ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τρεις υποψήφιοι μέχρι την κάλπη

treis-ypopsifioi-mechri-tin-kalpi-2065271

Ρεπορτάζ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, Φωτογραφία: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣENRI CANAJ

Νίκη Κεραμέως, Επικρατείας, ΝΔ 

treis-ypopsifioi-mechri-tin-kalpi0

Η Νίκη Κεραμέως, 34 ετών, απόφοιτος του Harvard, δικηγόρος Νέας Υόρκης και Αθηνών, ήταν η μεγάλη έκπληξη στις εκλόγιμες θέσεις του ψηφοδελτίου Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Όπως εξηγεί στην «Κ», που την έχει επισκεφθεί στα γραφεία του δικηγορικού γραφείου «Κεραμεύς & Συνεταίροι», η συστράτευσή της με τη ΝΔ υπαγορεύθηκε από «την εθνική στρατηγική» που υπηρετεί (έστω «με λάθη και αστοχίες»), με βασικό θεμέλιο την παραμονή στην Ευρωζώνη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Ωστόσο το μονοπάτι που την οδήγησε στην πολιτική ήταν αυτό του εθελοντισμού, ένα θέμα για το οποίο μιλάει με πάθος. Μαζί με τέσσερις φίλες, ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2012 το μη κερδοσκοπικό σωματείο «Δεσμός», με σκοπό, όπως λέει,  «να παντρεύει πλεόνασμα με ανάγκη». Η οργάνωση «καταγράφει συστηματικά τις ανάγκες κοινωφελών ιδρυμάτων σε όλη την Ελλάδα – ορφανοτροφείων, σχολείων, στεγών ανηλίκων και κακοποιημένων γυναικών – και ψάχνει να τις καλύψει από αυτά που περισσεύουν σε εταιρείες και ιδιώτες». Μέσα σε τρία χρόνια, όπως μας αναφέρει, η ΜΚΟ έχει προσφέρει αγαθά σε περίπου 400 φορείς σε όλη την Ελλάδα.

Ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία θέλει να ασχοληθεί ως βουλευτής, εξαιτίας της εμπειρίας του «Δεσμού», είναι «η οργάνωση των δικτύων αλληλεγγύης», ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως η «πολύ μεγάλη κινητοποίηση» που υπάρχει στο χώρο της κοινωνικής προσφοράς. «Σήμερα δεν υπάρχει στην Ελλάδα πλαίσιο για την εθελοντική εργασία» τονίζει. Αν κάποιος θέλει να προσφέρει αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του σε μία ΜΚΟ και έρθει η επιθεώρηση εργασίας, μπορεί να θεωρήσει ότι η συγκεκριμένη παροχή συνιστά αδήλωτη εργασία. Είναι παράλογο»! Η έλλειψη ενός σαφούς θεσμικού πλαισίου, όπως εξηγεί, είναι από τους βασικούς λόγους που δεν υπάρχει επαρκής ρυθμιστικός έλεγχος του χώρου, με αποτέλεσμα τα διαδοχικά σκάνδαλα με διάφορες «ΜΚΟ» που, αντί για κάποια εκδοχή του δημόσιου συμφέροντος, εξυπηρετούσαν πολύ συγκεκριμένα προσωπικά συμφέροντα με κρατική επιδότηση.

Η Κεραμέως έχει ήδη δραστηριοποιηθεί για να καλυφθούν τα ζωτικά αυτά κενά. Ο «Δεσμός» έχει προτείνει την εισαγωγή μαθήματος εθελοντισμού στα σχολεία. «Η κυβέρνηση είναι στη φάση υλοποίησης ενός πιλοτικού προγράμματος σε αυτήν την κατεύθυνση, για μαθητές στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και τις πρώτες του γυμνασίου», λέει στην «Κ». «Το σκεπτικό είναι ότι στην ηλικία αυτή, είναι μεν αρκετά μεγάλα τα παιδιά για να έχουν ευθύνη των πράξεών τους, αλλά είναι και αρκετά μικρά και εύπλαστα ώστε να εσωτερικεύσουν καλύτερα την αξία αυτών των δραστηριοτήτων».

