ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε ναρκοπέδιο επί τέσσερις μήνες η Αθήνα

se-narkopedio-epi-tesseris-mines-i-athina-2070708

Τα δύσκολα τώρα ξεκινούν για τον ΣΥΡΙΖΑ: αυτό είναι το κοινό συμπέρασμα των πέντε διεθνών δημοσιογράφων, των οποίων τις παρεμβάσεις φιλοξενεί αυτήν την Κυριακή η «Κ», σχετικά με τον απόηχο της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου στο Eurogroup. Από τη συντηρητική Wall Street Journal και τον φιλελεύθερο Economist μέχρι τους προοδευτικούς International New York Times, οι πέντε επισκέπτες-συντάκτες θεωρούν ότι το επόμενο τετράμηνο θα είναι ένα ναρκοπέδιο για την κυβέρνηση, η οποία θα πιέζεται από δύο αντίρροπες δυνάμεις: τις απαιτήσεις των πιστωτών της και τις προσδοκίες των ψηφοφόρων και των ιδεολογικά άτεγκτων μελών του βασικού κυβερνώντος κόμματος. Οπως το θέτει ο Χ. Ντίξον του Reuters, η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν «σχεδόν ανέφικτο άθλο: να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πιστωτών της χωρίς να απολέσει την εμπιστοσύνη του λαού».

Το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων της είναι ένα ζήτημα στο οποίο εστιάζουν ιδιαιτέρως οι πέντε δημοσιογράφοι. «Το επίπεδο εμπιστοσύνης απέναντι στην Αθήνα ήταν ήδη χαμηλό επί Σαμαρά», σημειώνει ο Ολλανδός Μαρκ Πεέπερκορν της εφημερίδας Volksrant. Και συνεχίζει: «Πλέον είναι ανύπαρκτο. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχει υπάρξει ένα κράτος-μέλος τόσο απομονωμένο στο Eurogroup».

Ο Μάρκους Γουόκερ της Wall Street Journal, βαθύς γνώστης της Γερμανίας, σημειώνει ότι για το Βερολίνο ο σκοπός του προγράμματος είναι να δημιουργήσει στην Ελλάδα μια οικονομία με «ευέλικτες αγορές, ολιγαρκές κράτος και κοινωνικά επιδόματα ανάλογα της παραγωγικότητας και των δημογραφικών δεδομένων» της χώρας, και «δεν θα χρηματοδοτήσει ελληνικές πολιτικές που αντιβαίνουν σε αυτούς τους στόχους». Η σκληρή γραμμή του ΔΝΤ απέναντι στη λίστα Βαρουφάκη έχει την πλήρη στήριξη της Μέρκελ, κατά τον Γουόκερ.

Ο Τομ Νάτολ, ο οποίος εδώ και κάποιους μήνες έχει αναλάβει τη φημισμένη στήλη Charlemagne του Economist, είναι αιχμηρός απέναντι στη διαπραγματευτική τακτική που έχει ακολουθήσει έως τώρα ο κ. Τσίπρας και το επιτελείο του – ειδικά ο υπουργός Οικονομικών: «Οι ομόλογοι του κ. Βαρουφάκη τον βρίσκουν εξοργιστικό· ειδικότερα την τάση του να αντιμετωπίζει τις συνεδριάσεις του Eurogroup ως ευκαιρίες για μεγαλοστομίες». Η άστοχη διαπραγματευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις του ερχόμενου τετραμήνου «θα είναι πιο δύσκολες απ’ ό,τι χρειαζόταν, ειδικότερα όσον αφορά τους όρους που θα συνοδεύσουν ένα πιθανό νέο δάνειο».

Η εικόνα των έξω, με λίγα λόγια, είναι σαφής: το πιο σύνθετο μέρος της διαπραγμάτευσης, όπου οι ασάφειες θα διαλυθούν και θα μετατραπούν σε συγκεκριμένα μέτρα, ξεκινά τώρα. Και οι οιωνοί για την ελληνική κυβέρνηση και τις επιδιώξεις της δεν είναι καλοί.

