ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι πρέπει να γίνει για την αντιμετώπιση του φαινομένου

ti-prepei-na-ginei-gia-tin-antimetopisi-toy-fainomenoy-2045537

Εναν χρόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η επιρροή της Χρυσής Αυγής στο εκλογικό σώμα παραμένει υψηλή. Ωστόσο, η ευκολία με την οποία συνδέθηκε η άνοδος του νεοναζιστικού μορφώματος με την κρίση και τα κοινωνικά προβλήματα αποκρούεται από το γεγονός ότι δεν παρουσιάζονται ανάλογα φαινόμενα σε χώρες που έχουν πληγεί από αυτήν με παρόμοιο τρόπο, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.

Σε έρευνα που παρουσίασε την Παρασκευή, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο κοινωνιολόγος κ. Νίκος Πετρόπουλος φαίνεται ότι το ακροατήριο της οργάνωσης διαθέτει τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που παραδοσιακά συνδέονται με τη φασιστική ιδεολογία, στο ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο όμως που έχει δώσει ανάλογα φαινόμενα στη χώρα μας και κατά το παρελθόν. «Για παράδειγμα, βλέπουμε ότι σε νομούς και δήμους που έχουν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο παρουσιάζεται τάση μεγαλύτερης επιρροής της. Σε σχέση με το δηλωμένο εισόδημα, στις περιοχές όπου αυτό παρουσιάζεται υψηλό, καθώς και σε δήμους με υψηλό ποσοστό δημοσίων η ιδιωτικών επενδύσεων είναι χαμηλότερη η επιρροή της. Αντίθετα, σε υπερχρεωμένους δήμους ή περιοχές χαμηλού δηλωμένου εισοδήματος παρουσιάζεται η αντίστροφη τάση, υπέρ της Χρυσής Αυγής», εξηγεί ο ίδιος. Στην εκλογική γεωγραφία της αποδοχής της, μπορεί να εξεπλάγησαν όλοι με τις ψήφους που πήρε η Χρυσή Αυγή στα μαρτυρικά Καλάβρυτα ή το Δίστομο, όμως τόσο σε επίπεδο δήμων όσο και νομών οι μαρτυρικές περιοχές της Κατοχής ρίχνουν τον μέσο όρο της. «Αν ο μέσος όρος είναι στο 10%, τότε αυτές οι περιοχές κινούνται κοντά στο 7%. Αντίθετα, περιοχές που συνδέθηκαν το 1974 με την ψήφο υπέρ της μοναρχίας, σήμερα δίνουν μεγαλύτερα ποσοστά υποστήριξης στη Χρυσή Αυγή».

Η δολοφονία Φύσσα και η συνακόλουθη σύλληψη και δίωξη της ηγεσίας της οργάνωσης ανέκοψαν τόσο την εκλογική της άνοδο όσο και τη δημοσκοπική της προβολή, η οποία έπεσε από το 13% κατά μ.ο. σε ποσοστά κάτω του 10%. Η ανθεκτικότητά της στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων μπορεί να εντυπωσιάζει, ωστόσο δεν έχει σταθεροποιηθεί το εκλογικό κοινό της οργάνωσης, ισχυρίζεται η κ. Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. «Απόδειξη αυτού είναι ότι, ενώ το 2012 υπερτερούσαν οι νέοι, το 2014 ο ηλικιακός μέσος όρος ανέβηκε. Ομως η αλλαγή των εκλογικών στάσεων είναι πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί χρόνο», λέει η ίδια.

Σε επίπεδο θεσμών

Με αυτές τις προϋποθέσεις, η πρόκληση για την πολιτεία και την κοινωνία μεταφέρεται στο επίπεδο των θεσμών, σύμφωνα με τον Γιάννη Μαυρή, δημοσκόπο και εκλογολόγο της Public Issue. «Σχολεία, συνδικάτα, μέσα ενημέρωσης και κοινωνία των πολιτών. Σε όλα αυτά πρέπει να νικηθεί ο νεοναζισμός», λέει ο ίδιος. «Ενα αντισυστημικό δυναμικό που υπάρχει πια στην κοινωνία μας δεν είναι βέβαιο ότι συντάσσεται με τον ναζισμό. Ας μην θεωρήσουμε ότι χάσαμε το 10% σαν κοινωνία», εξηγεί ο Μάκης Κουζέλης, καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Η δολοφονία Φύσσα και η συνακόλουθη δίωξη της οργάνωσης ανέκοψε την ευθύγραμμη απορρόφηση δυσαρέσκειας. Δεν είναι εύκολη η ανοικτή δήλωση της συγκεκριμένης πολιτικής ταυτότητας πλέον», εξηγεί ο ίδιος. «Ο αντισημιτισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία κι ο εθνικισμός είναι κενά στους θεσμούς μας που χρειάζεται να καλύψουμε», καταλήγει. Ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο σε αυτήν τη διεργασία αναμένεται να παίξει η τηλεοπτική κάλυψη της δίκης της ηγεσίας της οργάνωσης. «Η θεαματική τηλεοπτική αποτύπωση, η ομογενοποιημένη κάλυψη που βλέπουμε συνήθως στην ελληνική τηλεόραση μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της Χρυσής Αυγής, ηρωοποιώντας τη στα μάτια συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών», εξηγεί η κ. Γεωργιάδου.