Η δυναμική δικηγόρος ήταν επίσης μέλος νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με αντικείμενο τη θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για τις ΜΚΟ και για την κοινωνική προσφορά. Το νομοσχέδιο είναι έτοιμο, αλλά δεν έχει ψηφιστεί. «Ευελπιστώ ότι η ψήφισή του θα είναι από τα αρχικά μελήματα της νέας Βουλής. Δεν βλέπω το λόγο γιατί ένα νομοσχέδιο που οργανώνει την κοινωνική δράση να μην έχει τη στήριξη όλων των κομμάτων του κοινοβουλίου. Είναι ένα ζήτημα που υπερβαίνει τις κομματικές πεποιθήσεις».

Η νέα γενιά βουλευτών θα είναι πιο ανοιχτή σε τέτοιου είδους υπερκομματικές συνεργασίες και λιγότερο επιρρεπής στον τυφλό κομματικό φανατισμό; «Το ελπίζω. Η συγκυρία είναι πολύ κρίσιμη. Είναι καιροί για συναινέσεις.»

Το μερίδιο ευθύνης

Αποδεχόμενη την πρόταση της ΝΔ για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας, η Κεραμέως παρέκκλινε από την πεπατημένη της αθηναϊκής αστικής τάξης, οι γόνοι της οποίας προτιμούν συνήθως την επικερδή ιδιώτευση και τις εκ του ασφαλούς εκφράσεις απελπισίας για την πορεία της χώρας. «Δεν αρκεί να ασκείς κριτική, αλλά όταν έρχεται η ώρα του απολογισμού να αποποιείσαι την ευθύνη» υπογραμμίζει, με την ευγλωττία της νομικής της κατάρτισης. «Πρέπει οι νέοι να εκπροσωπηθούμε καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες.»

Το ζήτημα της ελλειμματικής συμμετοχής των γυναικών ήταν ένα από τα πράγματα που της έκαναν αρνητική εντύπωση στην προεκλογική εκστρατεία. «Είναι ακόμα πολύ ανδροκρατούμενος χώρος», παρατηρεί. Ίσως ακόμα περισσότερο στη συντηρητική παράταξη; «Ενδεχομένως. Πάντως στην πρώτη μου εμφάνιση σε μεγάλη προεκλογική συγκέντρωση, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, μπήκα μέσα και τρόμαξα. Είδα πολλές εκατοντάδες άνδρες και κυριολεκτικά κατέβαλλα προσπάθεια για να εντοπίσω τις ελάχιστες, λιγοστές γυναίκες. Με προβλημάτισε πολύ αυτό».

 Ένας από τους λόγους, όπως λέει, που επέστρεψε στην Ελλάδα το 2007 μετά από μία δεκαετία στο εξωτερικό ήταν ότι ένιωθε ένα «χρέος» να το κάνει. Με την έλευση της κρίσης, αυτό το ασαφές αίσθημα ένσαρκωθηκε με την ίδρυση του «Δεσμού».

Τώρα, με την είσοδο στην πολιτική, παίρνει νέα μορφή. Η οικογένειά της, παραδέχεται, που ουδεμία σχέση είχε ως τώρα με την πολιτική αρένα, «εξεπλάγη» από την απόφασή της. Για την ίδια, ωστόσο, «η αίσθηση απαξίωσης που υπάρχει απέναντι στην πολιτική ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να αποδεχθώ την πρόταση του πρωθυπουργού. Αυτή η νοοτροπία, ότι η συμμετοχή στα κοινά συνεπάγεται απώλεια αξιοπρέπειας, πρέπει να καταπολεμηθεί.»

 Οι συνομήλικοί της, πάντως, ήταν από ενθαρρυντικοί έως ενθουσιώδεις όταν έμαθαν. To Facebook της κατακλύστηκε από ευχές και συγχαρητήρια. Ας ελπίσουμε ότι η πεζή πραγματικότητα της κοινοβουλευτικής ζωής δεν θα διαψεύσει τις προσδοκίες της, επιβεβαιώνοντας τον κυνισμό όσων μένουν μακριά και αφήνοντας το πολιτικό πεδίο ελεύθερο για τους διεφθαρμένους και τους αθεράπευτα κομματικούς.

Ανδρέας Καρίτζης, Β' Αθήνας, ΣΥΡΙΖΑ 

treis-ypopsifioi-mechri-tin-kalpi2

«Το μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί. Ήταν μια πολιτική που εφαρμόστηκε για πέντε χρόνια με καταστροφικά αποτελέσματα και δεν κατάφερε να λύσει το πρόβλημα του χρέους».