Η σκληρή γραμμή του ΔΝΤ έχει τη στήριξη της Μέρκελ
Μάρκους Γουόκερ*

Η Ελλάδα και οι πιστωτές της πέρασαν τον Φεβρουάριο αψιμαχώντας για θέματα διαδικασίας. Θα περάσουν την άνοιξη αψιμαχώντας για ζητήματα πολιτικής. Η επόμενη συμφωνία θα έχει μεγαλύτερη σημασία και για τις δύο πλευρές και θα είναι δυσκολότερο να επιτευχθεί.

Μέχρι στιγμής, η ελληνική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει κι έχει αποτύχει να ξεφύγει από τον μηχανισμό διάσωσης που έχει οικοδομηθεί από το 2010, βάσει των επιταγών της Γερμανίας: τη βασανιστική διαδικασία μεταρρυθμίσεων, αξιολογήσεων και δανειακών δόσεων. Ως αντάλλαγμα για την αποδοχή των υφιστάμενων κανόνων, η Ελλάδα κέρδισε τη δυνατότητα περιθωρίου ελιγμών στην οικονομική πολιτική.

Για να εξασφαλίσει αυτό το περιθώριο ελιγμών, ωστόσο, η κυβέρνηση θα πρέπει να πείσει τους θεσμούς, που μέχρι πρότινος ήταν γνωστοί ως «τρόικα», ότι η ατζέντα πολιτικών που έστειλε ο Γιάνης Βαρουφάκης στο Eurogroup, στις 23 Φεβρουαρίου, μπορεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του ελληνικού προγράμματος διάσωσης εξίσου καλά όσο τα μέτρα που προτιμούν οι θεσμοί.

Κατά την άποψη του Βερολίνου, ο σκοπός του προγράμματος είναι να δημιουργήσει στην Ελλάδα μια ανταγωνιστική οικονομία που να μπορεί να αναπτυχθεί μακροπρόθεσμα εντός της Ευρωζώνης. Η οικονομία αυτή πρέπει να χαρακτηρίζεται από ευέλικτες αγορές, ολιγαρκές κράτος και κοινωνικά επιδόματα ανάλογα της παραγωγικότητας και των δημογραφικών δεδομένων της Ελλάδας.  

Η Γερμανία δεν θα χρηματοδοτήσει ελληνικές πολιτικές που αντιβαίνουν σε αυτούς τους στόχους. Αυτή είναι η σταθερή κόκκινη γραμμή της Αγκελα Μέρκελ, από τα τέλη του 2009. Και εμπιστεύεται περισσότερο την προάσπισή της στο ΔΝΤ παρά στους πολιτικά πιο εύκαμπτους αξιωματούχους των Βρυξελλών.

Γι’ αυτό και η πιο σημαντική επιστολή που εστάλη την περασμένη εβδομάδα στις Βρυξέλλες ήταν αυτή της επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ. Η Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι η επιστολή Βαρουφάκη είναι αμφίσημη όσον αφορά τους μεταρρυθμιστικούς στόχους που το ΔΝΤ θεωρεί ως τους πιο ουσιώδεις, στους τομείς των συντάξεων, της εργασιακής νομοθεσίας, των κλειστών επαγγελμάτων, του ΦΠΑ, των ιδιωτικοποιήσεων και της δημόσιας διοίκησης.

Οι σκληρές απαιτήσεις του ΔΝΤ σε αυτά τα μέτωπα, που εξάντλησαν την κυβέρνηση Σαμαρά, είχαν την πλήρη στήριξη της Γερμανίας. Οι προσδοκίες της Αθήνας για σωτήρια παρέμβαση της Μέρκελ δεν είχαν βάση στην πραγματικότητα.

Οι ίδιες απαιτήσεις θα βρεθούν στο τραπέζι και τώρα, εκτός αν ο ΣΥΡΙΖΑ πείσει το ΔΝΤ ότι το δικό του πρόγραμμα αποτελεί επαρκή εναλλακτική λύση. Προς το παρόν, το Ταμείο και το Βερολίνο εκφράζουν ηχηρά τον σκεπτικισμό τους.

