Μπασού παρατηρεί: «Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού παρέχεται πενιχρή στήριξη, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Φαίνεται ότι υπάρχει ένα συνονθύλευμα προγραμμάτων, που απευθύνονται σε μέρος μόνο των φτωχών».

Το παράδειγμα της Ελλάδας μάλιστα, όπως λέει, ενισχύει το επιχείρημά του ότι πρέπει να υπάρχουν επιπλέον κριτήρια, πέραν των εισοδηματικών, για παρεμβάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας σε συγκεκριμένες χώρες. «Η Παγκόσμια Τράπεζα, που τυπικά ασχολείται με φτωχές χώρες, θα έπρεπε να ασχολείται και με μία ομάδα πλούσιων χωρών με προβλήματα που δεν απαντώνται συνήθως σε χώρες με υψηλά εισοδήματα – προβλήματα διακυβέρνησης, αλλά και σωστής κατανομής επιδομάτων και άλλων μορφών στήριξης».

Για την ευρύτερη διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης, ο 62χρονος οικονομολόγος λέει: «Η συζήτηση συχνά μοιάζει να εξαντλείται στο ζήτημα της λιτότητας, μεταξύ των υπερασπιστών και των πολεμίων της. Το κρίσιμο ζήτημα όμως, το οποίο έπρεπε να έχει μελετηθεί πολύ καλύτερα, αφορά τη διάρθρωση της λιτότητας και το πώς κατανέμει τα βάρη της προσαρμογής».

Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την ελληνική οικονομία είναι και η πρόσφατη δημοσίευση του Μπασού, μαζί με τον Αβινάς Ντίξιτ, που επιχειρηματολογεί υπέρ αγορών με λίγους μεγάλους παίκτες αντί για πολλούς μικρούς, από την οπτική της πιο αποτελεσματικής εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου. Πόσο βάρος πρέπει να δίνουν σε αυτό οι διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής, έναντι της επιταγής ενίσχυσης του ανταγωνισμού; «Είναι όντως δύο ζητούμενα μίας εύρυθμης αγοράς που πιέζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό που λέμε είναι ότι, αν η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μικροδιαφθορά σε 100.000 μικρά καταστήματα, είναι πολύ δύσκολο να την πατάξει. Αν όμως είναι λιγότερα μαγαζιά και είναι υποκαταστήματα μίας μεγάλης πολυεθνικής, τότε η αποκάλυψη παρανομιών στο υποκατάστημα οδηγεί σε τεράστια πρόστιμα για τη μητρική εταιρεία. Ετσι, το ελεγκτικό πλαίσιο γίνεται πολύ πιο αποτελεσματικό».

Ο Μπασού, Ινδός στην καταγωγή, είχε κάνει αίτηση στην Παγκόσμια Τράπεζα όταν έκανε το διδακτορικό και δεν είχε γίνει δεκτός – κάτι για το οποίο δηλώνει «ευγνώμων», γιατί ανακάλυψε στη συνέχεια ότι η πραγματική του έφεση ήταν στην έρευνα. Ωστόσο, το 2009, «εντελώς αναπάντεχα» και χωρίς να έχει ποτέ ασχοληθεί με την ενεργό οικονομική πολιτική, δέχθηκε πρόταση για τη θέση του επικεφαλής οικονομικού σύμβουλου της ινδικής κυβέρνησης. Υστερα από πολλή περίσκεψη, με καταλυτική την ενθάρρυνση του Αμάρτια Σεν, υπό την επίβλεψη του οποίου είχε ολοκληρώσει το διδακτορικό του στο London School of Economics, δέχτηκε, παραμένοντας στη θέση για τρία χρόνια. «Πιστεύω ότι έφερα μία νέα προοπτική στη διαμόρφωση πολιτικής, ως κάποιος που ερχόταν απέξω», λέει.

Ο Μπασού συμμερίζεται τον προβληματισμό του Σεν για τη μη διασπορά των ευεργετημάτων των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης του ινδικού ΑΕΠ στις μάζες των Ινδών φτωχών. «Ακόμα σήμερα, πάνω από 200 εκατομμύρια Ινδοί ζουν με λιγότερα από 1,25 δολάρια τη μέρα (το όριο ακραίας φτώχειας της Παγκόσμιας, με όρους Ισοτιμίας Αγοραστικής Δύναμης)», καταλήγει.