Ο Ανδρέας Καρίτζης, μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ και υποψήφιος στη Β’ Αθηνών, μιλά ήρεμα, αλλά είναι φανερό ότι νιώθει βαθιά αγανάκτηση για ό,τι έχει συμβεί στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης. Πώς ερμηνεύει όμως την εντολή που αναμένεται να λάβει ο ΣΥΡΙΖΑ το βράδυ της Κυριακής; Είναι μία εντολή για επαναδιαπραγμάτευση υπό τον όρο της μη διακινδύνευσης της θέσης της χώρας στην Ευρωζώνη ή θα είναι διατεθειμένη η νέα κυβέρνηση να έλθει ακόμα και σε ρήξη με τους Ευρωπαίους ώστε να μην παρεκκλίνει από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης;

«Το αίτημα που εκφράζει ο ελληνικός λαός στηρίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ είναι εύλογο και νηφάλιο, άρα πολύ δύσκολο να μη γίνει σεβαστό» απαντά. «Άλλωστε δεν είναι προς το συμφέρον κανενός στην Ευρώπη να επιδειχθεί πυγμή απέναντι στην ελληνική κοινωνία».

Είναι οι τελευταίες ημέρες της σύντομης προεκλογικής περιόδου. Μεταξύ ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εμφανίσεων και μίας συγκέντρωσης του ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Φιλαδέλφεια, που έχει υπάρξει εστία πολιτικής έντασης πρσφάτως λόγω του ζητήματος με το γήπεδο της ΑΕΚ, ο Καρίτζης συνομιλεί με την «Κ» στο κέντρο της Αθήνας, στον πεζόδρομο της Ηπίτου κοντά στο Σύνταγμα. Ηλικίας 39 ετών, είναι για δεύτερη φορά υποψήφιος βουλευτής – η προηγούμενη ήταν τον Οκτώβριο του 2009, στις τελευταίες εκλογές πριν την κρίση. Πώς συγκρίνει εκείνη την προεκλογική περίοδο με την τρέχουσα;

«Ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός» παρατηρεί. «Επειδή έχει μεσολαβήσει μία καταστροφή, ενδιαφέρονται περισσότερο. Υπάρχει επίσης ένα πολύ μεγάλο σφίξιμο, το βλέπεις στα μάτια τους. Αλλά και αισιοδοξία, ότι θα ξεκινήσει κάτι καλύτερο. Το 2009 υπήρχε πολύ μεγάλη αδιαφορία, μεγάλη ευκολία στην αντιμετώπιση των πολιτικών θεμάτων».

Γνωρίζοντας την ισοπεδωτική διάθεση που υπάρχει στην κοινή γνώμη απέναντι στους βουλευτές – και ιδιαίτερα τους κυβερνητικούς – ανησυχεί ότι μπορεί να γίνει και ο ίδιος αντικείμενο απαξίωσης και λαϊκής οργής, αν ο ΣΥΡΙΖΑ εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει πολλές από τις πιο γενναιόδωρες υποσχέσεις του; «Κοιτάξτε, αν δεν καταφέρουμε να αλλάξουμε πορεία στη χώρα, θα βυθιστούμε σε μια παρακμή δεκαετιών. Αν συμβεί αυτό, το λιγότερο που θα με απασχολεί είναι η υστεροφημία μου».

Τα πανεπιστήμια και το Δημόσιο

Ο Καρίτζης έχει υπάρξει ακαδημαϊκά πολυπράγμων. Αφού έλαβε πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μεταπήδησε στη φιλοσοφία, όπου ολοκλήρωσε διδακτορικό το οποίο εστίασε στις θεωρίες της αλήθειας (του τι συνιστά, με αλλά λόγια, η έννοια της αλήθειας). Στη συνέχεια δίδαξε Φιλοσοφία, στο Πανεπιστήμιο Πατρών και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Στον πολυετή πόλεμο γύρω από την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, η αλήθεια έχει υπάρξει από τα βασικά  θύματα. Ή – για να το θέσουμε αλλιώς – το κάθε στρατόπεδο έχει τη δική του. Ρωτήσαμε το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ αν θεωρεί προβληματική την επιρροή των κομμάτων στα πανεπιστήμια και πώς βλέπει την ιδέα της στενότερης επαφής της ακαδημαϊκής έρευνας με την αγορά.