Η αμφισημία περί της οικονομικής πολιτικής ήταν αρκετή για να κερδίσει η Ελλάδα χρόνο. Για να πάρει όμως η χώρα τα χρήματα που χρειάζεται για να επιβιώσει, η αμφισημία αυτή θα πρέπει να διαλυθεί. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να δοκιμάσει τη συνοχή και τον πραγματισμό της κυβέρνησης, και την υπομονή μίας κουρασμένης κοινωνίας. Οι πρώτες ευρωπαϊκές εξετάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι πιο εύκολες.

* Ο κ. Marcus Walker είναι αρχισυντάκτης Ευρωπαϊκής Οικονομίας στη Wall Street Journal.

Σχεδόν ανέφικτος ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης
Χιούγκο Ντίξον*

H ελληνική κυβέρνηση πρέπει να επιτελέσει ένα σχεδόν ανέφικτο άθλο κατά το επόμενο τετράμηνο: να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πιστωτών της χωρίς να απολέσει την εμπιστοσύνη του λαού. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας μόνο τον εαυτό του μπορεί να κατηγορήσει. Εκανε ανεύθυνες υποσχέσεις προεκλογικά, από τις οποίες πρέπει τώρα να απαγκιστρωθεί.

Ηδη είδαμε το πρώτο στάδιο της «κωλοτούμπας»: το αίτημα του Γιάνη Βαρουφάκη για μία παράταση του τρέχοντος προγράμματος, που δεσμεύει τη νέα κυβέρνηση να μην καταργήσει τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης και να μη λάβει μονομερή μέτρα, ενώ το νέο συμβόλαιο με τους πιστωτές είναι υπό διαπραγμάτευση.

Η «κωλοτούμπα» θα χρειαστεί τρεις ακόμη φάσεις. Πρώτον, οι θεσμοί που ήταν γνωστοί ως τρόικα πιθανότατα θα αποσπάσουν νέες παραχωρήσεις ώστε να αποτρέψουν τη χρεοκοπία της Αθήνας αυτόν τον μήνα.

Δεύτερον, ο Τσίπρας θα πρέπει να καταπιεί περισσότερες από τις προεκλογικές του υποσχέσεις έως το τέλος Απριλίου, οπότε και η λίστα μεταρρυθμίσεων που κατατέθηκε την περασμένη εβδομάδα πρέπει να αποσαφηνιστεί. Τότε θα φανεί καθαρά ότι το μεγαλύτερο μέρος της «εποικοδομητικής ασάφειας» για την οποία επαίρεται ο Βαρουφάκης θα έχει διευκρινιστεί με όρους που προτιμούν οι πιστωτές. Είναι αρκετά πιθανό ο υπουργός Οικονομικών να πετύχει την επιδίωξή του να μειώσει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος από 3% σε 1,5% του ΑΕΠ για το 2015. Αλλά με την οικονομία να έχει σφυροκοπηθεί από τις πολιτικές ανοησίες του τελευταίου διμήνου, ακόμα και γι’ αυτόν τον μειωμένο στόχο θα χρειαστεί να σφίξουν τα ζωνάρια.

Τέλος, ο Τσίπρας θα πρέπει έως το τέλος Ιουνίου να συμφωνήσει σε κάτι που, ουσιαστικά, θα είναι ένα νέο μνημόνιο. Μπορεί να καταφέρει να το διαχειριστεί επικοινωνιακά αποκαλώντας το συμβόλαιο ή συμφωνία. Αλλά, όπως λέει η παροιμία, αν περπατά σαν πάπια και κρώζει σαν πάπια, είναι πάπια.

Η επόμενη μακροπρόθεσμη συμφωνία θα περιλαμβάνει νέα χρήματα για την Ελλάδα από τους πιστωτές της ως αντάλλαγμα για την εφαρμογή επώδυνων μεταρρυθμίσεων. Η νέα κατάσταση θα συνεχίσει να παρακολουθείται από τους θεσμούς.

Η Αθήνα ίσως λάβει κάποια ανακούφιση χρέους για να χρυσωθεί το χάπι. Ακόμα κι αυτό, όμως, δεν είναι βέβαιο. Είναι πιο πιθανό να συμβεί αν η κυβέρνηση εργαστεί πολύ σκληρά για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πιστωτών της, εφαρμόζοντας δυναμικά τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει. Αφού δεν έχει καλό σχέδιο Β, αυτή πρέπει να είναι η προτεραιότητα.

* Ο κ. Hugo Dixon είναι Editor-at-Large στο Reuters News.

Αστοχη η διαπραγματευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ
Τομ Νάτολ*

Τραγωδίες, δράματα, Δούρειοι Ιπποι: Είναι εύκολο να καταφύγει κανείς σε ελληνικά κλισέ όταν περιγράφει τα ταραγμένα γεγονότα του μήνα που πέρασε. Η ειρωνεία είναι ότι ταιριάζει καλύτερα μiα γερμανική φράση: ο Φεβρουάριος ήταν μiα περίοδος Sturm und Drang. Ατελείωτες συναντήσεις του Eurogroup, με τις περισσότερες να καταλήγουν σε ναυάγια πνιγμένα στη χολή, διενέξεις μεταξύ πολιτικών, γραφειοκρατών και κεντρικών τραπεζιτών (με τη συμμετοχή συνήθως του Γιάνη Βαρουφάκη), μυστηριώδεις διαρροές κειμένων διαβούλευσης, διεγερτικές ομιλίες στο Κοινοβούλιο και βιντεοκλίπ-παρωδίες με μουσική χιπ-χοπ στο Youtube. Ηταν ένας μήνας σύγχυσης για όσους βρίσκουν την Ευρώπη βαρετή.

Ηταν εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι η διαπραγμάτευση αφορούσε απλά μια σύντομη παράταση του δεύτερου προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας. Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου πιθανότατα θα ισχύσει, αν και κανείς δεν γνωρίζει πώς η Ελλάδα θα χρηματοδοτηθεί βραχυπρόθεσμα.

Οι πόροι του προγράμματος διάσωσης δεν θα δοθούν μέχρι οι πιστωτές της Ελλάδας να ικανοποιηθούν από το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Αθήνας. Η διαδικασία αυτή ενδέχεται να φτάσει ώς τα τέλη Απριλίου.
Αν ο Φεβρουάριος φάνηκε δύσκολος, οι ερχόμενοι μήνες μπορεί να είναι πολύ χειρότεροι.

Η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στις χρηματαγορές όταν η παράταση λήξει τον Ιούνιο, που σημαίνει ότι θα χρειαστεί τρίτο πρόγραμμα διάσωσης (ο κ. Βαρουφάκης προτιμά τον όρο «Συμβόλαιο για την Ανάκαμψη και την Ανάπτυξη» και, έως τώρα, έχει κερδίσει όλες τις σημασιολογικές μάχες).

Χάρη στην άστοχη διαπραγματευτική στρατηγική που έχει υιοθετήσει εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτές οι συνομιλίες θα είναι πιο δύσκολες απ’ ό,τι χρειαζόταν, ειδικότερα όσον αφορά τους όρους που θα συνοδεύσουν ένα πιθανό νέο δάνειο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε βάσιμα επιχειρήματα, για να θεμελιώσει την άποψη ότι είναι παράλογο να ωθείται μία χώρα ρημαγμένη από την ύφεση σε ατελείωτη λιτότητα. Παρέλαβε λίγα διαπραγματευτικά ατού από τους προκατόχους του, ενώ και τα κορυφαία στελέχη του είναι άπειροι διαπραγματευτές.

Ζούμε, όμως, σε μέρες όπου δεν συγχωρούνται τα λάθη. Οι ομόλογοι του κ. Βαρουφάκη τον βρίσκουν εξοργιστικό –ειδικότερα την τάση του να αντιμετωπίζει τις συνεδριάσεις του Eurogroup ως ευκαιρίες για μεγαλοστομίες. Το γεγονός αυτό, μαζί με αχρείαστες προκλήσεις όπως οι αναφορές στο ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας, έχουν ισοπεδώσει την εμπιστοσύνη που απαιτείται για να υπάρξει μία συμφωνία –εμπιστοσύνη που ήταν από την αρχή περιορισμένη. Δυνητικοί σύμμαχοι, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, έχουν αποξενωθεί. Θα ήταν πολύ καλύτερο να είχε αποδεχθεί η νέα κυβέρνηση ότι δεν υπήρχε ελπίδα άμεσων επιτυχιών, και να είχε φυλάξει το πολιτικό της κεφάλαιο για τη μεγαλύτερη μάχη που έρχεται.