Το βασικό πρόβλημα που υπάρχει στα πανεπιστήμια, που δεν αναδεικνύεται, είναι αυτό της συνδιαλλαγής μεταξύ των καθεστωτικών παρατάξεων και των καθηγητών στα ελληνικά πανεπιστήμια, που παραβιάζει κάθε έννοια αξιοκρατίας» παρατηρεί ο Καρίτζης. «Συνήθως, αντ’ αυτού προβάλλονται μεμονωμένα ακραία περιστατικά έντονων συγκρούσεων», τα οποία μοιάζει να δικαιολογεί, τουλάχιστον εν μέρει, στο βαθμό που οι μετέχοντες σε αυτά «διεκδικούν την καλυτέρευση της Παιδείας».

Το κύριο μέτωπο όπου απαιτείται «καλυτέρευση», σύμφωνα με τον Καρίτζη, είναι αυτό της χρηματοδότησης: «Οι Έλληνες ακαδημαϊκοί βρίσκονται σήμερα στην εξευτελιστική θέση να πρέπει να δανείζονται κωδικούς για επιστημονικά περιοδικά από ξένους συναδέλφους τους γιατί τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν έχουν αρκετά κονδύλια για να πληρώσουν τις συνδρομές. Αυτά πρέπει να αλλάξουν. Αν σε κάτι μπορούμε να επενδύσουμε, είναι το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο που έχουμε. Με τις πολιτικές αυτές όμως, σε 20 χρόνια θα έχει χαθεί αυτό.»

Ωστόσο, ο Καρίτζης, πιστός στην ιδεολογική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, δεν πιστεύει ότι η λύση στο πρόβλημα της υποχρηματοδότησης πρέπει να έλθει από την αγορά. «Οι επιχειρήσεις έχουν ένα μονόπλευρο ενδιαφέρον για το τι θα τους αποφέρει κέρδος. Αυτό συχνά δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον. Εμείς πιστεύουμε ότι τα πανεπιστήμια να ανοιχτούν στις τοπικές κοινωνίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στις περιφέρειες.» Από τέτοιου είδους συμπράξεις, όπως λέει, μπορούν να προκύψουν «προγράμματα που θα οδηγήσουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας».

Για το Δημόσιο γενικότερα, θιασώτης του οποίου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Καρίτζης τονίζει ότι οι μνημονιακές πολιτικές «διέλυσαν τις κοινωνικές υπηρεσίες» που παρέχει, ενώ «η πελατειακή νοοτροπία έχει γιγαντωθεί». «Εμείς θα κινηθούμε στον αντίποδα». «Δεν χρειάζονται αξιολογήσεις βασισμένες στη λογική της περιστολής δαπανών. Χρειάζεται απλά σεβασμός στο δημόσιο συμφέρον» ώστε η δημόσια διοίκηση να λειτουργεί υπέρ των πολιτών, καταλήγει.

Η κουβέντα συνεχίζεται, αγγίζοντας τις φιλοσοφικές αποστάσεις αλλά και τις συγκλίσεις μεταξύ φιλελευθερισμού και αριστεράς, την «αφυδάτωση της δημοκρατίας» που έχει επέλθει με το μνημόνιο και άλλα πολλά. Κλείνοντας, φανερώνει έναν ακόμα λόγο, πέραν της διαφαινόμενης νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, που θα είναι χαρούμενος τη Δευτέρα μετά τις εκλογές: «έχω να δω την κόρη μου κανονικά εδώ και 15 μέρες».

Χάρης Θεοχάρης, Β' Αθήνας, Το Ποτάμι

treis-ypopsifioi-mechri-tin-kalpi4

Ο Χάρης Θεοχάρης είναι όμηρος του έξυπνου κινητού του. Είναι 6 το πρωί και η «Κ» έχει εισβάλλει στο σπίτι του, για να παρακολουθήσει την προεκλογική του μέρα από το χάραμα. Όταν τον ρωτάμε το πρόγραμμα του, δίνει κάποιες γενικές κατευθύνσεις, όχι αναγκαστικά ακριβείς. Για κάτι πιο συγκεκριμένο, «πρέπει να συμβουλευτώ το κινητό μου», λέει, αγουροξυπνημένος, αναζητώντας στήριξη στο φλυτζάνι ελληνικού καφέ που έχει μόλις βράσει.