* Ο κ. Tom Nutall είναι αρθρογράφος της στήλης Charlemagne στο Economist.

Ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις ο κ. Τσίπρας
Τζέιμς Κάντερ*

Το πιο πρόσφατο κεφάλαιο στο δράμα του ελληνικού χρέους ολοκληρώθηκε με τον επικεφαλής του Eurogroup να ποδοπατά την πολιτική εξέγερση του ΣΥΡΙΖΑ. «Κάνετε λάθος αν θεωρείτε ότι δημοκρατία σημαίνει πως ένα εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ενωση» δήλωσε ο Γερούν Ντάισελμπλουμ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τη Δευτέρα. «Αυτό θα ήταν μiα πολύ περίεργη ερμηνεία της δημοκρατίας».

Σημείωσε ότι οι ψηφοφόροι έστειλαν ξεκάθαρο μήνυμα ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τα σχόλιά του, που έγιναν δεκτά με χειροκροτήματα από τους ευρωβουλευτές, αναφέρονταν στον έλεγχο της Ευρωζώνης επί της Ελλάδας. Προσωρινά, τουλάχιστον, έχουν διαψευστεί οι ελπίδες εκείνων στην Ευρώπη που έβλεπαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως δημοφιλή δύναμη, που θα μπορούσε να αναπαραχθεί και να ανατρέψει πανευρωπαϊκά τις πολιτικές λιτότητας. Αυτή η δύναμη προσέκρουσε σ’ ένα αμετακίνητο εμπόδιο: τους ηγέτες της Γερμανίας και της Φινλανδίας, συνεπικουρούμενους από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Οπως αποδείχθηκε, η Μαδρίτη και η Λισσαβώνα ήταν ιδιαίτερα νευρικές απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήθελαν να ευοδωθεί η εκστρατεία επαναδιαπραγμάτευσης της Αθήνας, γιατί κάτι τέτοιο θα έδινε ώθηση ενόψει εκλογών στα δικά τους κόμματα της αντιπολίτευσης, που έχουν στραφεί κατά της λιτότητας.

Το επόμενο κεφάλαιο του δράματος, πιθανότατα, θα εκτυλιχθεί στην Αθήνα, όπου ο Αλέξης Τσίπρας έχει μπροστά του γκρεμό και πίσω ρέμα. Αντιμετωπίζει δυσαρεστημένα στελέχη του κόμματός του κι ένα ανήσυχο, ζωηρό εκλογικό σώμα. Και στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι πιστωτές της χώρας, που θέλουν πιο ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις πριν ξανανοίξουν τη στρόφιγγα με τα δανεικά.

Ο βαθμός στον οποίο θα συμπιεστεί μεταξύ των δύο αυτών αντίρροπων δυνάμεων ο κ. Τσίπρας γεννά το ερώτημα αν είναι αξιόπιστος ως παράγοντας προώθησης μεταρρυθμίσεων. Για να διατηρήσει την πλειοψηφία του και να παραμείνει στην εξουσία, ίσως χρειαστεί να αναδιαμορφώσει την κυβέρνησή του.

«Θα αυτομολήσουν πολλοί από την άκρα δεξιά και την άκρα αριστερά του κυβερνητικού συνασπισμού», λέει ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής Ευρωπαϊκής Ανάλυσης του Eurasia Group. Το αποτέλεσμα θα είναι να χρειαστεί ο κ. Τσίπρας «τη στήριξη άλλων κομμάτων ώστε να εγκριθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις από το Κοινοβούλιο».

Η στήριξη αυτή θα μπορούσε να προέλθει από κεντρώα κόμματα όπως το «Ποτάμι», το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία –και δεν θα δοθεί άνευ όρων. Με την πάροδο του χρόνου, η ηγεσία τόσο του κ. Τσίπρα όσο και του υπουργού Οικονομικών, Γ. Βαρουφάκη, θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ο κ. Τσίπρας «προσπαθεί να τα κουτσοκαταφέρει» λέει ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγος της ING στη Γερμανία. Αλλά –όπως προειδοποιεί– «αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα».

* Ο κ. James Kanter είναι ανταποκριτής των International New York Times στην Ε.Ε. (@jameskanter).

Ανατίναξαν γέφυρες, έχασαν την εμπιστοσύνη
Μαρκ Πεέπερκορν*

H Ελλάδα πρέπει τους επόμενους μήνες να σταθεί ξανά στα πόδια της. Αυτό μπορεί να μοιάζει ανακουφιστικό μετά τις πρόσφατες σκληρές μάχες στις Βρυξέλλες, αλλά δεν θα είναι εύκολο. Αν η κυβέρνηση Τσίπρα θέλει να επιβιώσει, ήλθε η ώρα να το αποδείξει.

Στην ευρωπαϊκή τους περιοδεία προς αναζήτηση «χρηματοδότησης – γέφυρας», ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης κυρίως ανατίναξαν γέφυρες. Το επίπεδο εμπιστοσύνης απέναντι στην Αθήνα ήταν ήδη χαμηλό επί Σαμαρά. Πλέον είναι ανύπαρκτο. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχει υπάρξει ένα κράτος – μέλος τόσο απομονωμένο στο Eurogroup. H υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ στις Βρυξέλλες ήταν εξίσου παγερή όσο ήταν θερμές και ηχηρές οι επευφημίες της κοινής γνώμης στην Αθήνα. Αυτή η απώλεια εμπιστοσύνης έχει σοβαρές συνέπειες  για  την  ελληνική κυβέρνηση.
Λόγω των προκλητικών κινήσεων του Βαρουφάκη και του Τσίπρα, το Eurogroup υποχρέωσε την Ελλάδα να καταθέσει μία λίστα σοβαρών μεταρρυθμίσεων, η οποία θα πρέπει να έχει συγκεκριμενοποιηθεί έως το τέλος Απριλίου. Δεν χρειάζεται να  είναι  κανείς βαθύς γνώστης της ελληνικής μυθολογίας για να καταλάβει ότι αυτό που περιμένει την Αθήνα είναι μία οδυνηρή «Οδύσσεια».

Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η αναθεώρηση (δηλαδή η περαιτέρω περικοπή) των δημοσίων δαπανών, η καταπολέμηση τη αδήλωτης εργασίας και η εξυγίανση των τραπεζών θα πλήξει βαριά πολλές ομάδες εντός της κοινωνίας. Σύντομα, η διάσημη πλέον πλατεία Συντάγματος θα είναι ξανά γεμάτη διαδηλωτές κατά της κυβέρνησης. Είναι αναπόφευκτο.

Εν τω μεταξύ, ο Τσίπρας θα βρίσκεται υπό τεράστια χρηματοοικονομική πίεση. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο πρέπει να πληρωθούν λογαριασμοί και να αποπληρωθούν χρέη. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης δεν θα δώσουν εύκολα το «πράσινο φως» για τη χορήγηση δόσεων.  Θα απαιτήσουν ορατά αποτελέσματα σχετικά  με τις μεταρρυθμίσεις, με δεδομένη την κατάρρευση εμπιστοσύνης.

Θα ήταν καλό για την Αθήνα να προωθήσει και να λάβει κοινοβουλευτική έγκριση για τις υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις αρκετά πριν από τη συμφωνηθείσα προθεσμία. Κάτι τέτοιο θα ήταν ούτως ή άλλως συνετό, καθώς την 1η Ιουλίου η Ελλάδα πρέπει να έχει οριστικοποιήσει το νέο συμβόλαιο με τους πιστωτές της, ώστε να μη συνεχίσει να αποτελεί το επίκεντρο του ειδησεογραφικού ενδιαφέροντος στην Ευρώπη.

Ο Τσίπρας είναι εγκλωβισμένος. Οι προεκλογικές του δεσμεύσεις περί τέλους της λιτότητας και «θανάτου της τρόικας» ήταν ανέφικτο να εκπληρωθούν. Το ότι ο Ολυμπιακός Πειραιώς πήρε ένα νέο αριστερό εξτρέμ δεν σημαίνει ότι θα αλλάξει η στρατηγική της ομάδας.

* Ο κ. Mark Peeperkorn είναι ανταποκριτής της ολλανδικής εφημερίδας De Volkskrant στην Ε.Ε.