Η υποψηφιότητα του Θεοχάρη – στη Β’ Αθηνών με το «Ποτάμι» – έχει αποτελέσει πόλο έλξης για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, εξαιτίας της δημοσιότητας που είχαν λάβει οι τριβές μεταξύ της κυβέρνησης και των επίσημων δανειστών στον απόηχο της «παραίτησής» του από τη γενική γραμματεία δημοσίων εσόδων τον περασμένο Ιούνιο. Έχει ωστόσο και ιδιαίτερο εγχώριο ενδιαφέρον: πώς θα γίνει δεκτός από τους ψηφοφόρους ένας τεχνοκράτης που εκλήθη να φέρει εις πέρας μία δύσκολη και εξ ορισμού μη δημοφιλή αποστολή όπως είναι η συλλογή των φόρων; Τι θα αποδειχθεί πιο σημαντικό – η αποτελεσματικότητά του στο ρόλο του ή το γεγονός ότι το όνομά του συνδέθηκε με τις δυσβάσταχτες φορολογικές επιβαρύνσεις της διακυβέρνησης Σαμαρά;

Ο ίδιος τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι οι καλές επιδόσεις της ΓΓΔΕ στη συλλογή των φόρων στους 17 μήνες που τη διοίκησε είχαν ως συνέπεια να μην υπάρξουν νέες φορολογικές αυξήσεις. Μετά από ένα γεμάτο πρωινό, που περιλαμβάνει μία επίσκεψη σε τηλεοπτικό σετ και συμμετοχή σε μία κλειστή εκδήλωση στην οικία του Ολλανδούπρέσβη, κατευθυνόμαστε προς τη δυτική πλευρά της Β’ Αθηνών για επισκέψεις στις ΔΟΥ Περιστερίου και Αγίων Αναργύρων.

Η υποδοχή που του επιφυλάσσεται, από υπαλλήλους αλλά και φορολογούμενους, είναι κατά κύριο λόγο θετική. Μοιράζει φυλλάδια, δέχεται ευχές για καλή επιτυχία, κουβεντιάζει με τα στελέχη των εφοριών για τεχνικά ζητήματα και για την εξέλιξη των συστημάτων που ο ίδιος έθεσε σε λειτουργία. Εξηγεί σε όποιον θέλει να τον ακούσει ότι μπαίνει στην πολιτική για να συμβάλλει στην οικοδόμηση «ενός Δημοσίου που να λειτουργεί». Η επαφή με τον κόσμο, όπως λέει στην «Κ», είναι μια διαδικασία που τη βρίσκει «ευχάριστη».

Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι επιφυλακτικές – ως και εχθρικές – αντιδράσεις. Ορισμένοι υπάλληλοι μιλούν για τα «πολλά προβλήματα» που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους οι και για την εγκατάλειψη από τις κεντρικές υπηρεσίες. Κάποιοι νιώθουν ότι τους αδίκησε ως γενικός γραμματέας, και τον κατηγορούν και για κυβερνητικές αποφάσεις στις οποίες δεν είχε εμπλοκή («διαλύσατε το ΣΔΟΕ, η φοροδιαφυγή οργιάζει», λέει ένας δυσαρεστημένος ελεγκτής στους Άγιους Ανάργυρους). Ο Θεοχάρης παραμένει ψύχραιμος απέναντι στην κριτική, τονίζοντας ότι έγιναν σφάλματα επί της θητείας του, αλλά ότι ήταν «λάθη προόδου, όχι λάθη ακινησίας».

Αργότερα, μιλώντας στην «Κ» εξηγεί το πρότυπο της δημόσιας διοίκησης που θέλει να προωθήσει ως ενεργός πολιτικός. «Είναι το μοντέλο μίας δημόσιας διοίκησης που μπορεί να σταθεί στα πόδια της, που σέβεται τους πολίτες αλλά και τους υπαλλήλους της, που δέχεται τους στόχους από την πολιτική ηγεσία αλλά αποφασίζει η ίδια τον τρόπο με τον οποίο θα τους επιτύχει». Η αξιοκρατία που διέπει το μοντέλο αυτό, σύμφωνα με το Θεοχάρη, αντανακλάται στην πολιτική προσέγγιση του «Ποταμιού» και ήταν από τους λόγους που δέχθηκε την πρόταση του κόμματος για να είναι υποψήφιος. «Το “Ποτάμι” έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν ενδιαφέρεται να έχει θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο αν συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας, αρνείται λογικές τύπου 4-2-1. Θέλουμε τους καλύτερους ανθρώπους για κάθε θέση», ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης.

 Μετά τις εφορίες των δυτικών προαστίων, ο υποψήφιος επιστρέφει στο κέντρο για κάποιες συναντήσεις. Στο αυτοκίνητο παίρνει συνεχώς τηλέφωνα, απαντά σε email και μηνύματα. Μιλά με τα κεντρικά του «Ποταμιού» για μια σειρά ζητήματα (τύπωμα φυλλαδίων, προβολή στην ιστοσελίδα του κόμματος), συνεννοείται με το αρχηγείο της εκστρατείας του, ευχαριστεί υποστηρικτές, αναλύει τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις.

Η ημέρα δεν εξελίσσεται πάντα σύμφωνα με το πρόγραμμα. Στα δυτικά προάστια, το σχέδιο ήταν να επισκεφθεί καφετέριες και πλατείες, αλλά τελικά δεν υπήρξε χρόνος. Το απόγευμα, κατέφθασε μεν στην ώρα του στην εκδήλωση του TEDxAcademy στου Ψυρρή για τα ανοιχτά δεδομένα και τη διακυβέρνηση, αλλά δεν την παρακολούθησε: τον περίμεναν εκεί δύο δημοσιογράφοι των Financial Times, οι οποίοι τον παρέσυραν στα παρασκήνια και τον έστιψαν για αρκετή ώρα.

Στη συνέχεια, από το κέντρο, έπρεπε να πάει σε εστιατόριο στην Κηφισιά, όπου είχε διοργανωθεί μία συγκέντρωση στην οποία θα μιλούσε. Το ραντεβού ήταν για τις 8, αλλά η ώρα εκκίνησης από του Ψυρρή ήταν λίγο αργότερα από την προγραμματισμένη ώρα άφιξης στα βόρεια προάστια.

Φτάνοντας στην Κηφισιά, χαιρετά τους περίπου 35 παριστάμενους, απολογείται για την καθυστέρηση και επαναλαμβάνει τα βασικά σημεία της εκστρατείας: για το πελατειακό κράτος, που διέλυσε τόσο το δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα, για το πώς η ΓΓΔΕ τον δίδαξε ότι ότι «μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο το Δημόσιο» παρότι σήμερα έχει η ίδια «χάσει την ανεξαρτησία της», για το πώς «με έβριζε όλη η Ελλάδα αλλά στη θητεία μου δεν αυξήθηκε κανένας φόρος» κ.ο.κ.

Είναι μία σχετικά κοινότοπη ομιλία και ο υποψήφιος δείχνει κουρασμένος. Ωστόσο στη συζήτηση που ακολουθεί, ως μετά τις 10 το βράδυ, βρίσκει το ρυθμό του. Μιλώντας για το χρέος και τον ΕΝΦΙΑ, για την έλλειψη προγραμματισμού στη νομοθετική διαδικασία, για τις αναποτελεσματικές δαπάνες του κράτους πρόνοιας και για τις καταθέσεις, επιδεικνύει γνώσεις πολιτικής και ικανότητα μετάδοσής τους. Είναι ένας τεχνοκράτης με ανθρώπινο πρόσωπο, που επιχειρεί να πείσει ότι, σε πείσμα της ρητορικής του λαϊκισμού περί του αντιστρόφου, οι αριθμοί υπηρετούν τους ανθρώπους.

Όπως εξηγεί στην «Κ»: «Η ανησυχία των ξένων δεν είναι τόσο ότι θέλουμε να ξεφύγουμε από τα δεσμά των μνημονίων. Είναι ότι θέλουμε να ξεφύγουμε από τα δεσμά της αριθμητικής! Τα άμεσα προβλήματα της χώρας – το να λειτουργεί σωστά το Δημόσιο – δεν είναι ιδεολογικής φύσης. Είναι όμως βαθιά πολιτικά: το να μην υπάρχουν ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες σημαίνει ότι εξαλείφεται η ανάγκη για γρηγορόσημο».